9 Μαρ 2010

Το αλφάβητο: Αλφάβητο και αλφαβητική γραφή








Άλλες αναρτήσεις με θέμα ιστορικό και γλωσσολογικό 





Το αλφάβητο: Αλφάβητο και αλφαβητική γραφή
Περιεχόμενα



Α. Το αλφάβητο: Αλφάβητο, αλφαβητική γραφή και είδη γραφής

1. Τι σημαίνει αλφάβητο (πρώτη προσέγγιση)
2. Προβαθμίδες γραφής και είδη συστημάτων γραφής
3. Το αλφάβητο
4. Η αλφαβητική γραφή και η σημασία της


Β. Οι γραφές οι πρόδρομες της αλφαβητικής

1. Οι πρώτες γραφές και η γραμμή εξέλιξης προς την αλφαβητική γραφή
2. Η αιγυπτιακή γραφή
3. Οι δυτικοσημιτικές γραφές
4. Στην αιγυπτιακή γραφή και στις σημιτικές γραφές, τα γράμματα ήταν σύμβολα συμφώνων ή σύμβολα συλλαβών;
5. Η γραφή γραμμική Α
6. Η γραφή γραμμική Β
7. Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή (το κυπριακό συλλαβάριο)
8. Παραδείγματα γραφής και ανάγνωσης στις διάφορες γραφές.
9. Η συνεισφορά και τα όρια των συλλαβικών συστημάτων γραφής


Γ. Η ανακάλυψη του αλφαβήτου και η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής

1. Η ανακάλυψη του αλφαβήτου
2. Η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής
3. Ποιος ανακάλυψε το αλφάβητο
4. Πού ανακαλύφθηκε το αλφάβητο
5. Πότε ανακαλύφθηκε το αλφάβητο
6. Γιατί οι Έλληνες αναζήτησαν ένα νέο σύστημα γραφής

Δ.Το αλφάβητο και τα αλφάβητα: Οι αλφαβητικές γραφές

1. Τα πρώτα αλφάβητα
2. Τα γράμματα του αλφαβήτου
3. Η διάδοση του αλφαβήτου
4. Οι δυσκολίες υιοθέτησης του αλφαβήτου για τη γραφή των κινεζικών γλωσσών
5. Οι αλφαβητικές γραφές σήμερα

Ε. Οι πολιτισμικές επιπτώσεις της ανακάλυψης του αλφαβήτου

 (χωρίς επιμέρους τίτλους)

Ζ. Βιβλιογραφία



Α. Το αλφάβητο: Αλφάβητο, αλφαβητική γραφή και είδη γραφής


1. Τι σημαίνει αλφάβητο (πρώτη προσέγγιση)

Τα γλωσσικά λεξικά ερμηνεύουν τη λέξη αλφάβητο ως το σύνολο των γραμμάτων που χρησιμοποιούνται για τη γραφή μιας γλώσσας. Αυτή είναι η πρώτη ή η μόνη ερμηνεία που δίνουν. Η λέξη αλφάβητο χρησιμοποιείται στον καθημερινό λόγο συνήθως με αυτή την έννοια. Με αυτήν την έννοια της λέξης όμως δεν μπορούμε να διακρίνουμε ποιες γραφές είναι αλφαβητικές και ποιες όχι. Όλες οι γραφές γράφονται με γράμματα. Κάθε γραφή περιλαμβάνει ένα μικρό ή μεγάλο σύνολο γραμμάτων και επομένως αν αυτή που αναφέραμε πιο πάνω ήταν η έννοια της λέξης αλφάβητο, τότε κάθε γραφή θα ήταν αλφαβητική. Γι αυτό στη γλωσσολογία ο όρος αλφάβητο εξειδικεύεται και η λέξη αποκτά ειδική έννοια κατάλληλη για τη διευκρίνιση του αν είναι μια γραφή αλφαβητική ή όχι. Εδώ, πριν δώσουμε έναν τέτοιο κατάλληλο ορισμό θα διευκρινίσουμε προηγουμένως τι σημαίνει αλφαβητική γραφή.

Oι συλλαβές είναι οι ελάχιστοι γλωσσικοί ήχοι που προφέρονται αυτόνομα δηλαδή ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο. Η μεγάλη ανακάλυψη η συνδεδεμένη απόλυτα με τη δημιουργία της αλφαβητικής γραφής είναι ότι οι ήχοι των συλλαβών είναι σύνθετοι και μπορεί να αναλυθούν σε ήχους πιο απλούς.
Με αυτή την ανάλυση κατανοήθηκε ότι

όλοι οι συλλαβικοί ήχοι σχηματίζονται με συνδυασμό λίγων απλών, στοιχειωδών γλωσσικών ήχων . Οι απλοί αυτοί ήχοι δεν προφέρονται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο αλλά συνεκφέρονται δύο ή περισσότεροι μαζί σχηματίζοντας τις συλλαβές και γι αυτό δεν γίνονται αντιληπτοί με την ακοή ως   ιδιαίτεροι   ήχοι.

Αυτό το «θαύμα» αξιοποίησαν οι άνθρωποι. Σε αυτούς τους απλούς, αδιαίρετους και μη αντιληπτούς ως ιδιαίτερους ήχους απέδωσαν σύμβολα, και με κατάλληλο συνδυασμό αυτών των συμβόλων απέδωσαν γραπτά με απλό τρόπο και με ακρίβεια τους ήχους όλων των συλλαβών και επομένως τους ήχους όλων των λέξεων σε οποιαδήποτε γραμματική μορφή μπορεί να εμφανισθούν, δηλαδή τους ήχους εκατοντάδων χιλιάδων λέξεων. Αυτό το θαύμα είναι η αλφαβητική γραφή.

Θα το πούμε λίγο αναλυτικότερα και λίγο αυστηρότερα. Θα προηγηθεί μια μικρή αναφορά στα είδη συστημάτων γραφής. Βασική πηγή για όσα σχετικά θα αναφερθούν είναι το άρθρο Writing της εγκυκλοπαίδειας Britannica (2007)



2. Προβαθμίδες της γραφής και είδη συστημάτων γραφής

Η αρχική σημασία της λέξης γράφω ήταν «ξύνω ελαφρά, χαράζω, σχεδιάζω». Παρόμοια έννοια είχαν οι αντίστοιχες λέξεις στα αγγλικά, στις σκανδιναβικές γλώσσες, στα γερμανικά. Στα Λατινικά η αντίστοιχη λέξη σήμαινε αρχικά ζωγραφίζω. Η ιστορία των λέξεων υποδηλώνει τους αρχικούς τρόπους γραφής και φανερώνει στενή σχέση της εικόνας με τη γραφή.

Για επικοινωνία χωρίς ταυτόχρονη παρουσία στον ίδιο τόπο των ανθρώπων που επικοινωνούσαν, χρησιμοποιήθηκαν αρχικά ζωγραφιές και ειδικά σύμβολα και σημεία που ανθρώπινο χέρι σχεδίαζε, ζωγράφιζε, χάραζε ή έξυνε πάνω σε ξύλο, σε δέρμα ή άλλα υλικά. Τα σύμβολα και τα σημεία έπρεπε να είναι κατανοητά όχι μόνο από εκείνον που τα έγραφε αλλά και από εκείνους που θα έπαιρναν το μήνυμα, γεγονός που προϋποθέτει ένα είδος «κοινής παιδείας» των ατόμων που επικοινωνούσαν με τα ίδια γραπτά σύμβολα. Στην αρχή αυτά τα σημεία καθόλου ή μικρή σχέση είχαν με τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Στην αρχή επίσης μόνο λίγων ειδών μηνύματα ήταν δυνατόν να μεταδοθούν.
Όπου η γραφή έχει διατηρήσει αυτά τα χαρακτηριστικά μιλάμε για προβαθμίδες γραφής. Μιλάμε για συστήματα γραφής όταν η γραφή που χρησιμοποιείται καλύπτει ή φιλοδοξεί να καλύπτει όλες τις ανάγκες που καλύπτει η προφορική επικοινωνία, δηλαδή όλες τις ανάγκες που εξυπηρετεί η χρήση μιας γλώσσας.

Τα συστήματα γραφής χαρακτηρίζονται από ένα σύνολο γραπτών συμβόλων που τα λέμε γράμματα ή χαρακτήρες και μια ορθογραφία που καθορίζει το πώς τα γράμματα αυτά χρησιμοποιούνται καθώς και τη σχέση τους με τη γλώσσα επικοινωνίας.

Η ορθογραφία, το πώς δηλαδή τα γράμματα χρησιμοποιούνται και το ποια είναι η σχέση τους με τη γλώσσα και όχι το ποια είναι τα γράμματα, είναι αυτό που καθορίζει τη λειτουργία ενός συστήματος γραφής.Τα ίδια γράμματα μπορεί να έχουν χρησιμοποιηθεί σε εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους συστήματα γραφής, ακόμη και σε προβαθμίδες γραφής.

Γενικά μιλώντας μπορούμε να πούμε ότι

Aν κάθε γράμμα, κάθε χαρακτήρας παριστάνει μια λέξη , το σύστημα γραφής ονομάζεται λογογραφικό ή σημασιογραφικό ή λεξιγραφικό.

Αν παριστάνει τον ήχο μιας συλλαβής, το σύστημα γραφής ονομάζεται συλλαβογραφικό ή συλλαβικό.

Αν παριστάνει μόνο το σύμφωνο μιας συλλαβής τότε το σύστημα γραφής ονομάζεται συμφωνογραφικό ή αφωνηεντικό συλλαβάριο (unvocalized syllabary)


Στα λεξιγραφικά συστήματα γραφής χρειαζόμαστε τόσα διαφορετικά μεταξύ τους γράμματα όσα και οι λέξεις. Τεράστιος αριθμός. Ο άνθρωπος όμως είναι πλασμένος για να μιλά και να ακούει. Είναι προετοιμασμένος για να αντιλαμβάνεται τη σύνταξη, τη δομή της γλώσσας και για να αποθηκεύει στη μνήμη του και να ανακαλεί αμέσως όποτε χρειαστεί εκατοντάδες χιλιάδες ήχους λέξεων. Το σύστημα αυτό έχει πλασθεί «κατ’ οικονομίαν». Δεν χωρά πολλά περισσότερα. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να αποθηκεύει στη μνήμη του και να ανακαλεί όποτε χρειαστεί τα σχήματα μεγάλου αριθμού γραμμάτων, να τα αναγνωρίζει αμέσως και να μη συγχέει το ένα με το άλλο. Το να γράφει και να διαβάζει ο άνθρωπος δεν ήταν στη φύση του. Είναι επινόηση των τελευταίων χιλιετιών, είναι τεχνολογία. Και η τεχνολογία των λεξιγραφικών συστημάτων δεν ήταν η κατάλληλη. Στα λεξιγραφικά συστήματα, η γραφή και η ανάγνωση είναι εξαιρετικά δύσκολες και η γενίκευση της χρήσης τους σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες είναι σχεδόν αδύνατη

Σε ό,τι αφορά τα συλλαβογραφικά συστήματα, ας θυμηθούμε ότι οι συλλαβές είναι οι ελάχιστοι γλωσσικοί ήχοι που προφέρονται αυτόνομα δηλαδή ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, και οι άνθρωποι από τη στιγμή που τους ανακάλυψαν τους θεωρούσαν επί αιώνες ως απλούς ήχους, δηλαδή ως ήχους που δεν αναλύονται σε πιο απλούς. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Είναι όμως αλήθεια ότι οι ήχοι των λέξεων αναλύονται σε συλλαβικούς ήχους.
Ο ήχος της λέξης μητέρα για παράδειγμα αναλύεται στους ήχους [μη], [τε], [ρα]. Κάθε ένας από αυτούς τους ήχους μπορεί μεν να προφερθεί μόνος του, μόνος του όμως δεν σημαίνει τίποτε. Όταν προφέρουμε διαδοχικά αυτούς τους ήχους ακούμε τον ήχο της λέξης μητέρα που σημαίνει κάτι  συγκεκριμένο.
Οι άνθρωποι στις συλλαβικές γραφές, τις συλλαβές, αυτούς τους χωρίς έννοια αλλά αυτόνομους γλωσσικούς ήχους παρέστησαν με γράμματα. Για κάθε συλλαβή έγραφαν ένα γράμμα και κατά την ανάγνωση για κάθε γράμμα διάβαζαν μια συλλαβή. Έτσι οι λέξεις αναλύονταν σε συλλαβές.

Οι συλλαβικές γραφές είναι καθαρά φωνητικές γραφές αφού τα γράμματα τους παριστάνουν ήχους που δεν σημαίνουν τίποτε. Η δημιουργία τους ήταν ένα σημαντικό βήμα στην ιστορία της γραφής και έκανε τη γραφή και την ανάγνωση λειτουργίες πολύ πιο απλές από ότι ήταν, όχι όμως αρκετά απλές.
Για μια πλήρη συλλαβική γραφή απαιτούνται γράμματα ίσα σε αριθμό με τον αριθμό των διαφορετικών συλλαβών που σχηματίζουν τους ήχους όλων των λέξεων μιας γλώσσας, δηλαδή μερικές εκατοντάδες γράμματα. Πολύ λιγότερα από τα γράμματα που χρειάζονται στα λεξιγραφικά συστήματα γραφής, απαγορευτικά πολλά όμως για να είναι η γραφή και η ανάγνωση τόσο απλή όσο χρειάζεται.

Για το λόγο αυτό επιδιώχθηκε εξ αρχής σε όλα τα συλλαβικά συστήματα γραφής να μειωθεί ο αριθμός των απαιτουμένων γραμμάτων (Αρχή της Οικονομίας).

Για να επιτευχθεί αυτό συμβόλιζαν με το ίδιο γράμμα πολλές διαφορετικές μεταξύ τους συλλαβές που ήταν κατά κάποιο τρόπο παρόμοιες. Για παράδειγμα σε κάποιο σύστημα οι συλλαβές ακ, αγ, αχ θα μπορούσε να συμβολίζονται με το ίδιο γράμμα.

Στα συμφωνογραφικά συστήματα γραφής μπορούμε να πούμε ότι από κάθε συλλαβή θα γράφαμε μόνο το σύμφωνο. Αν θέλαμε να γράψουμε τη συλλαβή κα αφ’ ενός συμφωνογραφικά αφ’ ετέρου με τα δικά μας γράμματα, θα γράφαμε μόνο το γράμμα κ. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα γράφαμε οποιαδήποτε από τις συλλαβές κα, κε , κι, κο, κου, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα αναγνώρισης της συλλαβής κατά την ανάγνωση.
Στα συμφωνογραφικά συστήματα περιορίζεται πολύ ο αριθμός των απαιτουμένων γραμμάτων, απλοποιείται η γραφή αλλά όπως έχουμε επισημάνει γίνεται πολύ δύσκολη η ανάγνωση.
Για παράδειγμα, αν προσπαθήσετε να διαβάσετε μια φράση γραμμένη συμφωνογραφικά (γράφονται μόνο τα σύμφωνα), ασφαλώς θα δυσκολευθείτε αρκετά. Η φράση που παραθέτω είναι φράση από καθημερινή εφημερίδα και έχει ως εξής.

Τ ΔΜΧ ΤΝ ΠΛΤΝ ΛΚΦΡΝ ΡΣΚΦΝ Μ Τ ΔΚΣ ΤΣ ΛΜΠΚΣ ΠΛΡΝΝ ΠΒΤΣ. Αναφέρω και τη φράση ΠΚΤΣ ΤΣ ΚΡΤΣ ΛΓΧ ΚΦΣΡΝ Σ Λ Τ ΧΡ Γ Λ Τ ΧΜΤ

Μπορούμε να περιγράψουμε τα συμφωνογραφικά συστήματα και με άλλο τρόπο. Χρησιμοποιώντας σημερινούς όρους,μπορούμε να πούμε ότι και στα συμφωνογραφικά συστήματα τα γράμματα παριστάνουν συλλαβές αλλά για να περιορισθεί ο αριθμός των απαιτουμένων γραμμάτων παριστάνονται με γράμματα μόνο οι συλλαβές που σχηματίζονται από ένα σύμφωνο ή από ένα σύμφωνο και ένα φωνήεν και ακόμη ότι οι συλλαβές αυτού του τύπου που διαφέρουν μόνο κατά το φωνήεν γράφονται με το ίδιο γράμμα. Έτσι οι συλλαβές κ, κα, κε , κι, κο, κου γράφονται με το ίδιο γράμμα αφού διαφέρουν μόνο κατά το φωνήεν.

Τα παραπάνω κάνουν φανερό ότι συλλαβικά συστήματα μπορεί να περιγραφούν ως συμφωνικά και ότι τα συμφωνικά συστήματα γραφής μπορεί να περιγραφούν ως συλλαβικά. Άλλωστε έχουν την ίδια δομή και λειτουργία. Για κάθε συλλαβή γράφουμε και στα μεν και στα δε ένα γράμμα και ακόμη και στα μεν και στα δε διαβάζουμε κατά την ανάγνωση με κάθε γράμμα μια συλλαβή αν και στα συμφωνογραφικά και τα ισοδύναμά τους, προσπαθούμε να μαντέψουμε το ποια συλλαβή θα αντιστοιχήσουμε σε κάθε γράμμα.

Τώρα αν εκείνοι που γράφουν, ξέρουν τους συλλαβικούς ήχους ως απλούς ήχους και δεν ξέρουν από ποιους πραγματικά απλούς ήχους αποτελούνται οι συλλαβές, τότε προφανώς με τα γράμματα συλλαβές γράφουν και επομένως το σύστημα γραφής τους συλλαβογραφικό είναι. Για να γράφουν πραγματικά τα σύμφωνα θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουν τα σύμφωνα ως μέρος του ήχου των συλλαβών.

Αν όμως ανακάλυπταν κάποια στιγμή στο μακρινό παρελθόν τα σύμφωνα ως μέρος του ήχου των συλλαβών τότε θα ανακάλυπταν και τα φωνήεντα ως μέρος του ήχου των συλλαβών και φυσικά θα χρησιμοποιούσαν λίγα ακόμη γράμματα ως σύμβολα των φωνηέντων και θα έγραφαν αλφαβητικά.

Αυτό αποδεικνύει ότι στην προαλφαβητική εποχή δεν υπήρξαν συμφωνογραφικά συστήματα γραφής και μας φέρνει στην αλφαβητική γραφή.


Η αλφαβητική γραφή

Αλφαβητική είναι η γραφή στην οποία οι συλλαβές γράφονται με γράμματα που συμβολίζουν τους απλούς στοιχειώδεις ήχους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται. Έτσι, στην αλφαβητική γραφή οι λέξεις αναλύονται σε συλλαβές και οι συλλαβές αναλύονται σε απλούς ήχους.

Για παράδειγμα έστω η λέξη μητέρα. Αποτελείται από τις συλλαβές μη, τε, ρα. Ο ήχος της συλλαβής μη δημιουργείται με τη συνεκφορά των ήχων [μ] και [η]. Πρώτα εκφέρεται ο [μ] και ακολουθεί χωρίς καθόλου διακοπή ο ήχος [η]. Οι ήχοι αυτοί είναι απλοί ήχοι. Αποτελούν τα άτομα των γλωσσικών ήχων. Δεν αναλύονται σε άλλους πιο απλούς και δεν εκφέρονται ο ένας ανεξάρτητα από τον άλλο. Συνεκφέρονται.
Ονομάζονται φθόγγοι (phonemes). Οι φθόγγοι ανάλογα με τον τρόπο εκφοράς τους διακρίνονται σε (φθόγγους) φωνήεντα και σε (φθόγγους) σύμφωνα.
Όταν εκφέρονται τα φωνήεντα ο αέρας εκπνέεται από το στόμα ελεύθερα, χωρίς να παρεμβάλλονται εμπόδια. Όταν εκφέρονται τα σύμφωνα η τοποθέτηση της γλώσσας ή των χειλιών δημιουργεί ένα εμπόδιο στην εκπνοή του αέρα.
Κάθε ομιλουμένη γλώσσα περιλαμβάνει είκοσι έως σαράντα φθόγγους.

Στην αλφαβητική γραφή τα σύμβολα γραφής, τα γράμματα δηλαδή, παριστάνουν αυτούς τους απλούς ήχους, τους φθόγγους. Όλους τους φθόγγους, και τα σύμφωνα και τα φωνήεντα. Στην αλφαβητική γραφή για κάθε φθόγγο υπάρχει γράμμα που τον παριστά και κάθε γράμμα παριστάνει ένα φθόγγο.

Για να γράψουμε μια συλλαβή, γράφουμε τα γράμματα που δείχνουν τους φθόγγους από τους οποίους η συλλαβή σχηματίζεται, και τα γράφουμε με τη σειρά με την οποία οι φθόγγοι που παριστάνουν εκφέρονται. Ακόμη, όταν διαβάζουμε ένα κείμενο γραμμένο αλφαβητικά δεν διαβάζουμε τα γράμματα ένα, ένα. Τα διαβάζουμε κατά ομάδες διαδοχικών γραμμάτων που κάθε μία τους καταγράφει έναν ακέραιο συλλαβικό ήχο που είναι μάλιστα μονοσήμαντα καθορισμένος. Έτσι στην αλφαβητική γραφή η αναγνώριση κάθε λέξης κατά την ανάγνωση, είναι άμεση αναμφίβολη και ακριβής1.

Είναι φανερό ότι η αλφαβητική γραφή είναι εντελώς διαφορετική από όλα τα προηγούμενα συστήματα γραφής.

Σημειώσεις

1. H λέξη συλλαβή από το συλλαμβάνω = συν (μαζί) + λαμβάνω, σημαίνει ομάδα ήχων που δεν εκφέρονται ανεξάρτητα ο καθένας από τους άλλους αλλά συνεκφέρονται και συναποτελούν έτσι έναν αυτοτελή ήχο. Σε γλώσσες που εξυπηρετούντο με συλλαβικά ή λεξιγραφικά συστήματα γραφής οι συλλαβές είτε εθεωρούντο απλοί ήχοι είτε δεν είχαν καταγραφεί ως ιδαίτεροι ήχοι, και γι αυτό σε καμμιά από αυτές τις γλώσσες δεν είχε δημιουργηθεί ούτε όρος ανάλογος με τον όρο συλλαβή ούτε όροι ανάλογοι με τους όρους σύμφωνα, φωνήεντα, φθόγγοι. Ακόμη πρέπει να παρατηρηθεί ότι θα ήταν αδύνατο ένας λαός να έχει αναλύσει τους ήχους των συλλαβών στους στοιχειώδεις, στους απλούς φωνηεντικούς και συμφωνικούς ήχους δηλαδή στους φθόγγους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται, και να μην έχει δημιουργήσει λέξεις που να σημαίνουν τα σύμφωνα, τα φωνήεντα, τους φθόγγους, τις συλλαβές.

3. Το αλφάβητο

Το αλφάβητο νοείται ως αλφάβητο των γλωσσικών ήχων. Είναι ένας πίνακας όλων των απλών, των στοιχειωδών γλωσσικών ήχων, δηλαδή όλων των φθόγγων. Το αλφάβητο επομένως περιλαμβάνει και τους φθόγγους-φωνήεντα και τους φθόγγους-σύμφωνα.
Οι φθόγγοι στον πίνακα παριστάνονται με γράμματα. Τα γράμματα τα λέμε και ψηφία ή χαρακτήρες. Με τους ίδιους όρους, γράμματα – ψηφία – χαρακτήρες, ονομάζονται σήμερα τα σύμβολα γραφής σε όλα τα είδη συστημάτων γραφής 1.
Σε μια γλώσσα με 20 σύμφωνα και 7 φωνήεντα απαιτούνται 27 γράμματα για τη δημιουργία αλφαβητικής γραφής. Για τη δημιουργία πλήρους συλλαβικής γραφής θα απαιτούντο 20Χ7=140 γράμματα για τις συλλαβές του τύπου (σύμφωνο-φωνήεν) και πολύ περισσότερα γράμματα για τις συλλαβές άλλου τύπου. Σε ένα λογοσυλλαβικό σύστημα θα χρειάζονταν γράμματα για όλες τις συλλαβές και επιπλέον γράμματα για όλες τις λέξεις που θα γράφονταν με ιδιαίτερο γράμμα.

Η ανακάλυψη του αλφαβήτου είναι η ανακάλυψη των φθόγγων, δηλαδή η ανακάλυψη του ότι οι ήχοι των συλλαβών είναι σύνθετοι και η ανάλυσή τους στους απλούς, στους στοιχειώδεις ήχους από τους οποίους αποτελούνται. Το αλφάβητο περιλαμβάνει εξαιρετικά λίγα γράμματα που παριστάνουν αυτούς τους απλούς ήχους τους φθόγγους. Με αυτά τα γράμματα αποδίδονται με εξαιρετικά απλό και άμεσο τρόπο και με απόλυτη ακρίβεια όλοι οι συλλαβικοί και επομένως όλοι οι γλωσσικοί ήχοι.
Το αλφάβητο ανακαλύφθηκε μια φορά πιθανώς λίγο πριν το 800 π.Χ., ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες και η ανακάλυψή του αποτέλεσε γεγονός μείζονος σημασίας στην ιστορία του πολιτισμού.

Στην εγκυκλοπαίδεια Britannica, στο άρθρο Writing αναφέρεται ότι:
"Το τελικό στάδιο της εξέλιξης των συστημάτων γραφής είναι η ανακάλυψη της αλφαβητικής αρχής, η ανάλυση δηλαδή του ήχου των συλλαβών στους συστατικούς τους συμφωνικούς και φωνηεντικούς ήχους". ...
"Η ανακάλυψη του αλφαβήτου αποτελεί μείζον επίτευγμα του δυτικού πολιτισμού. Είναι επίσης μοναδικό. Ανακαλύφθηκε μια φορά και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από πολλούς λαούς με τις πιο αποκλίνουσες  κουλτούρες και γλώσσες". ...
«Ιστορικές εκτιμήσεις της εξέλιξης των συστημάτων γραφής έχουν έως πρόσφατα εστιασθεί σε ένα μόνο ζήτημα, αυξανόμενη αποδοτικότητα, με την ελληνική ανακάλυψη του αλφαβήτου να εκτιμάται ως η κατάληξη μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης».
Εξ άλλου ο Barry Powell έχει γράψει ότι "από ιστορική άποψη αλφάβητο και ελληνικό αλφάβητο είναι ένα και το αυτό", ο καθηγητής Μ. Ανδρόνικος έχει χαρακτηρίσει το αλφάβητο ως «την πιο σημαντική και ιστορικά αναλλοίωτη προσφορά των Ελλήνων στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό» και ο Roger Woodard έχει δείξει στο βιβλίο του Greek Writing from Knossos to Homer 1997, ότι ο άνθρωπος που ανακάλυψε το αλφάβητο των γλωσσικών ήχων και επινόησε την αλφαβητική γραφή, ήταν γνώστης και χειριστής της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής (κυπριακό συλλαβάριο), και επίσης γνώστης της φοινικικής γραφής. 


Η πορεία προς το αλφάβητο


Η ανάκαλυψη του αλφαβήτου είναι κυρίως αποτέλεσμα της εξέλιξης των ελληνικών συστημάτων γραφής αλλά πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι πρώτες ελληνικές γραφές προήλθαν από τις μινωικές.

Το πρώτο σύστημα γραφής που ανέπτυξαν οι Έλληνες για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας είναι η γραφή γραμμική Β.
Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή είναι το δεύτερο. Αναπτύχθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες της Κύπρου2. Και οι δύο προέρχονται άμεσα η πρώτη και έμμεσα η δεύτερη από τη μινωική γραμμική Α.
Οι Έλληνες στη γραμμική Β όπως και οι Μινωίτες στη γραμμική Α και ίσως και στα κρητικά ιερογλυφικά, είχαν χρησιμοποιήσει εξ αρχής γράμματα για να παραστήσουν φωνήεντα ως συλλαβικούς φωνηεντικούς ήχους. Αυτό συνεχίστηκε και στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή και δημιουργούσε κατά τον Roger Woodard μια πρώτη γέφυρα με το αλφάβητο.

Οι Έλληνες έδιναν πάντοτε βαρύτητα στην κατά το δυνατόν ακριβέστερη γραπτή απόδοση των γλωσσικών ήχων και στο θέμα αυτό και όχι μόνο, οι γραφές τους εξελλίσονταν.
Στη γραμμική Β χρησιμοποιούσαν ειδική ορθογραφία για να να γράφουν και να διαβάζουν με ακρίβεια συμπλέγματα συμφώνων μέσα στη λέξη και αυτό ενίσχυε τις γέφυρες που θα ήταν δυνατόν να οδηγήσουν στο αλφάβητο. Δεν το κατάφερναν αυτό όταν τα συμπλέγματα συμφώνων εμφανίζονταν στην αρχή της λέξης3. Δεν είχαν καταφέρει επίσης να αποδώσουν με ακρίβεια τα τελικά σύμφωνα.

Στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή είχαν καταφέρει να γράφουν και να διαβάζουν με ακρίβεια αφ' ενός τελικά σύμφωνα, αφ’ ετέρου συλλαβές που περιελάμβαναν περισσότερα του ενός σύμφωνα σε οποιαδήποτε σειρά στη συλλαβή, είτε η συλλαβή βρισκόταν στην αρχή της λέξης είτε βρισκόταν σε οποιαδήποτε άλλη θέση της λέξης. Αυτό, γράφει ο Roger Woodard, δημιουργούσε μια ακόμη γέφυρα προς το αλφάβητο.
Και είναι φανερό ότι το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη χρήση γραμμάτων για τα φωνήεντα, έστω και μόνον όταν τα φωνήεντα αποτελούσαν μόνα τους ακέραιο συλλαβικό ήχο, εξασφάλιζε στους χρήστες της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής, ατελή έστω γνώση και των φωνηέντων και των συμφώνων ως ιδιαιτέρων ήχων και διευκόλυνε σημαντικά την ανακάλυψη του ότι οι συλλαβικοί ήχοι είναι σύνθετοι ήχοι και την ανάλυσή τους στους απλούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται.

Αυτό καθιστά την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή τον άμεσο πρόδρομο του αλφαβήτου. Η γνώση από μέρους του επινοητή και της φοινικικής γραφής έπαιξε συμπληρωματικό ρόλο.

Το αποτέλεσμα της ανάλυσης των συλλαβικών ήχων σε απλούς ήχους ήταν η ανακάλυψη του αλφαβήτου των γλωσσικών ήχων και η επινόηση της αλφαβητικής γραφής. Το αλφάβητο περιλαμβάνει εξαιρετικά λίγα γράμματα με τα οποία αποδίδονται με εξαιρετικά απλό τρόπο και με απόλυτη ακρίβεια όλοι οι γλωσσικοί ήχοι.
Το αλφάβητο αποτέλεσε το τρίτο κατά χρονολογική σειρά σύστημα γραφής που ανέπτυξαν οι Έλληνες για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας και δημιούργησε ένα νέο είδος συστημάτων γραφής..
Η ανακάλυψή του είναι ένα σημείο ασυνέχειας, δηλαδή ένα αιφνίδιο και μεγάλο στιγμιαίο άλμα στην εξέλιξη της γραφής. Με το άλμα αυτό που πραγματοποιήθηκε πριν σχεδόν τρείς χιλιάδες χρόνια, τερματίστηκε ουσιαστικά η εξέλιξη των συστημάτων γραφής.


Σημειώσεις

1. Οι αρχαίοι Έλληνες τα γράμματα τα έλεγαν και στοιχεία. Η λέξη ψηφία μπορεί να θεωρηθεί ως συνώνυμη με τη λέξη στοιχεία. Είναι σαφές ότι ο Αριστοτέλης είχε χρησιμοποιήσει τους όρους γράμματα και στοιχεία και με την έννοια των απλών των στοιχειωδών ήχων, ενώ αντιθέτως ο Ηρόδοτος χρησιμοποιούσε τη λέξη γράμματα μόνο με την έννοια των γραπτών συμβόλων. Οι όροι συλλαβές, στοιχεία, γράμματα (από το γράφω = χαράσσω, γρατζουνίζω, σχεδιάζω), φωνήεντα και σύμφωνα, δημιουργήθηκαν στην ελληνική γλώσσα μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου. Σε καμμιά άλλη γλώσσα δεν είχε δημιουργηθεί αντίστοιχο σύνολο όρων, γιατί οι συλλαβές δεν είχαν αναγνωρισθεί ως συνθετοι ήχοι και τα φωνήεντα και τα σύμφωνα, οι ήχοι από τους οποίους αποτελούνται οι συλλαβές δηλαδή, ήταν άγνωστα και για αυτό οι όροι στοιχεία και ψηφία δεν θα μπορούσε να είχαν στις γλώσσες αυτές καμμιά έννοια. Στο παρόν κείμενο ο όρος γράμματα χρησιμοποιείται με την έννοια σύμβολα γραφής.

2. Η γραμμική Β προήλθε από τη μινωική γραμμική Α και αποτελεί προσαρμογή της γραμμικής Α για την εξυπηρέτηση αναγκών της γραπτής απόδοσης της ελληνικής γλώσσας. Δεν είναι γνωστό το ποιες ακριβώς μεταβολές της ορθογραφίας εισήγαγε η γραμμική Β. Θεωρείται όμως βέβαιο ότι γράμματα για φωνήεντα συλλαβές υπήρχαν και στην γραμμική Α. Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή προήλθε από την κυπρομινωϊκή Ι που είχε προέλθει από τη γραμμική Α. Διατήρησε γνωρίσματα της γραμμικής Β και εισήγαγε τις βελτιώσεις που αναφέρθηκαν εδώ. Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή χρησιμοποιήθηκε εξ αρχής για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας.

3. Το γεγονός αυτό συνδέεται με την επιβεβαίωση της ορθότητας της αποκρυπτογράφησης από τον Βρεταννό αρχιτέκτονα και αρχαιοδίφη Michael Ventris της γραμμικής Β. O Ventris είχε μελετήσει τις πινακίδες με επιγραφές της γραμμικής Β που είχαν ανακαλυφθεί στην Κρήτη, είχε καταλήξει στα συμπεράσματά του και είχε κάνει (το 1952) σχετικές ανακοινώσεις. Η γραμμική Β είναι συλλαβική γραφή, με την οποία γραφόταν η ελληνική γλώσσα είχε ανακοινώσει, και είχε δώσει την αντιστοιχία των γραμμάτων της με τους συλλαβικούς ήχους της (μυκηναϊκής) ελληνικής γλώσσας. Οι ανακοινώσεις του είχαν όμως αντιμετωπισθεί με επιφυλακτικότητα. Την ίδια εποχή ο Αμερικανός αρχαιολόγος Belgen αποφάσισε να διαβάσει πινακίδες με επιγραφές γραμμικής Β που είχαν ανακαλυφθεί στην Πύλο εφαρμόζοντας τον κώδικα ανάγνωσης που είχε υποδείξει ο Ventris. Σε μια πινακίδα υπήρχε στην αρχή της επιγραφής η εικόνα ενός τρίποδα και στη συνέχεια υπήρχαν τα γράμματα μιας λέξης που κατά τον
κώδικα ανάγνωσης τουVentris διαβαζόταν tiripode δηλαδή τρίποδες. Επειδή στη γραμμική Β δεν είχαν μέθοδο να αποδώσουν ούτε συμπλέγματα συμφώνων στην αρχή της λέξης ούτε τελικά σύμφωνα, ο αναγνώστης δεν μπορούσε να ξέρει αν πρέπει να διαβάσει τρίποδες ή τιρίποδες και ο γραφέας για να διευκρινίσει τι ακριβώς έγραφε είχε ζωγραφίσει πριν τη λέξη έναν τρίποδα. Αυτά όλα επιβεβαίωναν όμως την ορθότητα της ανάγνωσης του Ventris και επομένως ότι με τη γραμμική Β γραφόταν η ελληνική γλώσσα. Ο Belgen το έγραψε στον Ventris. Η επιστολή του τελείωνε με το ρητορικό ερώτημα "άραγε αυτό", δηλαδή το ότι υπαρχει η εικόνα ενός τρίποδα εκεί που διαβάζω tiripode, "είναι τυχαίο;" O Ventris έδωσε στη δημοσιότητα την επιστολή του Belgen και όλοι πείσθηκαν ότι σωστά τα είχε διαβάσει ο Ventris. Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β είχε επιτευχθεί και οι Μυκηναίοι είχαν αποδειχθεί Έλληνες. Η ελληνική ιστορία αποδεικνυόταν αρκετούς αιώνες αρχαιότερη από όσο πίστευαν.



4. Η αλφαβητική γραφή και η σημασία της  

Ο David Diringer αναφέρει στο άρθρο του Αλφάβητα στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, ότι το ουσιαστικό δεν είναι το ποια ακριβώς γράμματα θα χρησιμοποιηθούν σε μια αλφαβητική γραφή. Το ουσιαστικό είναι η κατανόηση της βασικής αλφαβητικής αρχής, ότι δηλαδή στην αλφαβητική γραφή κάθε γράμμα παριστάνει έναν φθόγγο, και κάθε φθόγγος παριστάνεται από ένα τουλάχιστον γράμμα. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση οι ήχοι των συλλαβών και επομένως οι γλωσσικοί ήχοι δεν μπορεί να αποδοθούν γραπτά με πληρότητα και ακρίβεια.
Για τα γράμματα εκτός από το να καλύπτουν όλους τους φθόγγους, το μόνο που απαιτείται είναι να γράφονται εύκολα, να είναι ευκρινή, να μην μπορεί να εκληφθεί ένα γράμμα ως άλλο και να δίνουν όμορφη εικόνα στα γραπτά κείμενα. Η τελευταία απαίτηση πρέπει να ικανοποιείται μόνο στο βαθμό που το επιτρέπουν οι άλλες.

Ο  άνθρωπος που ανακάλυψε το αλφάβητο των γλωσσικών ήχων της γλώσσας του και επινόησε την αλφαβητική γραφή ήταν χρήστης της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής. Αναλύοντας τους συλλαβικούς ήχους που απέδιδε  με κυπριακά συλλαβικά γράμματα στους απλούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται ανακάλυψε νέους ήχους και χρειάστηκε νέα γράμματα για να τους καταγράψει. Ακαλύοντας για παράδειγμα τον συλλαβικό ήχο [κο] (το γράμμα που τον παρίστανε έμοιζε με το Λ ), ανακάλυψε τους απλούς ήχους [κ] και  [ο] και χρειάστηκε νέα γράμματα για να τους γράψει. Ως γράμματα για την γραπτή παράσταση των απλών ήχων, των φθόγγων που ανακάλυψε, ο επινοητής της αλφαβητικής γραφής χρησιμοποίησε κυρίως  γράμματα της φοινικικής γραφής συμπληρώνοντάς τα και αλλάζοντάς τους τη χρήση αλλά και τη μορφή, το τελευταίο λόγω συνηθειών που είχε αποκτήσει από τη χρήση της ελληνικής κυπριακής γραφής. Βαθμιαία οι Έλληνες άλλαξαν περαιτέρω τον τρόπο γραφής των γραμμάτων.
Σχετικά με αυτά τα θέματα αναφέρω ότι,  τα χαρακτηριστικά ορισμένων γραμμάτων και αυτή καθεαυτή η επιλογή κάποιων άλλων γραμμάτων και κυρίως η χρησιμοποίηση ενός μόνο γράμματος για την παράσταση του όχι απλού ήχου [κσ], εξηγούνται μόνο με την αναγνώριση του ότι ο επινοητής ήταν εξοικειωμένος με τη χρήση της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής.
 Επιπλέον, στη Φοινικική γραφή τα γράμματα έχουν χαρακτήρα μικρών γραμμάτων, είναι μακρόστενα και δίνουν στα κείμενα εντελώς διαφορετική είκόνα από εκείνη που έχουν τα αρχαιοελληνικά αλφαβητικά κείμενα που γράφονταν πάντοτε με κεφαλαία γράμματα. Με κεφαλαία γράμματα γραφόταν και η γραμμική Α,  και η γραμμική Β, και η ελληνική κυπριακή γραφή.

Η φοινικική γραφή έχει αναφερθεί όπως και η Αιγυπτιακή, ως αλφαβητική αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια και απορρίπτεται σήμερα από το σύνολο των ειδικών. Άλλωστε με κάθε γράμμα της γράφεται και διαβάζεται μια συλλαβή όπως ακριβώς συμβαίνει μόνο στα συλλαβικού τύπου συστήματα γραφής, τόσο στα συμφωνογραφικά, όσο και στα καθαυτό συλλαβικά. Χαρακτηρίζεται  σήμερα από αρκετούς ως συμφωνογραφική, και από τους υπόλοιπους ως συλλαβική, είναι όμως όπως θα δείξουμε σε επόμενη ανάρτηση, γραφή συλλαβική. Οι χρήστες της δεν ήξεραν ούτε τα σύμφωνα ούτε τα φωνήεντα. Ήξεραν μόνο ακέραιους συλλαβικούς ήχους.

Τα φοινικικά γράμματα φαίνεται να ανάγονται στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά και στα γράμματα της μινωικής γραμμικής Α. Τα μινωικά γράμματα είναι παρόμοια ή και όμοια κάποια από αυτά, με γραπτά σύμβολα προβαθμίδων γραφής που εμφανίσθηκαν στην κοιλάδα του Δούναβη, στον ευρύτερο βαλκανικό και στον ελλαδικό χώρο, την πέμπτη, την τέταρτη και την τρίτη χιλιετία π.Χ. Μερικά από αυτά τα σύμβολα των προβαθμίδων γραφής είναι εντελώς όμοια με γράμματα των σημερινών αλφαβήτων.

Έχουμε ήδη πει ότι η αλφαβητική γραφή αποτελεί σύστημα γραφής τελείως διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο και φυσικά είναι εντελώς διαφορετική και από το κυπριακό συλλαβάριο και από τη φοινικική γραφή.
Αν γράφαμε με το φοινικικό τρόπο, η λέξη ΑΜΥΝΑ θα γραφόταν ΜΝ και ακριβώς το ίδιο, ΜΝ δηλαδή, θα γράφονταν και οι λέξεις ΜΗΝΥΩ, ΜΕΝΩ, ΜΟΝΗ, ΜΝΕΙΑ, ΜΟΝΟ, ΑΜΟΝΙ, ΜΑΝΑ, ΕΜΕΙΝΑ, ΑΜΝΟΙ, ΜΑΝΙΑ, ΟΜΝΥΩ, ΟΜΟΝΟΙΑ καθώς και άλλες που περιλαμβάνουν μόνο δύο σύμφωνα, ένα Μ και ένα Ν με πρώτο το Μ. Αυτό καθιστά την ανάγνωση της φοινικικής γραφής δύσκολη και αμφίβολη. Πέρα από αυτό, ολες αυτές οι λέξεις που αναφέραμε για παράδειγμα, αν και ακούγονται εντελώς διαφορετικά η μία από την άλλη γράφονται ακριβώς ίδιες και αυτό αφ' ενός δείχνει ότι αυτού του είδους η γραφή δεν είναι καθαρά φωνητική γραφή, αφ ετέρου καθιστά αδύνατο το να καταταχθούν σε μια σειρά λεξικογραφικά οι διαφορετικές λέξεις που γράφονται με τα ίδια γράμματα. Με τη φοινικική γραφή η σύνταξη γλωσσικών αλφαβητικών λεξικών είναι αδύνατη.
Οι Έλληνες γνώριζαν επί μακρόν τη φοινικική γραφή και δε δοκίμασαν ποτέ να την υιοθετήσουν. Αν οι Έλληνες είχαν υιοθετήσει τη φοινικική γραφή, τότε η γραφή τους δεν θα είχε χαρακτηρισθεί αλφαβητική και η ιστορία τους, η ιστορία του πολιτισμού και η ιστορία του κόσμου θα ήταν εντελώς διαφορετικές από ότι είναι. Το αλφάβητο, γράφει ο Barry Powell, μας έκανε ότι είμαστε.

Η απόδοση των γλωσσικών ήχων με τον αλφαβητικό τρόπο γραφής είναι πλήρης και ακριβής και η γραφή ηχοποιείται αυτόματα από εκείνον που έχει μάθει να αναγνωρίζει τα σύμβολα των φθόγγων. Ηχοποιείται αυτόματα ακόμη και αν η λέξη που διαβάζει του είναι εντελώς άγνωστη.Αυτό ήταν και το σημαντικό και το ζητούμενο. Με τον αλφαβητικό τρόπο γραφής η γραφή και η ανάγνωση έγιναν διαδικασίες απλές και φυσικές, γεγονός που είχε μεγάλες επιπτώσεις και στη γενίκευση της χρήσης της γραφής και στην εξέλιξη του πολιτισμού. Η αλφαβητική γραφή αποτέλεσε προϋπόθεση για τη δημιουργία κοινωνιών σε σημαντικό βαθμό εγγράματες και αυτό ήταν αναγκαίο και για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος της άμεσης δημοκρατίας και για την ανάπτυξη επιστημών και για την ανάπτυξη των λογοτεχνικών ειδών.

Τα πλεονεκτήματα της αλφαβητικής γραφής οφείλονται:

Στον μικρό αριθμό γραμμάτων που απαιτεί, στην ακρίβειά της και την απλότητά της.
Η αλφαβητική γραφή εξασφαλίζει σαφήνεια, ακρίβεια και εύκολη πρόσβαση στα γραπτά κείμενα αφού κάθε λέξη διαβάζεται άμεσα, εύκολα και μονοσήμαντα. Η γραφή και η ανάγνωση γίνονται με την αλφαβητική γραφή διαδικασίες τόσο απλές και φυσικές όσο και η συνομιλία γεγονός που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να μπορούν όλοι να μάθουν γραφή και ανάγνωση από παιδιά, για να χρησιμοποιείται η γραφή και η ανάγνωση σε κάθε είδους δραστηριότητες, για να εμφανισθεί το βιβλίο και να δημιουργηθούν μικρές αλλά και απίστευτα μεγάλες βιβλιοθήκες. Η αλφαβητική γραφή έδωσε τη δυνατότητα καταγραφής και διάδοσης  σκέψεων ιδεών και πληροφοριών κάθε είδους, τη δυνατότητα παροχής συστηματικής σχολικής εκπαίδευσης, τη δυνατότητα δημιουργίας εγγράμματων κοινωνιών και τη δυνατότητα διαφύλαξης και εξέλιξης της γνώσης.

Στην πληρότητά της.
Η αλφαβητική γραφή παρέχει δυνατότητα εύκολης και τέλειας γραπτής απόδοσης και άμεσης ανάγνωσης οποιασδήποτε λέξης και λεκτικού τύπου γνωστού ή άγνωστου, οποιασδήποτε φράσης. Διευκόλυνε έτσι τη δημιουργία νέων λέξεων και την εξειδίκευση όρων και εννοιών καθώς και την κοινολόγησή τους αφού όλοι με τη αλφαβητική γραφή μπορούν να διαβάζουν κείμενα που εισάγουν νέες λέξεις, νέους όρους, νέες έννοιες. Διευκόλυνε επίσης τη δημιουργία νέων τρόπων έκφρασης και σύνταξης που κατέστησαν δυνατή την παρακολούθηση και την απόδοση με ακρίβεια της πορείας της σκέψης σε όλες τις διαδρομές της γεγονός που διαμόρφωσε νέους όρους εξέλιξης της γνώσης των ιδεών και των αντιλήψεων.

Στον υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητάς της.
Η αλφαβητική γραφή προσαρμόζεται εύκολα σε όλες τις γλώσσες και έτσι το αλφάβητο υιοθετήθηκε από πλήθος λαούς με εντελώς διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες γεγονός που μαζί μετην επέκταση της χρήσης της γραφής σε όλες τις δραστηριότητες, έδωσε στην γραφή οικουμενική διάσταση.

Η λέξη αλφάβητο δημιουργήθηκε από το όνομα των δύο πρώτων γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου. Κατά το λεξικό Webster από την ελληνική λέξη αλφάβητος (η), δημιουργήθηκε η λατινική λέξη alphabetum που πέρασε στη γραπτή αγγλική γλώσσα ως alphabet το 1513.



Β. Οι γραφές οι πρόδρομες της αλφαβητικής




Οι πρώτες γραφές και η πορεία προς την αλφαβητική γραφή



Γραπτά σύμβολα εχρησιμοποιούντο για λατρευτικούς ή τελετουργικούς σκοπούς από πολύ παλιά. Στη Γαλλία στο σπήλαιο Mas d' Azil έχουν βρεθεί σε βότσαλα τέτοια σύμβολα που χρονολογούνται ως ηλικίας μεγαλύτερης των 10000 ετών και λίγα από αυτά μοιάζουν με γράμματα σημερινών γραφών.




Βότσαλα με γραπτά, ίσως λατρευτικά ή τελετουργικά σύμβολα, από το σπήλαιο Mas d' Azil στη Γαλλία χρονολογημένα ως ηλικίας 10 με 11 χιλάδων ετών. (Παντελή Καρύκα: Ελληνική Γραφή. Από το περιοδικό Ελλήνων Ιστορία.)

Αλλά και γραπτά σύμβολα που φαίνεται να είναι πιθανό να είχαν χρησιμοποιηθεί για μετάδοση μηνύματος βρέθηκαν σε άλλες περιοχές, σε αρχαιολογικά ευρήματα που χρονολογούνται από την πέμπτη και την έκτη χιλιετία π.Χ.. Φυσικά δεν πρόκειται για γράμματα κάποιων σχετικά ολοκληρωμένων συστημάτων γραφής, αλλά το πολύ για γράμματα προβαθμίδων γραφής. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι τα σχήματα κάποιων γραμμάτων ακόμη και αλφαβητικών συστημάτων γραφής τα πρωτοσυναντάμε ανάμεσα στα γραπτά σύμβολα αυτών των πολύ μακρινών εποχών. Για το θέμα αυτό θα επανέλθουμε. Το θέμα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το πότε και ποια είδη συστημάτων γραφής αναπτύχθηκαν και το πώς φθάσαμε στην αλφαβητική γραφή.

Πολύ παλαιά ευρήματα δειγμάτων προβαθμίδων γραφής προέρχονται από τον ευρωπαϊκό χώρο. Μερικά αξιοσημείωτα ευρήματα προέρχονται ειδικότερα από τον βαλκανικό και από τον σημερινό ελληνικό χώρο. Έχει ήδη αναφερθεί ότι αρκετά γράμματα της γραμμικής Α και των απογόνων της, αλλά και αρκετά γράμματα της φοινικικής γραφής και του αλφαβήτου προέρχονται από σύμβολα προβαθμίδων γραφής του ευρωπαϊκού χώρου και από προγενέστερα σύμβολα (λατρευτικά, τελετουργικά, μαγικά ή δηλωτικά προσώπου).

Οι ευρωπαϊκές προβαθμίδες γραφής δεν εξελίχθηκαν όμως ποτέ σε συστήματα γραφής που θα ήταν δυνατόν να εξυπηρετήσουν τη γραπτή απόδοση μιας γλώσσας. Τα δείγματα κάθε προβαθμίδας γραφής του ευρωπαϊκού χώρου είναι πολύ λίγα και ο αριθμός των συμβόλων που εμφανίζονται είναι πολύ μικρός. Όμως τα πρώτα συστήματα γραφής ήταν λεξιγραφικά και κάθε γράμμα τους παρίστανε μια λέξη. Χρειάζονταν επομένως τόσα διαφορετικά μεταξύ τους γράμματα, όσες ήταν και οι διαφορετικές μεταξύ τους λέξεις που θα έγραφαν. Για το λόγο αυτόν δεν μπορούμε να σκεφτούμε ούτε καν προβαθμίδες γραφής στις περιπτώσεις που εμφανίζεται πολύ μικρός αριθμός συμβόλων. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να υποθέσουμε ότι πρόκειται για λατρευτικά, τελετουργικά  και παρόμοια σύμβολα.

Οι προβαθμίδες γραφής μετατράπηκαν σε συστήματα γραφής «επαρκή» για την γραπτή απόδοση μιας γλώσσας μόνον όταν αναπτύχθηκαν πόλεις και μόνο σε πόλεις. Αυτό έγινε για πρώτη φορά στο σημερινό Ιράκ, στις πόλεις της κοιλάδας του Τίγρη και του Ευφράτη από τους Σουμέριους (δραβιδικό φύλλο), πριν το 3100 π.Χ. (περί το 3400), και λίγο αργότερα στις πόλεις της κοιλάδας του Ινδού ποταμού από τον επίσης δραβιδικό πληθυσμό αυτών των πόλεων, όπου όμως το σύστημα γραφής δεν φαίνεται να ολοκλήρωσε την ανάπτυξή του. Οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν σύστημα γραφής γύρω στο 3100 π.Χ. αλλά υπό σουμεριακή επίδραση.


Οι πόλεις της κοιλάδας του Ινδού είχαν να επιδείξουν πολυόροφα κτήρια, σχεδιασμένη ρυμοτομία, φαρδείς δρόμους, μεγάλα οικοδομικά ορθογώνια συγκροτήματα, αποχετευτικό σύστημα και υπερυψωμένες ακροπόλεις που παρείχαν προστασία κατά τις πλημμύρες του ποταμού. Είχαν έκταση 15 – 18 τετρ. χιλιόμετρα, πληθυσμό 20000 – 50000 κατοίκους και άφθονο πλούτο. Το σύστημα γραφής που ανέπτυξαν είχε περί τα 250 σύμβολα, δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και δεν επηρέασε άλλες γραφές. Οι πόλεις της κοιλάδας επί δέκα περίπου αιώνες δεν εξελίχθηκαν. Η στασιμότητα, η εσωτερική φθορά και η εισβολή ινδοευρωπαϊκών φύλων, επέφεραν το θάνατο του πολιτισμού τους και μεγάλη υποβάθμιση των συνθηκών ζωής. Οι νέοι κυρίαρχοι προτιμούσαν να ζουν σε χωριά ενώ τα δραβιδικά φύλλα μετακινήθηκαν στη νότια Ινδία. Περί το 300 π.Χ., υιοθέτησαν στην Ινδία γραφή προερχόμενη από τη γραφή της Περσικής αυτοκρατορίας που χρησιμοποιούσε τότε την αραμαϊκή γραφή.


Οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων είχαν να επιδείξουν μεγαλοπρεπείς ναούς, αποστράγγιση εδαφών, εντυπωσιακές αρδευτικές εγκαταστάσεις, μεταλλουργία, δίτροχα άρματα, λογιστικό και αριθμητικό σύστημα (εξηκονταδικό), συστήματα μέτρων και σταθμών. Οι μονάδες για τη μέτρηση γωνιών και για τη μέτρηση του χρόνου, προέρχονται από τους Σουμέριους. Το μέγιστο όμως επίτευγμά τους ήταν η δημιουργία για πρώτη φορά στην ιστορία, συστήματος γραφής επαρκούς για τη γραφή μιας γλώσσας. Στο σύστημα γραφής των Σουμερίων εμφανίζονται τελικά περί τα 1200 σύμβολα. Οι Σουμέριοι κατέγραψαν χίλια χρόνια πριν τον Όμηρο και τη λογοτεχνία τους που περιλαμβάνει μύθους, ύμνους, θρήνους και αφηγήσεις για τα σύγχρονά τους γεγονότα. Περιστατικά της Παλαιάς Διαθήκης και το βαβυλωνιακό έπος του Γιλγαμές, μοιάζουν με αντίστοιχους σουμεριακούς μύθους και αφηγήσεις. Το σημασιογραφικό σύστημα γραφής των Σουμερίων εξελίχθηκε σχετικά γρήγορα σε φωνητικό λεξισυλλαβικό σύστημα γραφής. Χρησιμοποιήθηκε και από λαούς που μιλούσαν ακκαδικές γλώσσες και από αυτό προήλθαν τα συλλαβικά συστήματα γραφής των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων (σφηνοειδείς συλλαβικές γραφές).

(Οι πληροφορίες για τους Σουμέριους και τις πόλεις της κοιλάδας του Ινδού, προέρχονται κυρίως από τη Britannica).


Για τους Σουμέριους όπως είπαμε ήδη, αναγνωρίζεται ότι ήταν οι πρώτοι που ανέπτυξαν ολοκληρωμένο σύστημα γραφής για τη γραπτή απόδοση μιας γλώσσας. Το σύστημα αυτό δημιουργήθηκε περί το 3400 π.Χ. και ήταν λογογραφικό (σημασιογραφικό). Τα σύμβολα γραφής, τα γράμματα δηλαδή, παρίσταναν τις λέξεις ως έννοιες και όχι ως γλωσσικούς ήχους. Οι Σουμέριοι ήταν επίσης οι πρώτοι που πέρασαν από λογογραφικό σύστημα γραφής σε λογοσυλλαβικό παριστάνοντας για πρώτη φορά με κάποια από τα γράμματα γλωσσικούς ήχους και όχι λεκτικές έννοιες.
Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα γράμματα, που στη λογογραφική γραφή παρίσταναν έννοιες οι οποίες αποδίδονταν στον προφορικό λόγο με μονοσύλλαβες λέξεις, χρησιμοποιήθηκαν για να παριστάνουν τους ήχους αυτών των λέξεων ως ήχους συλλαβών πολυσύλλαβων λέξεων. Τα λογοσυλλαβικά συστήματα γραφής που δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο δεν είχαν άμεση επίδραση στη δημιουργία του αλφαβήτου. Οι λογοσυλλαβικές γραφές εξελίχθηκαν σε (οικονομικές) συλλαβικές γραφές.

Στην Britannica 2010, στο άρθρο Alphabet, αναφέρεται ότι στη διαδικασία δημιουργίας της αλφαβητικής γραφής ξεχωρίζουν δύο σημαντικά επιτεύγματα. Το πρώτο χρονολογικά ήταν η επινόηση από τους Σημίτες του συμφωνογραφικού συστήματος γραφής και το δεύτερο η επινόηση από τους Έλληνες γραμμάτων που παριστάνουν τα φωνήεντα. «Αν και πολλοί θεωρούν » , αναφέρεται στη συνέχεια, « το πρώτο ως αφωνηεντικό συλλαβάριο (unvocalized syllabary) και το σύστημα γραφής που δημιούργησαν οι Έλληνες ως το αληθινό αλφάβητο, στο άρθρο θεωρούνται και οι δύο γραφές ως μορφές του αλφαβήτου». Σε άλλη παράγραφο, το ελληνικό αλφάβητο αναφέρεται από τους συγγραφείς του άρθρου (David Diringer και David Olson) ως το αληθινό αλφάβητο1.


Στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα στο άρθρο Γραφή ο Ignace Gelb (συντάκτης του άρθρου), αναφέρει τις σημιτικές γραφές κατά απόλυτο τρόπο ως συλλαβικές και το αλφάβητο ρητά ως ελληνική ανακάλυψη. Το άρθρο αυτό αποτελεί μετάφραση του άρθρου Writing της αμέσως προηγούμενης έκδοσης της Britannica.

Ο Gelb, στο βιβλίο του A Study of Writing (σελίδα 205), αναφέρει ότι η εξέλιξη της γραφής ήταν από την Αιγυπτιακή λογοσυλλαβική γραφή προς τις δυτικοσημιτικές καθαρά συλλαβικές γραφές και από τις δυτικοσημιτικές συλλαβικές γραφές προς το ελληνικό αλφάβητο. Ο Gelb θεωρεί ότι οι ΄Ελληνες μπορεί να χρησιμοποίησαν συστηματικά τα διακριτικά που χρησιμοποιήθηκαν ελάχιστα και περιστασιακά από τους Σημίτες και ξεχώριζαν μεταξύ τους συλλαβές που γράφονταν με το ίδιο γράμμα, και ότι αυτά τα διακριτικά μετατράπηκαν συν τω χρόνω σε ανεξάρτητα σύμβολα φωνηέντων. Ο Gelb διευκρίνισε ωστόσο ότι οι Έλληνες στο αλφάβητο με κάθε γράμμα παρίσταναν σε όλες τις περιπτώσεις ένα καθαρό σύμφωνο ή ένα καθαρό φωνήεν και όχι μια συλλαβή (που περιελάμβανε εν γένει σύμφωνο και φωνήεν ή αποτελείτο από ένα σύμφωνο), όπως οι Σημίτες. Πέρα από αυτά ο Gelb ήταν ο πρώτος που επεσήμανε την ιδιαίτερη αξία της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής.

Ο Barry Powell το 1991 επεσήμανε ότι δεν βρέθηκαν ποτέ ελληνικές γραφές χωρίς γράμματα φωνηέντων και ότι όλες οι ελληνικές αλφαβητικές γραφές γράφονταν αποκλειστικά με γράμματα που το καθένα παρίστανε ενα φωνήεν ή ένα σύμφωνο ως μέρος του ήχου μιας συλλαβής. Επεσήμανε ακόμη ότι δεν βρέθηκαν ποτέ ελληνικές γραφές με τα σημιτικής έμπνευσης διακριτικά ομογράμματων συλλαβών και ότι κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί κάποτε να βρεθούν. Κατά τα λοιπά ο Powell αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα τις κατά Gelb διαφορές του αλφαβήτου από τις σημιτικές γραφές καθώς και το ότι οι σημιτικές γραφές είναι συλλαβικές, και υπογράμμισε ότι το κυπριακό συλλαβάριο είναι ένα σύστημα γραφής αξιοθαύμαστης απλότητας και καθαρότητας, που σε αντίθεση με τη φοινικική γραφή, λίγο υστερούσε από το αλφάβητο στην ακρίβεια της απόδοσης των ήχων της Ελληνικής.


 Ο Roger Woodard το 1997 παρατήρησε ότι

Και στη γραμμική Β και στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή χρησιμοποιούνται σύμβολα φωνηέντων όταν τα φωνήεντα σχηματίζουν συλλαβή μόνα τους. Επεσήμανε ακόμη  ότι 
Και στις δύο γραφές χρησιμοποιείται ορθογραφία που επιτρέπει την ακριβή γραφή και ανάγνωση συμπλεγμάτων συμφώνων και ότι 
αυτό διευκόλυνε την ανάλυση των συλλαβικών ήχων σε απλούς (φθογγικούς) γλωσικούς ήχους  και δημιούργησε έτσι γέφυρες προς το αλφάβητο.
Μέσω και άλλων επισημάνσεων  συμπεραίνει ότι 
Η ανακάλυψη του αλφαβήτου έγινε από άτομο χρήστη της κυπριακής συλλαβικής γραφής.
Η γραμμική Β και η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή προήλθαν, αμέσως η πρώτη και αμέσως ή εμμέσως η δεύτερη από μινωική γραφή, από τη συλλαβική γραμμική Α, και πιθανώς αυτά τα γνωρίσματα των δύο ελληνικών συλλαβικών γραφών να προέρχονται από την μινωική γραμμική Α.
Ο Woodard καταλήγει στο ότι
Η γραμμική Β, το κυπριακό συλλαβάριο και η αλφaβητική γραφή αποτελούν σημεία μιας συνεχούς εξέλιξης των ελληνικών γραφών από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Ο καθηγητής Ανδρόνικος πατατηρεί ότι

ενώ η ελληνική μεταμυκηναϊκή γλώσσα είχε τουλάχιστον επτά φωνηεντικούς φθόγγους, στο αλφάβητο εισάγονται μόνο πέντε γράμματα ως σύμβολα φωνηεντικών φθόγγων, όσα ήταν δηλαδή τα γράμματα που και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο παρίσταναν φωνηεντικές συλλαβές


Στην εγκυκλοπαίδεια "Britannica" (2011) στο άρθρο Writing ( συντάκτης ο David Olson), στο τμήμα "αλφαβητικά συστήματα γραφής" αναφέρεται αρχικά ότι

"Το πρώτο σύστημα γραφής που απέδωσε με συνέπεια τους συλλαβικούς ήχους μιας γλώσσας ήταν η γραμμική Β"  και ότι
"Η γραφή αυτή ήταν ελληνική και καθαρά συλλαβική ."
Αναφέρεται στη συνέχεια ότι "Το τελικό στάδιο στην ανάπτυξη των συστημάτων γραφής ήταν  η ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής. Η ανάλυση των συλλαβικών ήχων  στους υποκείμενους συστατικούς τους συμφωνικούς και φωνηεντικούς ήχους", και αυτό συμπληρώνω εγώ, αποτελεί κοινό τόπο των απανταχού ειδικών.
Αναφέρεται τέλος ότι
"Η δημιουργία τής αλφαβητικής γραφής είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης των συστημάτων γραφής που ολοκληρώνεται με την ελληνική επινόηση του αλφαβήτου."


Για τους λόγους αυτούς και για άλλους που θα αναφερθούν στη συνέχεια, και σε αυτήν αλλά και σε άλλες παραγράφους, στο άρθρο που διαβάζετε υιοθετείται απολύτως η πολύ ισχυρή σήμερα άποψη ότι η γραμμή εξέλιξης των συστημάτων γραφής ήταν από τη μινωϊκή συλλαβική γραμμική Α΄ προς τις ελληνικές συλλαβικές γραφές, και από εκεί προς την ελληνική αλφαβητική γραφή3,4 .


Στον ευρύτερο ελληνικό χώρο δημιουργήθηκαν πέντε συστήματα γραφής έκ των οποίων τα δύο παλαιότερα ήταν μινωικά ενώ τα τρία νεώτερα δημιουργήθηκαν από Έλληνες για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας. Κάθε νεώτερη γραφή παρουσίαζε νέα γνωρίσματα. Το τελευταίο ελληνικό σύστημα γραφής, η αλφαβητική γραφή, ήταν γραφή εντελώς διαφορετική από κάθε προηγούμενη γραφή ελληνική ή ξένη. Ήταν ένα νέο είδος συστημάτων γραφής. Η ανακάλυψή της όμως μπορεί να εξηγηθεί από τα γνωρίσματα και την εξέλιξη των προγενέστερων ελληνικών και μινωϊκών γραφών.


Στις μινωικές γραφές πρωτοεμφανίσθηκαν χαρακτηριστικά που μπορούσε να διευκολύνουν την περαιτέρω εξέλιξη της γραφής προς την αλφαβητική. Η γραμμική Α είχε σύμβολα φωνηεντικών συλλαβικών ήχων κάτι που διατηρήθηκε και στις ελληνικές γραφές. Στις ελληνικές γραφές παρατηρείται ακόμη μια προσπάθεια να αποδοθούν με ακρίβεια συμπλέγματα συμφώνων. Πληρέστερα αυτό γίνεται στην ελληνική κυπριακή γραφή. Τα γνωρίσματα αυτά των ελληνικών γραφών και η έγνοια για βελτίωσή τους, βοήθησαν στο να επιτυχθεί η ανάλυση των συλλαβικών ήχων στους απλούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται. Το αλφάβητο έχει άμεσο πρόγονο την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή.


Όλες οι προαλφαβητικές γραφές που αναφέρθηκαν εδώ αποδεικνύονται αβίαστα και αναμφίβολα συλλαβικές. Στην προαλφαβητική περίοδο συμφωνογραφικά συστήματα γραφής δεν υπήρξαν.


Όλες οι σημιτικές γραφές είναι μεταγενέστερες της γραμμικής Α και η ουγγαριτική, η φοινικική και κάποιες άλλες είναι μεταγενέστερες και της γραμμικής Β. Αποτελούν όλες μορφές ενός συστήματος γραφής που προήλθε από αιγυπτιακό πρότυπο. Οι σημιτικές γραφές δεν διαφέρουν σε δομή και λειτουργία η μία από την άλλη ούτε από το αιγυπτιακό πρότυπό τους. Διαφέρουν μόνο στα χρησιμοποιούμενα γράμματα. Έγνοια για εξέλιξη της δομής και της λειτουργίας των σημιτικών γραφών δεν παρατηρείται. Υπήρξε μόνο εγνοια για τη βελτίωση των γραμμάτων. Μία από τις σημιτικές γραφές, η φοινικική, έπαιξε συμπληρωματικό ρόλο στην ανακάλυψη του αλφαβήτου.


Σε επόμενο κεφάλαιο θα δούμε το πώς φθάσαμε στην ανακάλυψη του αλφαβήτου. Σε αυτό το κεφάλαιο παρατίθενται στοιχεία για την αιγυπτιακή λογοσυλλαβική γραφή, τις δυτικοσημιτικές γραφές, τη γραμμική Α, και τις ελληνικές συλλαβικές γραφές (γραμμική Β και κυπριακό συλλαβάριο) που έχουν αναφερθεί ως γραφές πρόδρομες της αλφαβητικής2. Γίνεται λόγος για την σημασία τους, για το τι τις χαρακτήριζε, για το πώς γράφουμε και διαβάζουμε με αυτές τις γραφές, για τις σχέσεις τους , για την αξία τους, για τα προβλήματά τους, για τα όριά τους. Είναι χρήσιμο να έχει κατά νού ο αναγνώστης τη σειρά αρχαιότητας αυτών των γραφών. Την αναφέρω αρχίζοντας από την αρχαιότερη.


- αιγυπτιακή από το 3100

- κρητικά ιερογλυφικά από το 2000
- γραμμική Α από το 1750
- πρωτοσιναιτική (η πρώτη σημιτική γραφή) από το 1650
- κυπρομινωικές γραφές από το 1550
- γραμμική Β από το 1500
- ουγγαριτική (μια σημιτική γραφή) από το 1400
- φοινικική από το 1100
- ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή από το 1050
- αλφαβητική γραφή 850 - 800

Όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ.


Σημειώσεις


1. Έχει ενδιαφέρον το να δούμε λίγο πληρέστερα το τι γράφουν οι Olson και Diringer στο άρθρο Alphabet της Britannica για το ελληνικό αλφάβητο. Γράφουν:

"Όπως σε πολλά άλλά θέματα, η συνεισφορά των Ελλήνων στην ιστορία του αλφαβήτου είναι μεγίστη (paramount). Όλα τα αλφάβητα που είναι σήμερα σε χρήση σε ευρωπαϊκές γλώσσες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το ελληνικό. ...Στο ελληνικό αλφάβητο, σύμφωνα και φωνήεντα μαζί δημιούργησαν ένα σύστημα γραφής που ήταν ταυτόχρονα και οικονομικό και αναμφίβολο. Το αληθινό αλφαβητικό σύστημα παραμένει επί 3000 χρόνια, με ελαφρές προσαρμογές μόνο, ένα μοναδικό και εντελώς διαφορετικό (unparalleled) όχημα έκφρασης και επικοινωνίας μέσα και μεταξύ των πιο διαφορετικών εθνοτήτων και των πιο διαφορετικών γλωσσών."

2. O Gelb γράφει ότι σε συλλαβικές γραφές των λαών της Μεσοποταμίας η λέξη mali για παράδειγμα, γραφόταν ως (ma)(a)(li)(i), όπου το (ma) εννοείται ως το γράμμα σύμβολο που είχαν για τη συλλαβή [ma], το (a) εννοείται ως το γράμμα σύμβολο που είχαν για τη συλλαβή [a] κ.ο.κ.. Είναι σαφές ότι το σύμβολο της συλλαβής [ma] χρησιμοποιείτο σαν σύμβολο του ήχου [m] και το σύμβολο της συλλαβής [li] σαν σύμβολο του ήχου [l]. Αυτό δείχνει ότι θα μπορούσε ενδεχομένως οι χειριστές αυτών των γραφών, όπως και χειριστές της χουριτικής γραφής που έγραφαν σε κάποιες περιπτώσεις με παρόμοιο τρόπο, να οδηγηθούν στην ανακάλυψη των ήχων από τους οποίους συντίθενται οι συλλαβές. Αν και το βήμα αυτό δεν το έκαναν ποτέ, μπορεί να υποστηριχθεί ότι φαίνεται πως είχαν ήδη κάνει βήματα που διευκόλυναν μια τέτοια εξέλιξη. Τα βήματα αυτά όμως ήταν άγνωστα και στους Φοίνικες και στους Έλληνες, και γι αυτό οι γραφές αυτές δεν παρουσιάζονται στο άρθρο ως γραφές πρόδρομες της αλφαβητικής.


3. Το ότι και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο υπήρχαν πέντε γράμματα που παρίσταναν φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους οδηγεί στη σκέψη ότι το ίδιο συνέβαινε και στη μινωική γραμμική Α από την οποία οι δύο αυτές γραφές κατάγονται (άμεσα η πρώτη, εμμέσως η δεύτερη). Εφ’ όσον αυτό είναι αλήθεια τότε η γραμμική Α είναι πρόγονος του αλφαβήτου. Ακόμη όμως αυτό θα σήμαινε ότι και στη μινωική γλώσσα τα φωνήεντα σχημάτιζαν συλλαβές και μόνα τους και επομένως η μινωική γλώσσα θα πρέπει να ήταν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Ο Γκάρεθ Όουενς θεωρεί ότι οι Μινωίτες ήταν ινδοευρωπαϊκό φύλλο που είχε μετοικίσει από τη νότια Μικρά Ασία στην Κρήτη περί το 7000 π.Χ. και είχε αναπτύξει εκεί πριν τον μινωικό πολιτισμό και έναν νεολιθικό πολιτισμό.


4. Το ότι οι κυπρομινωικές γραφές ΙΙ και ΙΙΙ είχαν χρησιμοποιηθεί σε περιοχές κοντά στις σημερινές ακτές της Συρίας του Λιβάνου και της Παλαιστίνης εξηγεί την ομοιότητα μερικών γραμμάτων της φοινικικής γραφής με χαρακτήρες της προγενέστερης γραμμικιής Α, αφού οι κυπρομινωικές γραφές προέρχονταν από την γραμμική Α.




Η Αιγυπτιακή γραφή


Η Αιγυπτιακή γραφή εμφανίστηκε περί το 3100 π.Χ. και αρχικά ήταν λογογραφική. Περί το 2700 π.Χ. είχε εξελιχθεί σε λογοσυλλαβική και το φωνητικό της τμήμα περιελάμβανε και ένα σύνολο 23 χαρακτήρων που παρίσταναν συλλαβικούς ήχους του τύπου σύμφωνο-φωνήεν. Τα γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονταν από τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά. Ήταν όμορφα και επιμελημένα αλλά εικονογραφικά. Τα χρησιμοποίησαν κυρίως μαζί με άλλα γράμματα. (80 περίπου γράμματα σύμβολα συλλαβών με δύο σύμφωνα και φωνήεν, 40 περίπου γράμματα σύμβολα συλλαβών με τρία σύμφωνα και φωνήεν και μεγάλος αριθμός λογογραμμάτων που παρίσταναν τη σημασία και όχι τον ήχο λέξεων). Συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους παριστάνονταν με το ίδιο σύμβολο.
Μόνο του, το σύνολο των 23 χαρακτήρων είχε περιορισμένη χρήση. Χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός προφοράς και για τη μεταγραφή ξένων ονομάτων και λέξεων στα Αιγυπτιακά. Το παραπάνω σύνολο των 23 ιερογλυφικών γραμμάτων της φωνητικής αιγυπτιακής γραφής έχει αναφερθεί από κάποιους αιγυπτιολόγους ως αλφάβητο ενώ τα υπόλοιπα γράμματά της έχουν γενικά χαρακτηρισθεί ως συλλαβικά. Αλλά είναι φυσικά αδιανόητο σε μια φωνητική γραφή να χρησιμοποιούνται ένα αλφάβητο και πολλά συλλαβικά σύμβολα. Μόνο του ένα αλφάβητο θα αρκούσε για την πλήρη και ακριβή γραπτή απόδοση όλων των ήχων της γλώσσας. Τα 23 γράμματα συλλαβικών ήχων του τύπου σύμφωνο + φωνήεν δεν αποτελούσαν και δεν χρησιμοποιούντο ως αλφάβητο. Είχαν ακριβώς την ίδια χρήση με τα υπόλοιπα συλλαβικά σύμβολα της αιγυπτιακής φωνητικής γραφής.

Η κατάταξη των συλλαβών σε ομάδες παρόμοιων ηχητικά συλλαβών που περιγράφουμε παραπάνω, υιοθετήθηκε αργότερα και στις σημιτικές γραφές όπου περιορίστηκαν μόνο σε συλλαβές του τύπου σύμφωνο και στις συλλαβές του τύπου σύμφωνο+φωνήεν. Αυτό οδήγησε σε συστήματα γραφής με 20 έως 30 γράμματα στα οποία όμως η ακρίβεια απόδοσης των γλωσσικών ήχων ήταν περιορισμένη. Άλλοι λαοί κατέταξαν τους συλλαβικούς ήχους σε ηχητικά παρόμοιους με δικό τους και πιο εξεζητημένο τρόπο, γεγονός που βοήθησε την απόδοση των γλωσσικών ήχων με μεγαλύτερη ακρίβεια αλλά οδήγησε σε συστήματα γραφής με 50 έως 100 γράμματα.

Η σπουδαιότητα της αιγυπτιακής γραφής έγκειται όμως στο ότι και οι Σημίτες και μάλλον και οι Κρήτες από τους Αιγύπτιους γνώρισαν τη γραφή. Οι Κρήτες όμως προηγήθηκαν κατά πολύ των Σημιτών, και η γραφή τους είχε γνωρίσματα που δεν ανάγονται στην αιγυπτιακή γραφή.


Οι δυτικοσημιτικές γραφές

Ο όρος «δυτικοσημιτικές γραφές» αφορά εδώ τις γραφές βορειοδυτικοσημιτικών γλωσσών. Η πρωτοσιναϊτική και η πρωτοπαλαιστινιακή γραφή είναι οι παλαιότερες γραφές αυτής της κατηγορίας. Εμφανίζονται περί το 1650 π.Χ. και θεωρούνται μορφές ενός συστήματος γραφής που ήταν σε χρήση σε ολόκληρη τη Συρία, την Παλαιστίνη και το Σινά την περίοδο 1650 -1100 π.Χ. Διάφορες μορφές της γραφής αυτής ξεφύτρωναν εδώ και εκεί όλη αυτήν την περίοδο, υπάρχει όμως πολύ μικρός αριθμός δειγμάτων τους.





Γράμματα πρωτοσιναϊτικών γραφών από το 1650 π.Χ. περίπου.   (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδες 124, 125) Οι πρωτοσιναϊτικές γραφές είναι γραφές μεταγενέστερες της γραμμικής Α και προγενέστερες της γραμμικής Β. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδες 124, 125)





Τα γράμματά τους εξελίσσονταν συν τω χρόνω από κακοσχηματισμένα εικονογραφικά, όπως φαίνονται στην παραπάνω εικόνα, σε γραμμικά αλλά η χρήση τους παρέμενε ίδια με τη χρήση των 23 γραμμάτων του αιγυπτιακού φωνητικού συστήματος. Κάθε γράμμα διαβαζόταν ως μια συλλαβή από ομάδα συλλαβών του τύπου σύμφωνο ή σύμφωνο+φωνήεν. Μιλώντας με σημερινούς όρους μπορούμε να πούμε ότι συλλαβές που διέφεραν μεταξύ τους μόνο κατά το φωνήεν τους παριστάνονταν με το ίδιο γράμμα.
Στις σημιτικές γραφές όμως, αντίθετα με ότι συνέβαινε στην αιγυπτιακή, δεν εχρησιμοποιούντο άλλα γράμματα. Εξ αιτίας αυτού, άλλοι μεταξύ των ειδικών έχουν τη γνώμη ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι τα γράμματα παρίσταναν το κοινό σύμφωνο των συλλαβών κάθε ομάδας και άλλοι ότι ήταν συλλαβογράμματα.

Μεταξύ των γραφών που προέκυψαν, η ουγκαριτική είχε σφηνοειδείς και επομένως γραμμικούς χαρακτήρες. Σώζονται χιλιάδες πινακίδες της. Είναι πολύ μεταγενέστερη της Μινωικής Γραμμικής Α αλλά και μεταγενέστερη της Μυκηναϊκής Γραμμικής Β. Χρησιμοποιήθηκε από το 1400 π.Χ., περίπου για τη γραφή μιας σημιτικής γλώσσας συγγενικής προς την φοινικική καθώς και για τη γραφή της χουριτικής γλώσσας, γλώσσας λαού της αρχαίας Ανατολίας.
 Οι 27 χαρακτήρες της ουγκαριτικής γραφής διαβάζονταν όπως οι χαρακτήρες όλων των σημιτικών γραφών. Με κάθε γράμμα διαβαζόταν μια συλλαβή του τύπου σύμφωνο + φωνήεν ή του τύπου σύμφωνο. Συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους γράφονταν με το ίδιο γράμμα. Τρεις επιπλέον χαρακτήρες που εχρησιμοποιούντο μόνο για τη γραφή της Χουριτικής, παρίσταναν φωνηεντικούς ήχους που όπως και στη  γραμμική Β των Μυκηναίων, γραφή προγενέστερη της ουγγαριτικής επαναλαμβάνω, εχρησιμοποιούντο μόνον όταν ένα φωνήεν αποτελούσε μόνο του συλλαβικό ήχο. Αυτό  επιβεβαιώνει το συλλαβικό χαρακτήρα αυτών των γραφών. Με τα γράμματα έγραφαν συλλαβές. Για τη γραφή της σημιτικής γλώσσας οι τρεις φωνηεντικοί χαρακτήρες δεν εχρησιμοποιούντο γιατί στις σημιτικές γλώσσες τα φωνήεντα δεν σχηματίζουν μόνα τους συλλαβές.

 Η φοινικική γραφή προήλθε από τη βαθμιαία εξέλιξη των δυτικοσημιτικών γραφών και ήταν μακράν η πιο επιτυχής. Περιελάμβανε 22 καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, απλούς στο γράψιμο και εύκολα αναγνωρίσιμους. Για δέκα περίπου από αυτούς έχει διατυπωθεί η άποψη ότι κατάγονται από αιγυπτιακά ιερογλυφικά και για άλλους τόσους ότι κατάγονται από χαρακτήρες της μινωϊκής γραμμικής Α. (Το ότι οι κυπρομινωικές γραφές ΙΙ και ΙΙΙ είχαν χρησιμοποιηθεί σε περιοχές κοντά στις σημερινές ακτές της Συρίας του Λιβάνου και της Παλαιστίνης εξηγεί την ομοιότητα μερικών γραμμάτων της φοινικικής γραφής με χαρακτήρες της προγενέστερης γραμμικιής Α, αφού οι κυπρομινωικές γραφές προέρχονταν από την γραμμική Α).

Αρκετοί μοιάζουν με τους ελληνικούς πρωτοαλφαβητικούς χαρακτήρες που εμφανίστηκαν αρκετά αργότερα1, αν και μοιάζουν με μικρά γράμματα και όχι με κεφαλαία.



Από το βιβλίο του Ignace Gelb A Study of Writing, σελίδα 133

Η φοινικική γραφή εμφανίστηκε κατά τον 11ο αιώνα π.Χ.



Θεωρήθηκε αλφαβητική. Όμως, είτε οι 22 χαρακτήρες θεωρηθούν ως σύμβολα των συμφώνων της γλώσσας είτε ως σύμβολα ατελώς προσδιοριζομένων συλλαβών, η φοινικική γραφή στερείται συμβόλων για τα φωνήεντα που τα αφήνει απροσδιόριστα, και γι αυτό δεν ανταποκρίνεται ούτε στον ορισμό του αλφαβήτου που δίδεται σε αυτό το άρθρο, ούτε σε άλλους σημερινούς ορισμούς του. Επίσης δεν είναι αλφαβητική ούτε με τη διευρυμένη έννοια του όρου αφού οι γραφές θεωρούνται αλφαβητικές με τη διευρυμένη ή υπό την ακριβή έννοια του όρου αναλόγως του τρόπου δηλώσεως των φωνηέντων των συλλαβών (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, άρθρο Γραφή), και στη φοινικική γραφή τα φωνήεντα αγνοούνται παντελώς.

 Ο Diringer, ο Naveh και άλλοι έχουν θεωρήσει τις σημιτικές γραφές ως αλφαβητικές, αλλά αυτό αντίκειται στην αλφαβητική αρχή που ο ίδιος ο Diringer διατύπωσε, σύμφωνα με την οποία στις αλφαβητικές γραφές κάθε γράμμα παριστάνει γενικά έναν φθόγγο και κάθε φθόγγος παριστάνεται από ένα τουλάχιστον γράμμα. Στις σημιτικές γραφές όμως δεν υπήρχαν καθόλου γράμματα για τα φωνήεντα. Αλλά και μια λιγότερο αυστηρή διατύπωση της αλφαβητικής αρχής ορίζει ότι στις αλφαβητικές γραφές αποδίδεται χονδρικά το σύνολο του φωνολογικού συστήματος της γλώσσας και όχι μέρος του(Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος Ελλάς, άρθρο Γραφές και Αλφάβητα: Αλφαβητική Γραφή). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ίδιος ο Diringer, στο άρθρο Alphabet της Britannica (2010) που συνυπογράφει μαζί με τον Olson, χαρακτηρίζει πλέον τις σημιτικές γραφές ως συμφωνογραφικές.

 Πέραν αυτού, οι πλείστοι από τους σημαντικούς γλωσσολόγους συμφωνούν ότι οι δυτικοσημιτικές γραφές έχουν τη δομή συλλαβικών γραφών. Ο Gelb αναφέρει τους F. Praetorious, A. Seidel, E. Schwyzer, S. Yeivin, A. Poebel, E. H. Sturtevant, H. Pedersen, R. B. Kent, D. C. Swanson, M. Cohen, E. Sollberger, και ως μέγιστο όλων, τον Γάλο A. Meillet. Σ’ αυτόν τον κατάλογο μπορεί να προστεθεί ο Άγγλος γλωσσολόγος Robert Robins.
 Άλλωστε στις σημιτικές γραφές γράφεται για κάθε συλλαβή ένα γράμμα και για κάθε γράμμα διαβάζεται μια συλλαβή όπως ακριβώς θα γινόταν σε μια τυπική συλλαβική γραφή και εντελώς διαφορετικά από αυτό που γίνεται στις αλφαβητικές γραφές. Στις αλφαβητικές γραφές δεν διαβάζουμε τα γράμματα μόνα τους. Διαβάζουμε ομάδες διαδοχικών γραμμάτων κάθε μια από τις οποίες συνιστά έναν ακέραιο συλλαβικό ήχο.

Επιπλέον στις σημιτικές γραφές η συλλαβή που ο αναγνώστης θα διαβάσει με κάθε γράμμα είναι ατελώς προσδιορισμένη και εξ αιτίας αυτού το διάβασμα γίνεται δύσκολο ή πολύ δύσκολο και το διάβασμα άγνωστων λέξεων είναι αδύνατο. Ο καθένας μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του. Αρκεί να μεταγράψει οποιαδήποτε παράγραφο τριών - τεσσάρων σειρών από αυτό ή άλλο άρθρο γράφοντας μόνο τα σύμφωνα, και να δώσει το μεταγραμμένο κείμενο σε κάποιον να το διαβάσει. Θα δυσκολευτεί πολύ. Και αν την επομένη ημέρα δοκιμάσει ο ίδιος να το διαβάσει, θα συναντήσει και ο ίδιος κάποιες δυσκολίες. Λείπει τελείως από τις σημιτικές γραφές το βασικό γνώρισμα-πλεονέκτημα των αλφαβητικών γραφών, το ότι δηλαδή στις αλφαβητικές γραφές οι συλλαβές απεικονίζονται πλήρως μέσω γραμμάτων που παριστάνουν τους φθόγγους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται, και το ότι εξ αιτίας αυτού η αλφαβητική γραφή ηχοποιείται αυτόματα από εκείνον που έχει μάθει να αναγνωρίζει αυτά τα γράμματα. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη λεχθεί, στις σημιτικές γραφές η ανάγνωση είναι δύσκολη και αμφίβολη, και η ανάγνωση άγνωστων λέξεων είναι αδύνατη.

Γράφεται όμως κάτι μόνον όταν αυτός που το γράφει πιστεύει ότι θα διαβαστεί. Γι αυτό, οι σημιτικές γραφές δεν ήταν δυνατόν να συνεισφέρουν σημαντικά ούτε στη γενίκευση της χρήσης της γραφής, ούτε στον εμπλουτισμό και την ανανέωση του λεξιλογίου, ούτε στη δημιουργία επιστημονικών όρων, ούτε στην εξέλιξη του συντακτικού της γλώσσας, ούτε στη μεγάλη αύξηση του όγκου των γραπτών κειμένων, ούτε στην σε μεγάλη κλίμακα χρησιμοποίηση της γραφής για την μετάδοση και επεξεργασία πληροφοριών, σκέψεων, ιδεών, απόψεων και την παρουσίασή τους με πληρότητα. Αυτό το έργο το εξυπηρέτησε η αλφαβητική γραφή.,

Σημειώσεις

1. Οι Steven Fisher ( στο A History of Writing 2001) και W. V. Davies (Στο Egyptian Hieroglyphs, ένα κεφάλαιο του βιβλίου Reading the Past 1990) παραθέτουν πίνακα, όχι καθολικά αποδεκτό αναφέρει ο Davies, που δείχνει έντεκα φοινικικά γράμματα ως προερχόμενα μέσω της πρωτοσιναϊτικής γραφής από απλοποίηση αιγυπτιακών ιερογλυφικών γραμμάτων. Εξάλλου ο Arthur Evans είχε παρατηρήσει προφανή ομοιότητα μεταξύ γραμμάτων της γραμμικής Α, ( μερικά από αυτά τα γράμματα αυτά είχαν περάσει από τη γραμμική Α και στη γραμμική Β), και γραμμάτων της φοινικικής γραφής. (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη, άρθρο Αλφάβητο) και είχε υποστηρίξει ότι είναι πιθανόν η φοινικική γραφή να προέρχεται από τις κατά πολύ προγενέστερες της μινωικές γραφές. Σήμερα μπορεί να επισημανθούν περί τα δέκα γράμματα της φοινικικής γραφής ως παρόμοια με γράμματα της γραμμικής Α. (Gelb: A Study of Writing, πίνακες των σελίδων 93 και 137).




Στην αιγυπτιακή γραφή και στις σημιτικές γραφές, τα γράμματα ήταν σύμβολα συμφώνων ή σύμβολα συλλαβών;

Οι Diringer και Olson αναφέρουν στο άρθρο Alphabet της Britannica τις σημιτικές γραφές ως συμφωνογραφικές. Ο Olson στο άρθρο Writing αναφέρει ότι η παλιά αντιδικία μεταξύ εκείνων που θεωρούν τις σημιτικές γραφές αλφαβητικές και εκείνων που τις θεωρούν συλλαβικές αίρεται αν ακολουθώντας τον Sampson, θεωρήσουμε αυτές τις γραφές ως συμφωνογραφικές. (Εγκυκλοπαίδεια Britannica, 2010). Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης στο βιβλίο του Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει την φοινικική γραφή ως συμφωνογραφική, οιονεί συλλαβογραφική. Ο Robert Robins αναφέρει στο άρθρο Language της Britannica τη φοινικική γραφή ως ένα συλλαβικού τύπου σύστημα γραφής στο οποίο αναγράφονται μόνο τα σύμφωνα των συλλαβών. Στο βιβλίο Οι Γλώσσες του Κόσμου o Roger Woodard αναφέρει τις σημιτικές γραφές που εμφανίσθηκαν πριν το ελληνικό αλφάβητο ως συμφωνογραφικές. Στο ίδιο βιβλίο η ινδική και η αιθιοπική γραφή που προήλθαν από τις σημιτικές και διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές μόνο κατά το ότι χρησιμοποιούσαν διαφορετικά σύμβολα, χαρακτηρίζονται ως συλλαβικές γραφές.
Συλλαβικές χαρακτηρίζει η Henriette Walter τις σημιτικές γραφές στο βιβλίο της "Η Περιπέτεια των Γλωσσών της Δύσης". Συλλαβικές επίσης τις θεωρούσε ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος και ο καθηγητής Ignace Gelb, ο Άγγος ελληνιστής φιλόλογος και καθηγητής κορυφαίων αμερικανικών και καναδικών πανεπιστημίων Eric Havelock και συλλαβικές τις θεωρεί ο καθηγητής Burry Powell. Ο Ignace Gelb γράφει στο άρθρο Γραφή ( Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα ) ότι οι Σημίτες της Παλαιστίνης και της Συρίας δανείστηκαν από τους Αιγυπτίους τη γενικότερη αρχή να γράφουν τις συλλαβές χωρίς να δηλώνουν τις διαφορές των φωνηέντων τους και παραθέτει στο βιβλίο του "A study of Writing", (σελίδες 78-80 και 148-150), σειρά επιχειρημάτων για να στηρίξει την άποψή του. Μερικά από τα επιχειρήματά του αναφέρονται στη συνέχεια αυτού του άρθρου. Ο Burry Powell στο βιβλίο του "Homer and the Origin of the Greek Alphabet", περιλαμβάνει στις σελίδες 101-106, ιδιαίτερο κεφάλαιο με τον τίτλο "How Syllabic Writing Works: Phoenician".
Έχει ήδη αναφερθεί ότι στις σημιτικές γραφές, ο αναγνώστης διάβαζε μια συλλαβή με κάθε γράμμα. Γι αυτό και μόνο το λόγο θα πρέπει να θεωρηθούν οι σημιτικές γραφές ως γραφές με συλλαβική δομή ή γραφές οιονεί συλλαβογραφικές. Το ερώτημα όμως είναι αν υπήρχε η συνείδηση ότι σε αυτές τις γραφές τα γράμματα παρίσταναν συλλαβές ατελώς καθορισμένες ή ότι αντιθέτως τα γράμματα παρίσταναν τα σύμφωνα των συλλαβών. Το σύμβολο κ για παράδειγμα θεωρούσαν ότι παρίστανε μια συλλαβή από τις συλλαβές κ, κα, κε , κι, κο, κου ή το κοινό σύμφωνο αυτών των συλλαβών; Και στη μία και στην άλλη περίπτωση η συλλαβή κα θα γραφόταν κ και θα ήταν αμφίβολο αν το γράμμα κ πρέπει να διαβαστεί κ, κα, κε, κι, κο ή κου.
Η πλευρά που θεωρεί τις σημιτικές γραφές συμφωνογραφικές επισημαίνει ότι και μόνο η κατάταξη των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες δείχνει ότι διαισθητικά τουλάχιστον οι Σημίτες αντιλαμβάνονταν τις συλλαβές ως σύνθετους ήχους. Παρατηρεί ακόμη ότι αν έγραφαν τα σύμφωνα των συλλαβών θα έγραφαν με τον τρόπο που έγραφαν, και γι αυτό το λόγο θεωρεί ότι οι σημιτικές γραφές μπορεί σήμερα να χαρακτηρισθούν συμφωνογραφικές.
Η άλλη πλευρά αντιτείνει ότι η κατάταξη των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες ήταν κοινό γνώρισμα όλων των συλλαβικών γραφών και επιχειρηματολογεί για το αν οι Αιγύπτιοι πριν το 2000 π.Χ. μπορούσαν να ξέρουν και για το αν οι Σημίτες ήξεραν τους συμφωνικούς ήχους ως μέρος του ήχου των συλλαβών και αυτούς παρίσταναν με τα γράμματά τους ή αντιθέτως ήξεραν μόνο ακέραιους συλλαβικούς ήχους, οπότε και θεωρούσαν τα γράμματά τους σύμβολα αυτών των ήχων. Ας δούμε όμως κάποια από τα επιχειρήματα αυτής της πλευράς:

1. Η φωνητική αιγυπτιακή γραφή αναπτύχθηκε από ένα λογογραφικό (σημασιογραφικό) σύστημα γραφής πριν το 2500 π.Χ.. Δεν ήταν δυνατό να αναγνωρίσουν οι Αιγύπτιοι σε αυτήν τη φάση ότι οι λέξεις σχηματίζονται από ήχους συμφώνων και φωνηέντων. Η πρώτη ανάλυση των λεκτικών ήχων οδηγεί εύκολα στην ανακάλυψη των συλλαβικών ήχων και εκεί σταματά. Από ψυχολογική άποψη αυτό είναι το φυσικό. Είναι δεκάδες οι περιπτώσεις που συλλαβικά ή λογοσυλλαβικά συστήματα γραφής αναπτύχθηκαν από λογογραφικά συστήματα κατά την αρχαιότητα. Και στη σύγχρονη εποχή πολλά φύλα γηγενών της Αμερικής και της Αφρικής που ενθαρρύνθηκαν να εγκαταλείψουν τη λογογραφική τους γραφή και να αναπτύξουν φωνητικά συστήματα γραφής, στα συλλαβικά συστήματα γραφής έφτασαν και εκεί σταμάτησαν. Ήταν απαγορευτικά δύσκολο να αναλύσουν τους ήχους των λέξεων στους απλούς στοιχειώδεις συστατικούς τους ήχους. Αυτό απαιτούσε μετά την ανάλυση των ήχων των λέξεων σε συλλαβές, ένα δεύτερο στάδιο ανάλυσης των ήχων των συλλαβών σε όχι αυτόνομους ηχητικά και γι’ αυτό μη αντιληπτούς με την ακοή ήχους. Ήταν πολύ δύσκολο και δεν υπήρχε κανένα κίνητρο να ψάξουν για κάτι τέτοιο. Η ανάλυση των λέξεων σε συλλαβές, τους είχε μόλις προσφέρει μια σημαντική βελτίωση του συστήματος γραφής.
Στις σημιτικές γραφές, τα γράμματα χρησιμοποιούντο και οι λέξεις γράφονταν και διαβάζονταν με τον ίδιο τρόπο που αυτό γινόταν στην αιγυπτιακό οδηγό προφοράς με τα 23 σύμβολα. Επ’ αυτού δεν υπήρξε καμιά καινοτομία. Εξ άλλου τα γράμματα των πρώιμων σημιτικών γραφών (1600 π.Χ.), δείχνουν γραφή που μόλις έχει ξεφύγει από την εικονογραφική. Η μετέπειτα εξέλιξη των σημιτικών γραφών αφορούσε μόνο τα σχήματα των γραμμάτων.

2. Οι άνθρωποι τους συλλαβικούς ήχους ανακάλυψαν μετά τους ήχους των λέξεων και με τις διάφορες φωνητικές γραφές τους ήχους των συλλαβών θέλησαν να αποδώσουν. Είναι αδιανόητο να παραιτήθηκαν από την επιδίωξη αυτή. Και στις αλφαβητικές γραφές οι ήχοι των συλλαβών αποδόθηκαν πλήρως και με ακρίβεια μέσω γραμμάτων που παριστάνουν τους απλούς στοιχειώδεις ήχους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται. Αν στις σημιτικές γραφές τα γράμματα παρίσταναν τα σύμφωνα των συλλαβών, τις συλλαβές πώς τις παρίσταναν;
Άλλωστε αργότερα όταν οι Σημίτες γνώρισαν την αλφαβητική γραφή και εξ αιτίας αυτού πρόσθεσαν στα γράμματά τους διακριτικά για να καθορίσουν με ακρίβεια το ποια συλλαβή θα έπρεπε να διαβάσουν με κάθε γράμμα, πάλι τη συλλαβή ως σύνολο καθόρισαν και όχι τους φθόγγους από τους οποίους σχηματίζεται η συλλαβή. Τα διακριτικά που χρησιμοποίησαν (τελίτσες, παύλες σε ποικίλες θέσεις) δεν εχρησιμοποιούντο και δεν χρησιμοποιούνται ως σύμβολα φωνηέντων. Το σύνολο του αρχικού γράμματος και του διακριτικού σε συγκεκριμένη θέση παριστάνει μια μονοσήμαντα καθορισμένη συλλαβή. Όλες οι συλλαβές είναι του τύπου συμφωνο ή σύμφωνο + φωνήεν. Δεν μπορεί όμως να άλλάζοντας τη θέση του διακριτικού να γίνει για παράδειγμα "αν" η συλλαβή "να". Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του το διακριτικό ως φωνηεντικός ήχος. Πάλι συλλαβές έγραψαν. Και επειδή στις γλώσσες τους, το "α" για παράδειγμα δεν μπορεί να αποτελεί μόνο του συλλαβικό ήχο, δεν προνόησαν να υπάρχει απλό σύμβολο ή σύμπλεγμα που να διαβάζεται α.

3. H λέξη συλλαβή από το συλλαμβάνω = συν (μαζί) + λαμβάνω, σημαίνει ομάδα ήχων που δεν εκφέρονται ανεξάρτητα ο καθένας από τους άλλους αλλά συνεκφέρονται και συναποτελούν έτσι έναν αυτοτελή ήχο. Οι αρχαίοι Έλληνες τα γράμματα τα έλεγαν και στοιχεία. Η λέξη ψηφία μπορεί να θεωρηθεί ως συνώνυμη με τη λέξη στοιχεία. Οι όροι συλλαβές, στοιχεία, γράμματα (από το γράφω = χαράσσω, γρατζουνίζω, σχεδιάζω), φωνήεντα, σύμφωνα, φθόγγοι, δημιουργήθηκαν στην ελληνική γλώσσα μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου. Στις σημιτικές γλώσσες δεν είχε δημιουργηθεί αντίστοιχο σύνολο όρων. Θα ήταν όμως αδύνατο ένας λαός να έχει αναλύσει τους ήχους των συλλαβών στους στοιχειώδεις, στους απλούς φωνηεντικούς και συμφωνικούς ήχους δηλαδή στους φθόγγους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται, και να μην έχει δημιουργήσει λέξεις που να σημαίνουν τα σύμφωνα, τα φωνήεντα, τους φθόγγους, τις συλλαβές.

4. Όταν μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου και υπό την επιρροή της αλφαβητικής γραφής οι Σημίτες δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν κατά συστηματικό τρόπο διακριτικά σημεία, τα οποία συνδεόμενα με τα γράμματά τους προσδιόριζαν πλήρως τη συλλαβή, εισήγαγαν διακριτικό, (shewa ονομαζόταν στα Εβραϊκά, sukum στα Αραβικά), ακόμη και για την περίπτωση που το σύμφωνο δεν συνδυαζόταν με φωνήεν αλλά σχημάτιζε συλλαβή μόνο του. Το γράμμα κ για παράδειγμα με ένα συγκεκριμένο διακριτικό δίπλα του, που ήταν το ίδιο και για το γράμμα κ και για όλα τα γράμματά τους, διαβαζόταν [κα], με άλλο διακριτικό διαβαζόταν [κε], με άλλο [κι] κ.ο.κ., ενώ με το διακριτικό shewa ή sukum, διαβαζόταν [κ]. Αν οι Σημίτες θεωρούσαν το γράμμα κ σύμβολο του ήχου [κ], σύμβολο του συμφώνου δηλαδή, δεν θα είχαν εισαγάγει ιδιαίτερο διακριτικό για την παράσταση αυτού του ήχου. Η επισήμανση ότι το διακριτικό αυτό χρησιμοποιήθηκε μεν από τους Εβραίους και τους Άραβες αλλά δε χρησιμοποιήθηκε στη Συρία δεν αναιρεί και δεν αδυνατίζει το επιχείρημα. Το ίδιο ισχύει και για την επισήμανση ότι η εισαγωγή του διακριτικού έγινε πολύ αργά από γραμματικούς που δεν ήξεραν την ιστορία των σημιτικών γραφών. Το ουσιαστικό είναι ότι και μετά την ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής Σημίτες αντιλαμβάνονταν τα αρχικά σύμβολα της γραφής τους ως συλλαβικά.


5. Οι Ινδοί είχαν ακολουθήσει τον τύπο των σημιτικών γραφών. Αργότερα και υπό την επήρεια της αλφαβητικής γραφής και για να προσδιορίσουν με ακρίβεια τη συλλαβή, υιοθέτησαν τη χρήση διακριτικών. Εισήγαγαν έναν διαφορετικό διακριτικό για σχηματισμό κάθε συλλαβής που περιλαμβάνει το [ε], το [ι], το [ο], ή το [ου] καθώς και για την περίπτωση που η συλλαβή δεν περιελάμβανε φωνήεν. Τα αρχικά γράμματα χωρίς κανένα πρόσθετο διακριτικό χρησιμοποιήθηκαν για να δείξουν σχηματισμό συλλαβής σε συνδυασμό με το φωνήεν [α]. Το γράμμα κ δηλαδή μαζί με ένα συγκεκριμένο διακριτικό παρίστανε τον ήχο [κ], ενώ μόνο του και χωρίς καμιά προσθήκη έδειχνε τον ήχο [κα], γεγονός που δείχνει ότι οι Ινδοί θεωρούσαν τα αρχικά σύμβολα της γραφής τους ως συλλαβικά. Και η γραφή τους είχε σημιτικό πρότυπο.
Τα ίδια ακριβώς που ισχύουν για τους Ινδούς ισχύουν και για τους Αιθίοπες. Οι Αιθίοπες είχαν ακολουθήσει τον τύπο των σημιτικών γραφών και εισήγαγαν διακριτικά όπως οι Άραβες για να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις συλλαβές. Το αρχικό γράμμα, έστω το κ, μαζί με ένα συγκεκριμένο διακριτικό παρίστανε τον ήχο [κ], ενώ μόνο του παρίστανε τη συλλαβή [κα].


Μερικά γράμματα της αιθιοπικής γραφής. Το πρώτο γράμμα καθε σειράς είναι το αρχικό σύμβολο που πριν την τροποποίηση της αιθιοπικής υπό την επίδραση της αλφαβητικής γραφής (λίγους αιώνες μ.Χ.),παρίστανε όλες τις συλλαβές της σειράς. Σήμερα παριστάνει συλλαβή του συμφώνου με το φωνήεν α. Τα γράμματα για τις συλλαβές με διαφορετικά φωνήεντα σχηματίζονται με καθορισμένη τροποποίηση του βασικού συμβόλου. Το ίδιο συμβαίνει και στις ινδικές γραφές. Στις σημιτικές γραφές αντί τροποποίησης του βασικού συμβόλου προστίθενται σε κατάλληλη θέση του, διακριτικά όπως στιγμές ή παύλες που προσδιορίζουν σε ποια συλλαβή αντιστοιχεί το συμπληρωμένο σύμβολο. Στις περισσότερες σημιτικές γραφές, το αρχικό βασικό σύμβολο μόνο του δεν χρησιμοποιείται για καμμιά συλλαβή. Επιπλέον στις σημιτικές γραφές, ακόμη και όταν τα σύμφωνα σχηματίζουν συλλαβή μόνα τους χρησιμοποιείται συνήθως για την παράστασή αυτής της συμφωνικής συλλαβής το αρχικό σύμβολο μαζί με κάποιο ιδιαίτερο διακριτικό, όπως συμβαίνει και στις συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν



6. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, για τον τρόπο γραφής και ανάγνωσης διαφορά ανάμεσα στις δύο απόψεις δεν υπάρχει.
Κατά τη μία άποψη το σύμβολο κ μπορεί να παριστά οποιοδήποτε από τους ήχους [κ], [ κα ], [ κε ], [ κι ], [ κο] κ.λ.π. και ο αναγνώστης καλείται να μαντέψει ποιόν από αυτούς τους ήχους παριστά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά την άλλη άποψη το σύμβολο κ παριστά τον ήχο [κ] του συμφώνου της συλλαβής και ο αναγνώστης καλείται να μαντέψει με ποιο φωνηεντικό ήχο θα συνδυάσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τον συμφωνικό ήχο [κ] για να αναγνωρίσει τον ζητούμενο κατά την ανάγνωση συλλαβικό ήχο.
Για να παρίσταναν όμως τον ήχο του συμφώνου της συλλαβής θα πρέπει να είχαν κάνει τον κρίσιμο διαχωρισμό του ήχου του συμφώνου από τον συνολικό ήχο της συλλαβής. Στην περίπτωση όμως αυτή, θα είχαν ξεχωρίσει και τον ήχο του φωνήεντος της συλλαβής. Αν δηλαδή είχε γίνει κατανοητό ότι ο ήχος [κα] προκύπτει από διαδοχική εκφορά του ήχου [κ] και ενός άλλου ήχου θα είχε γίνει αντιληπτό ότι αυτός ο άλλος ήχος είναι ο ήχος [α]. Τότε όμως με την ίδια σκέψη που απέδωσαν ένα σύμβολο στη ήχο [κ] θα είχαν αποδώσει και ένα σύμβολο στον ήχο [α]. Είναι αδύνατο να είχαν ανακαλύψει ότι οι συλλαβές είναι σύνθετοι ήχοι που σχηματίζονται από τη συνεκφορά διακριτών γλωσσικών ήχων, συμφώνων και φωνηέντων εν γένει, και να μη δημιούργησαν σύμβολα και για τα σύμφωνα και για τα φωνήεντα.

7. Η περίπτωση μιας από τις σημιτικές γραφές, της ουγκαριτικής, ενισχύει περαιτέρω το προηγούμενο επιχείρημα. Στην ουγκαριτική γραφή υπήρχαν 27 γράμματα που κατά τη μία άποψη παρίσταναν συλλαβές του τύπου σύμφωνο ή σύμφωνο-φωνήεν με τον ίδιο τρόπο που αυτό γινόταν σε όλες τις σημιτικές γραφές και 3 γράμματα που παρίσταναν συλλαβές που σχηματίζονταν από ένα μόνο φωνήεν, όπως αυτό το τελευταίο γινόταν και στη γραμμική Β. Κατά την άλλη άποψη τα 27 γράμματα παρίσταναν τα σύμφωνα που τα είχαν αναγνωρίσει ως ήχους - μέρος του ήχου των συλλαβών, ενώ τα τρία επιπλέον γράμματα παρίσταναν φωνήεντα που επίσης τα είχαν αναγνωρίσει ως ήχους - μέρος του ήχου των συλλαβών. Τότε όμως ξέροντας ότι ο συλλαβικός ήχος [κα] αποτελείται από το συμφωνικό ήχο [κ] και το φωνηεντικό ήχο [α], τη συλλαβή [κα] θα την έγραφαν κα. Την έγραφαν όμως κ, όπως έγραφαν και τις συλλαβές [κ], [κε], [κι], [κο] κ.λ.π. Ο ήχος της λέξης [κακία] για παράδειγμα γραφόταν κκα. Το πρώτο γράμμα αυτής της λέξης διαβαζόταν [κα], το δεύτερο [κι] και το τρίτο [α]. Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν είχαν αναλύσει τις συλλαβές στους απλούς συστατικούς τους ήχους, ότι δεν ήξεραν ούτε σύμφωνα ούτε φωνήεντα αλλά γνώριζαν και αναγνώριζαν μόνον ακέραιους συλλαβικούς ήχους και φυσικά αυτούς τους συλλαβικούς ήχους παρίσταναν με τα γράμματα της γραφής τους.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα 27 γράμματα παρίσταναν σύμφωνα-φθόγγους και τα 3 φωνήεντα-συλλαβές. Αλλά αν είχαν ανακαλύψει τα σύμφωνα-φθόγγους, θα είχαν ανακαλύψει και τα φωνήεντα-φθόγγους. Τότε όμως γιατί θα πρόκριναν σύμβολα μόνο για τα φωνήεντα-συλλαβές; Τα ίδια σύμβολα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν και ως σύμβολα για τα φωνήεντα και όταν τα φωνήεντα αποτελούσαν φθογγικούς ήχους, μέρος του ήχου συλλαβών.


Η γραφή γραμμική Α

 Η παλαιότερη μινωική γραφή είναι η κρητική ιερογλυφική γραφή που ήταν κατά τον Γκάρεθ Όουενς γραφή λογοσυλλαβική.  Οι Κρήτες γνώρισαν τη γραφή πιθανώς από τους Αιγύπτιουςν, δημιούργησαν όμως γραφές εντελώς πρωτότυπες με δικά τους ιδιαίτερα γνωρίσματα.   Η κρητική ιερογλυφική γραφή  γχρησιμοποιήθηκε από το 2000 ή και νωρίτερα, έως το 1500 π.Χ. περίπου.  Μια δεύτερη εικονογραφική μορφή της εκπροσωπείται από ένα μόνο δείγμα, το «Δίσκο της Φαιστού»1.
Από την κρητική ιερογλυφική γραφή προήλθε η γραμμική Α. Χρησιμοποιήθηκε από το 1750 έως το 1450 π.Χ. για τη γραφή της κρητικής μινωικής γλώσσας και είναι η πρώτη γραφή που γνώρισαν οι Έλληνες.
Ο Γάλλος αρχαιολόγος Πολ Φορ (1916 - 2007) μελετώντας τη γραμμική Α είχε φτάσει στην άποψη ότι με τη γραφή αυτή γραφόταν ή η ελληνική ή τουλάχιστον μια γλώσσα ινδοευρωπαϊκή πολύ συγγενική προς την ελληνική.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Μηνάς Τσικριτσής προτείνει μια αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Α με την παραδοχή ότι σε κάποιες από τις πινακίδες που σώζονται γράφεται με τη Γραμμική Α η αιολική διάλεκτος της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας.
O Γ. Μπαμπινιώτης έχει τη γνώμη ότι μόνο κατά την τελευταία φάση της χρήσης της μπορεί να χρησιμοποιήθηκε η γραμμική Α για τη γραφή της ελληνικής (για τη γραφή διαλέκτων της μυκηναϊκής ελληνικής).

Ο Γκάρεθ Όουενς «διάβασε» τους χαρακτήρες της γραμμικής Α που διατηρούνται και στη γραμμική Β με την ηχητική αξία που σε αυτή τη γραφή έχουν, και κατέληξε ότι με τη γραμμική Α γραφόταν μια γλώσσα του κλάδου satem των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών συγγενής προς τα σανσκριτικά, τα αρμενικά και τα ελληνικά, γλώσσες επίσης ινδοευρωπαϊκές. Τα ελληνικά ανήκουν στον κλάδο centum των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, ενώ τα σανσκριτικά και τα αρμενικά ανήκουν στον κλάδο satem.

Τα γράμματα της γραμμικής Α ήταν περίπου 90. Η Henriette Walter γράφει ότι κάποια από αυτά θυμίζουν σύμβολα που έχουν ανακαλυφθεί στην κοιλάδα του Δούναβη και ανάγονται στην 4η χιλιετία π.Χ. Έχουν επίσης παρόμοιο χαρακτήρα με τα γράμματα της ξύλινης πινακίδας που βρέθηκε στο Δισπηλιό της Καστοριάς και χρονολογείται περίπου στο 5000 π.Χ.2.

Τμήμα επιγραφής γραμμένης σε κεραμικό με τη γραφή γραμμική Α. Η γραμμική Α αναπτύχθηκε από τους Μινωίτες και χρησιμοποιήθηκε από το 1750 μέχρι το 1450 π.Χ. περίπου για τη γραφή της μινωικής γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια της χρήσης της μπορεί να χρησιμοποιήθηκε και για τη γραφή της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας.
Τα γράμματα της γραμμικής Α ήταν καλοσχηματισμένα. Θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και γράμματα που παρίσταναν φωνήεντα ως συλλαβικούς ήχους (Γκάρεθ Όουενς: Λαβυρινθος 2004 και Μηνά Τσικριτσή: Γραμμική Α 2001). Μεταξύ των γραμμάτων της περιλαμβάνονται ακόμη αρκετά γράμματα εμφανώς παρόμοια με γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν είτε στην μεταγενέστερη ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή, είτε στην επίσης μεταγενέστερη φοινικική γραφή, είτε στα ακόμη μεταγενέστερα ελληνικά αλφάβητα είτε σε κάποια από αυτά ή και σε όλα αυτά.

Αν πράγματι στην γραμμική Α υπάρχουν σύμβολα φωνηέντων και στην Κρητική ιερογλυφική γραφή δεν υπάρχουν τότε η γραμμική Α είναι η πρώτη γραφή που είχε σύμβολα για φωνήεντα. Αν επιπλέον είχε και ορθογραφία που επέτρεπε την ακριβή γραφή και ανάγνωση συμπλεγμάτων συμφώνων όπως συνέβαινε στη γραμμική Β, τότε είναι αναμφισβήτητα ένα εξαιρετικά προηγμένο σύστημα γραφής και ο μακρινός πρόδρομος του αλφαβήτου.

Από τη γραμμική Α προήλθαν άμεσα η μυκηναϊκή γραμμική Β και οι κυπρομινωικές γραφές.

Σημειώσεις

1. Δύο ερωτήματα που μου έχουν τεθεί προφορικά αφορούν τη μινωική Κρήτη.

Το πρώτο αναφέρεται στον δίσκο της Φαιστού. Ο δίσκος της Φαιστού τι μπορεί να γράφει και με τι είδους γραφή είναι γραμμένος;
Για το ερώτημα αυτό μπορώ μόνο να παραπέμψω στο βιβλίο του Gareth Owens «Λαβύρινθος,, γραφές και γλώσσες της μινωικής και μυκηναϊκής Κρήτης» (σελίδες185-203). Περιλαμβάνει απλή αναφορά βιβλιογραφίας, βιβλιοκριτική για σχετικό έργο που εκδόθηκε και στα ελληνικά και μια σύντομη παρουσίαση και δικαιολόγηση προσωπικών απόψεων για το θέμα του ίδιου του Gareth Owens. Από το άρθρο στο βιβλίο αντλώ και παρουσιάζω συνοπτικά κάποιες πληροφορίες.


-Το κείμενο του δίσκου περιλαμβάνει 45 διακριτούς χαρακτήρες και 242 γράμματα που συνιστούν 61 ομάδες, τυπωμένα με 45 ξεχωριστές σφραγίδες που μπορεί να ήταν χρυσές. Ο δίσκος είναι τυπωμένος και στις δύο πλευρές του, το μισό κείμενο σε κάθε πλευρά. Έχει βρεθεί ποια είναι η πρώτη και ποια η δεύτερη πλευρά. Σε κάθε πλευρά το κείμενο διαβάζεται σπειροειδώς από την περιφέρεια προς το κέντρο. Ο δίσκος έχει διάμετρο 16 περίπου εκατοστών.
- Ο αριθμός των διαφορετικών χαρακτήρων (45 σε ένα κείμενο 242 γραμμάτων) πείθει ότι δεν πρόκειται για γραφή σημασιογραφική αλλά για γραφή φωνητική και ειδικότερα συλλαβική
-Φαίνεται να υπάρχει σχέση μεταξύ της γραφής του δίσκου και των λεγομένων κρητικών ιερογλυφικών χωρίς όμως και να αποδεικνύεται. Ο εντονότερα εικονιστικός χαρακτήρας των γραμμάτων του δίσκου οφείλεται στο ότι πρόκειται για γράμματα που δεν χαράχθηκαν αλλά τυπώθηκαν με σφραγίδες.
-Η επανάληψη των ίδιων γραμμάτων σε επιλεγμένες θέσεις στο τέλος ομάδων γραμμάτων δηλώνει κάποιο είδος ομοιοκαταληξίας
-Το σκόπιμο ψήσιμο του δίσκου, η προσεκτική αποτύπωση των γραμμάτων του με σφραγίδες και ο χώρος στον οποίο βρέθηκε συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι πρόκειται για θρησκευτικό κείμενο. Η ομοιοκαταληξία σε ένα θρησκευτικό κείμενο δηλώνει θρησκευτικό ύμνο. Θρησκευτικός ύμνος στη μινωική Κρήτη σημαίνει ύμνος προς τη μεγάλη μητέρα θεά.
-Η γλώσσα του κειμένου πρέπει να είναι η γλώσσα της μινωικής Κρήτης που παραμένει άγνωστη. Ο Όουενς θεωρεί ότι πρόκειται για γλώσσα ινδοευρωπαϊκή, συγγενική προς την ελληνική, την σανσκριτική και την αρμενική.


Το δεύτερο ερώτημα είναι: «Γιατί διακρίνω τους Μινωίτες από τους Έλληνες;»
Η απάντησή μου είναι απλή. Οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι Έλληνες είχαν διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές θεότητες, διαφορετικούς τύπους λατρείας, διαφορετικούς τάφους και διαφορετικά έθιμα ταφής. Ακόμη ανέπτυξαν, όχι την ίδια περίοδο, ξεχωριστούς πολιτισμούς. Τον Μινωικό οι μεν, τον Μυκηναϊκό υπό Μινωική επίδραση οι δε. Επί αυτών δεν έχει αναπτυχθεί κανενός είδους αντίλογος.
Η ελληνική Κρήτη που πήρε μέρος και στην εκστρατεία κατά της Τροίας, δημιουργήθηκε αργότερα. Ο πληθυσμός της προερχόταν και από Μινωίτες και από Μυκηναίους αλλά ήταν πλήρως εξελληνισμένος.


2. Henriette Walter: Η Περιπέτεια των Γλωσσών της Δύσης 1994. Η Henriette Walter αναφέρει ότι μεταξύ των συμβόλων που ανακαλύφθηκαν στην κοιλάδα του Δούναβη βλέπουμε M, V , W, Χ και άλλα παρόμοιου είδους σχήματα. Ανάλογα σύμβολα έχουν βρεθεί και σε σφραγίδα που βρέθηκε στην περιοχή των Γιαννιτσών. Εξ άλλου ο καθηγητής Γ. Χ. Χουρμουζιάδης σε βιβλίο του για το Δισπηλιό Καστοριάς παραθέτει σύμβολα που ανακάλυψε εκεί σε ξύλινη πινακίδα που τα δείχνει ως παρόμοιου τύπου με κάποια γράμματα της γραμμικής Α και με σύμβολα παλαιοευρωπαϊκών πήλινων πινακίδων. Φυσικά τα γράμματα της πινακίδας, όπως και τα γράμματα παλαιοευρωπαϊκών πινακίδων είναι σύμβολα προβαθμίδων γραφής και δεν παριστάνουν ήχους συλλαβών αλλά πιθανώς παριστάνουν έννοιες ως έννοιες και όχι γλωσσικούς ήχους. Εδώ απλά επισημαίνουμε και πάλι ότι τα γραφήματα των γραμμάτων γνωστών συστημάτων γραφής έχουν στενή σχέση με παλαιότατα σύμβολα προβαθμίδων γραφής. Η πινακίδα του Δισπηλιού χρονολογείται κοντά στο 5000 π.Χ..



Η γραφή γραμμική Β

Αν και υπάρχει το ενδεχόμενο η γραμμική Α να χρησιμοποιήθηκε τελικά και για τη γραφή της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας, η γραμμική Β αποτελεί την παλαιότερη γνωστή γραφή της και το πρώτο σύστημα γραφής που δημιουργήθηκε από Έλληνες για τη γραφή της γλώσσας τους. Δημιουργήθηκε από τους Μυκηναίους Έλληνες στην Κρήτη και αποτελεί προσαρμογή της γραμμικής Α στην ελληνική γλώσσα. Οι Έλληνες από τους Μινωίτες έμαθαν να γράφουν.
Η γραμμική Β΄ χρησιμοποιήθηκε αποδεδειγμένα περίπου από το 1500 μέχρι τον δωδέκατο αιώνα π.Χ..  Στην εγκυκλοπαίδεια "Britannica" (άρθρο Writing) υπογραμμίζεται ότι η γραμμική Β ήταν το πρώτο σύστημα γραφής που απέδωσε με συνέπεια όλους τους συλλαβικούς ήχους μιας γλώσσας (της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας). Πιθανόν αυτό το χαρακτηριστικό να προερχόταν από τη μη αποκρυπτογραφημένη μινωική γραμμική Α.  Στις προηγούμενες της γραμμικής Β αποκρυπτογραφημένες συλλαβικές γραφές δεν υπήρχαν γράμματα για όλες τις συλλαβές και η γραπτή απόδοση συλλαβών για τις οποίες δεν υπήρχε γράμμα γινόταν κατά τρόπο ασαφή και ασυστηματοποίητο, διευκρινίζεται στην εγκυκλοπαίδεια. 
Η γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από το Βρετανό αρχιτέκτονα Βέντρις (Μ. Ventris). Ο Βέντρις βασίστηκε κατά ένα μέρος στην έρευνα της πρόωρα χαμένης Αμερικανίδας αρχαιολόγου Alice Kober για τα γένη και τις κλίσεις των ονομάτων που είχαν καταγραφεί στις μυκηναϊκές πινακίδες της Κρήτης
(Κάποιες πληροφορίες σχετικές με την επιβεβαίωση της ορθότητας της αποκρυπτογράφησης του Βέντρις θα βρείτε στην ανάρτηση "Αλφάβητο και αλφαβητική γραφή" στη σημείωση 3 του τίτλου 3 της ανάρτησης)

Περιλαμβάνει 91 γραμμικά φωνητικά σύμβολα εκ των οποίων 86 παριστάνουν συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν, ενώ τα υπόλοιπα πέντε είναι σύμβολα συλλαβών του τύπου φωνήεν1.
 Πενήντα περίπου από τα γράμματά της είναι ίδια, τουλάχιστον κατά το σχήμα, με γράμματα της γραμμικής Α. Η χρησιμοποίηση γραμμάτων στη γραμμική Β για τα πέντε φωνήεντα, έστω μόνο για τις περιπτώσεις που τα φωνήεντα σχημάτιζαν μόνα τους συλλαβή, δείχνει ότι οι Έλληνες είχαν αναγνωρίσει τους φωνηεντικούς ήχους ως ιδιαίτερους ήχους γεγονός που διευκόλυνε την ανάλυση του ήχου των υπόλοιπων συλλαβών σε απλούς ήχους. Ας σημειωθεί ότι τόσο στη γραμμική Β΄ όσο και στο κυπριακό συλλαβάριο υπήρχαν πέντε γράμμτα για τα φωνήεντα , όσα δηλαδή είχε αργότερα και το αλφάβητο, και αυτό παρά το γεγονός ότι στην ελληνική μεταμυκηναϊκή γλώσσα υπήρχαν περισσότεροι από πέντε  φωνηεντικούς φθόγγους (Μανώλης Ανδρόνικος)


Ο Woodard μελετώντας τις ελληνικές γραφές από το ξεκίνημά τους, ανακάλυψε ότι η ορθογραφία της γραμμικής Β επιτρέπει τη γραπτή απόδοση και ακριβή ανάγνωση συμπλεγμάτων διαδοχικών συμφώνων σε ενδιάμεσες συλλαβές και επισημαίνει ότι αυτό το γεγονός δημιουργεί μία γέφυρα μεταξύ της Γραμμικής Β και του Αλφαβήτου (Roger D. Woodard: Greek Writing from Knossos to Homer, 1997).
Ένα άλλο γνώρισμά της ήταν ότι συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν γράφονταν με το ίδιο γράμμα αν περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν και οποιοδήποτε από τα σύμφωνα κ, γ, χ. Το ίδιο συνέβαινε και για συλλαβές που περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν και οποιοδήποτε από τα σύμφωνα π, β, φ. 
Tα χαρακτηριστικά της γραμμικής Β που δημιουργούσαν σχέση με το αλφάβητο πέρασαν στο κυπριακό συλλαβάριο και εξελίχθηκαν περαιτέρω.


Η γραμμική Β περιελάμβανε και 160 περίπου λογογράμματα που αποτελούσαν λογιστικά και αριθμητικά σύμβολα. Κατατάσσεται ωστόσο στα καθαρά συλλαβικά συστήματα γραφής.

Σημειώσεις

1. Οι Μυκηναίοι είχαν ανάγκη χρήσης φωνηεντικών γραμμάτων γιατί έγραφαν συλλαβικά και στην Ελληνική γλώσσα τα φωνήεντα σχηματίζουν και μόνα τους συλλαβές, και χρειάζονταν γράμματα για να τις γράφουν.

Δεν θα μπορούσαν να γράψουν τη γλώσσα τους χωρίς αυτά τα γράμματα. Στη Μυκηναϊκή Γραμμική Β για να γράψουμε τη λέξη αέριο, θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή α, στη συνέχεια ένα γράμμα διαφορετικό από το πρώτο, που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ε, και ένα τρίτο γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ρι και τέλος ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ο. Τεσσερεις διαφορετικές συλλαβές, ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, σύνολο τέσσερα διαφορετικά γράμματα. Στη Γραμμική Β τα σύμβολα για τα φωνήεντα εχρησιμοποιούντο μόνον όταν τα φωνήεντα σχημάτιζαν μόνα τους ακέραιο συλλαβικό ήχο γεγονός που επιβεβαιώνει το συλλαβικό χαρακτήρα της γραφής. Με τη φοινικική γραφή, από τις 4 συλλαβές της λέξεως αέριο ήταν δυνατόν να γραφεί μόνο η συλλαβή ρι. Δεν υπήρχαν γράμματα στη φοινικική γραφή για την γραφή των φωνηεντηκών συλλαβών α, ε, ο, γιατί στη φοινικική γλώσσα τα φωνήεντα αυτά, οπως και όλα τα φωνήεντα, δεν σχημάτιζαν συλλαβές μόνα τους και οι Φοίνικες με κάθε γράμμα έγραφαν κάθε φορά μια συλλαβή έστω κι αν δεν έγραφαν πάντα την ίδια συλλαβή με το ίδιο γράμμα. 




Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή (κυπριακό συλλαβάριο)

Οι αρχαιότερες κυπριακές γραφές χρονολογούνται από το 1600 π.Χ. και αποδίδουν μια ομάδα γραφών που καλούνται κυπρομινωικές. Λόγω ομοιότητας των γραμμάτων, θεωρείται ότι οι γραφές αυτές κατάγονται από τη μινωική γραμμική Α και από αυτή την υπόθεση προέρχεται η ονομασία τους. Αναφέρονται τρεις κυπρομινωικές γραφές Ι, ΙΙ και ΙΙΙ που δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί και είναι πολύ πιθανό κάθε μία από τις τρεις να χρησιμοποιήθηκε για μια διαφορετική γλώσσα.
Η κυπρομινωική Ι χρησιμοποιήθηκε πιθανώς από τα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα μέχρι το δωδέκατο π.Χ. αιώνα. Γράμματά της είναι ίδια με γράμματα των αλφαβήτων.
Οι κυπρομινωικές ΙΙ και ΙΙΙ είναι γνωστές από ντοκουμέντα του δέκατου τρίτου π.Χ. αιώνα που βρέθηκαν στην Κύπρο στην Παλαιστίνη και στην Ουγκαρίτ.


Πινακίδα με γραφή Κυπρομινωική Ι του 16ου αιώνα π.Χ.. Από την Κυπρομινωική Ι προήλθε η ελληνική κυπριακή γραφή.  Διακρίνονται πολλοί χαρακτήρες παρόμοιοι με τους αλφαβητικούς



Κατά τον 11ο π.Χ. αιώνα Μυκηναίοι Έλληνες άποικοι στην Κύπρο καταγόμενοι από την Αρκαδία, διαμόρφωσαν από την κυπρομινωική Ι μία νέα γραφή, το κυπριακό συλλαβάριο ή αλλιώς ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή, για να γράφουν τη δική τους αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, μια διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας.
Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή αποτέλεσε έτσι το δεύτερο γνωστό ελληνικό σύστημα γραφής.

Είναι γραφή καθαρά συλλαβική. Περιλαμβάνει 56 γράμματα. Πέντε από αυτά παριστάνουν συλλαβές του τύπου φωνήεν όπως και στη Γραμμική Β. Τα υπόλοιπα παριστάνουν συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν. Στην ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή η λέξη κακία θα γραφόταν με τρία αλλά διαφορετικά μεταξύ τους γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή.
Όμως ο  ήχος [Ξ] αν και σύμπλεγμα δύο συμφώνων ( [Ξ] = [ΚΣ] ), εθεωρείτο ως απλός ήχος και η συλλαβή [ΞΑ] γραφόταν με ένα γράμμα, ως συλλαβή του τύπου σύμφωνο + φωνήεν. Αυτό διευκόλυνε την αναγνώριση συμπλεγμάτων συμφώνων στην αρχή των λέξεων. Η συνήθεια αυτή πέρασε και στην αλφαβητική γραφή. Ο ήχος [Ξ] αν και σύνθετος γράφεταιμε ένα γράμμα.

Ας σημειωθεί ότι στην Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή δεν υπήρχε διάκριση άηχων, ηχηρών και δασέων συμφώνων. Αυτό σημαίνει ότι οι συλλαβές κα , γα, χα που σχηματίζονται από το άηχο ουρανικό κ ή το ηχηρό ουρανικό γ ή το δασύ ουρανικό χ (χ = κh) και το ίδιο φωνήεν (εδώ το α), γράφονταν με το ίδιο γράμμα. Ανάλογα ισχύουν και για την ομάδα ταν χειλικών  β, φ όταν σχηματίζουν συλλαβή με το ίδιο φωνήεν και επίσης με την ομάδα των οδοντικών συμφώνων τ, δ, θ.

Η τεχνική αυτή κατάταξης των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες που συμβολίζονταν με το ίδιο γράμμα ήταν πιο σύνθετη και πιο επεξεργασμένη από την τεχνική που είχε υιοθετηθεί από αιγυπτιακό πρότυπο στις σημιτικές γραφές και εισήγαγε σημαντικά μικρότερου βαθμού αμφιβολία κατά την ανάγνωση σε σχέση πάντα με το βαθμό αμφιβολίας που εδημιουργείτο κατά την ανάγνωση των σημιτικών γραφών.
Η Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή γραφόταν όμως με 56 γράμματα, ενώ η Ουγκαριτική με 30 και η φοινικική με 22. Η Ουγκαριτική γραφή δεν ήταν γνωστή στους Έλληνες των σκοτεινών χρόνων. 

Εκτός από τα φωνήεντα και τη μη διάκριση άηχων, ηχηρών και δασέων συμφώνων, στοιχείο που προερχόταν από τη γραμμική Β ήταν η διατήρηση και η βελτίωση μιας «ορθογραφίας» που επέτρεπε τη γραπτή απόδοση και ακριβή ανάγνωση συμπλεγμάτων διαδοχικών συμφώνων. Η βελτίωση αφορά την επινόηση μηχανισμών για την καταγραφή τόσο του πρώτου συμφώνου που εμφανίζεται στην αρχή συμπλέγματος συμφώνων στην αρχή των λέξεων, όσο και των τελικών συμφώνων των λέξεων. Βελτίωση πρέπει να θεωρηθεί επίσης η διάκριση των συμφώνων [Λ] και [Ρ], η μείωση του συνολικού αριθμού των γραμμάτων σε 56 και η βελτίωση της μορφής τους. Τα γράμματα της ελληνικής κυπριακής γραφής ήταν πλήρως γραμμικά, απλά, σαφή, αμέσως διακριτά και αναγνωρίσιμα και έδιναν όμορφη εμφάνιση στα κείμενα.
Ο Powell στο βιβλίο Homer and the Origin of the Greek Alphabet 1991, αναφέρει ότι το κυπριακό συλλαβάριο είναι ένα σύστημα γραφής με καλοσχεδιασμένα γράμματα, καθαρά φωνητικό, αξιοθαύμαστης απλότητας και καθαρότητας, ένα μεγάλο επίτευγμα στην ιστορία της γραφής. Σε αντίθεση με τη φοινικική γραφή που παρίστανε ατελώς και με αμφίβολο τρόπο τους συλλαβικούς ήχους, η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή γράφει ο Powell, λίγο υστερούσε από το αλφάβητο στην ακρίβεια της απόδοσης των ήχων της Ελληνικής (Barry Powell: Homer and the Origin of the Greek Alphabet, 1991).



Τα γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή και η ηχητική τους αξία. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδα 155)


Επιγραφή με ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδα 155)

Όσον αφορά περαιτέρω ενδείξεις για τη σχέση του κυπριακού συλλαβαρίου με το αλφάβητο πέραν εκείνων που αναφέρθηκαν, ο Woodard συμπέρανε ότι
- η επιλογή στο ελληνικό αλφάβητο των φθόγγων και των γραμμάτων που αντιστοιχήθηκαν στα φοινικικά συριστικά γράμματα, η οποία φαίνεται στους ερευνητές περίπλοκη, μπερδεμένη και προβληματική, γίνεται εύλογη αν γίνει δεκτό ότι ο επινοητής του αλφαβήτου ήταν εξοικειωμένος με την ορθογραφική παράδοση της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής.
Πέρα από αυτά ο Woodard συμπέρανε ότι
- τα χαρακτηριστικά γραμμάτων του αλφαβήτου που έχουν οδηγήσει μερικούς ερευνητές να μετακινήσουν τις αρχές του σε πολύ πρώιμη εποχή (μέχρι και το 1500 π.Χ.), εξηγούνται απλά και χωρίς μετακίνηση του χρόνου δημιουργίας του, μόνο με την υπόθεση ότι η επινόηση του έγινε από άνθρωπο εκπαιδευμένο στη χρήση αυτής της γραφής.

Ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι σε όλα τα αλφάβητα υπάρχει ιδιαίτερο γράμμα για τον ήχο [Ξ] αν και ο ήχος [Ξ] δεν είναι φθόγγος αλλά διπλός ήχος ( [Ξ] = [Κ + Σ] ) και επομένως θα μπορούσε να γραφεί ως ΚΣ. Στα ευβοϊκά αλφάβητα χρησιμοποιήθηκε το γράμμα Χ ενώ σε άλλα αλφάβητα το γράμμα Ξ. Στο κυπριακό συλλαβάριο εξ αιτίας του τρόπου που χρησιμοποιούσαν για την καταγραφή συμπλεγμάτων συμφώνων, ήταν αναγκαίο να καταγράφονται οι ήχοι [ΚΣ + Φωνήεν] σαν να ήταν ο ήχος [ΚΣ] απλός. Έτσι είχαν επιλέξει να παριστάνει  γράμμα που μοάζει με το Χ τη συλλαβή [ΞΑ] = [ΚΣΑ] και αυτό εξηγεί τη χρησιμοποίηση στα αλφάβητα ενός γράμματος για τον σύνθετο ήχο [ΚΣ] και μάλιστα του γράμματος Χ για τα ευβοϊκά και από εκεί για όλα τα δυτικά αλφάβητα.
Ο επινοητής του αλφαβήτου ήταν χρήστης της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής συμπεραίνει ο Roger D. Woodard.


Ας σημειωθεί ότι περίπου δέκα από τα γράμματά του κυπριακού συλλαβαρίου αναγνωρίζονται ως παρόμοια γραμμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στα ελληνικά αλφάβητα. 
Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο μέχρι τον τέταρτο π.Χ. αιώνα. Σώζονται σχεδόν 500 ελληνικά κείμενα γραμμένα με αυτήν τη γραφή.




Παραδείγματα γραφής και ανάγνωσης στις διάφορες γραφές

Ας διευκρινίσουμε το πώς γράφεται και διαβάζεται κάτι στις γραφές που έχουν αναφερθεί στη συζήτηση αυτού του άρθρου. Θα αρχίσουμε παραθέτοντας πώς θα γράφαμε και πώς θα διαβάζαμε σε αυτές τις γραφές, τη λέξη ''κακό'' και τη λέξη “κακία”.

Για να γράψουμε τη λέξη κακό στη γραμμική Α θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'' και στη συνέχεια ένα γράμμα, διαφορετικό από το πρώτο, που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κο''. Σύνολο δύο γράμματα, ένα γράμμα για κάθε συλλαβή. Δεν ξέρουμε ποια είναι αυτά τα γράμματα, ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν. Ξέρουμε ότι στη γραμμική Α χρησιμοποιούσαν 90 περίπου συλλαβογράμματα, που σχεδόν όλα είχαν μονοσήμαντη ανάγνωση. Υπάρχει σήμερα πλήρης πίνακας όλων των γραμμάτων, δεν είναι όμως γνωστό το ποιος συλλαβικός ήχος αντιστοιχούσε σε κάθε γράμμα. Αν κάποιος γνώριζε αυτήν την αντιστοιχία θα μπορούσε να διαβάσει χωρίς δυσκολία ένα κείμενο γραμμένο με αυτή τη γραφή. Θα έπρεπε όμως να θυμάται και να αναγνωρίζει αμέσως τα γράμματα-σύμβολα 90 περίπου συλλαβικών ήχων.

Ανάλογα θα γράφαμε και τη λέξη ΚΑΚΙΑ. Θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'', στη συνέχεια ένα γράμμα, διαφορετικό από το πρώτο, που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κι'' και τέλος ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''α''. Ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, σύνολο τρία γράμματα. Στη γραμμική Α θεωρείται γενικά πιθανό ή σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχαν σύμβολα για φωνήεντα που εχρησιμοποιούντο όμως μόνο όταν τα φωνήεντα σχημάτιζαν μόνα τους ακέραιο συλλαβικό ήχο. Το σύμβολο του συλλαβικού ήχου [α] όμως δεν είχε καμιά σχέση με το σύμβολο του συλλαβικού ήχου [κα].

Για τη γραμμική Β΄ ισχύουν ακριβώς όσα αναφέρουμε στη συνέχεια για την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή.

Στην σφηνοειδή ουγκαριτική γραφή θα γράφαμε με παρόμοιο τρόπο. Για τη λέξη ΚΑΚΟ θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'' και στη συνέχεια ένα γράμμα , που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κο''. Σύνολο δύο γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή. Επειδή όμως στις σημιτικές γραφές οι συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους γράφονταν με το ίδιο γράμμα, τα δύο γράμματα θα ήταν όμοια. Το ίδιο γράμμα που θα χρησιμοποιούσαμε αν γράφαμε και οποιαδήποτε από τις συλλαβές ''κε, κι, κου, κ.'' (Στις σημιτικές γλώσσες κάποια σύμφωνα μπορούν να σχηματίζουν μόνα τους συλλαβή.)
Η γραφή στην ουγκαριτική γραφή ήταν απλούστερη από ότι στις γραμμικές Α και Β αφού εξ αιτίας της χρησιμοποίησης του ίδιου γράμματος για πολλούς συλλαβικούς ήχους ο γράφων χρειαζόταν να θυμάται μικρό αριθμό γραμμάτων (27+3 στην ουγκαριτική, 22 στη φοινικική γραφή). Ο αναγνώστης όμως δεν μπορούσε να ξέρει αν με τα δύο όμοια γράμματα θα έπρεπε να διαβάσει τη λέξη ΚΑΚΟ ή τη λέξη ΚΟΚΑ ή ακόμη κάποια από τις λέξεις ΚΟΚΟ, ΚΑΚΑ, ΚΙΚΟ, ΚΑΚΗ, ΚΟΥΚΙ, ΚΕΚΕ, ΚΟΥΚΟ, ΚΟΥΚΑ ΚΙΚΗ και άλλες, αφού όλες αυτές οι λέξεις γράφονταν ακριβώς όπως η λέξη ΚΑΚΟ. Και είναι φανερό ότι όλες οι λέξεις παρουσίαζαν δυσκολία ανάγνωσης και ότι οι άγνωστες λέξεις ήταν αδύνατο να διαβαστούν.

Και για τη λέξη ΚΑΚΙΑ θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'', στη συνέχεια ξανά το ίδιο γράμμα, για να διαβαστεί ως η συλλαβή ''κι'' και τέλος ένα γράμμα που είχε μονοσήμαντη ανάγνωση και θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''α''. Ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, σύνολο τρία γράμματα.
Όμως η πρώτη συλλαβή για παράδειγμα θα μπορούσε να διαβαστεί και κου (και όχι μόνο). Έτσι η λέξη κακία θα ήταν δυνατό να διαβαστεί και ως κουκία.
Τώρα αν τα γράμματα της ουγκαριτικής γραφής παρίσταναν τα μεν 27 τα σύμφωνα, δηλαδή το συμφωνικό μέρος των συλλαβικών ήχων και τα άλλα 3 τα φωνήεντα , δηλαδή το φωνηεντικό μέρος των συλλαβικών ήχων όπως κάποιοι καλόπιστα ή κακόπιστα ισχυρίζονται, τότε τη λέξη κακία θα την έγραφαν με πέντε γράμματα. Τη συλλαβή κα θα την έγραφαν με δύο γράμματα που θα συμβόλιζαν τους φθόγγους [κ] και [α]. Τα γράμματα για τους φθόγγους [κ] και [α] υποτίθεται ότι τα είχαν.
Αν έτσι έγραφαν, θα έγραφαν πράγματι αλφαβητικά. Όμως έγραφαν με τον τρόπο που στην προηγούμενη παράγραφο περιγράψαμε, δηλαδή έγραφαν συλλαβικά. Έγραφαν και διάβαζαν ένα γράμμα για κάθε συλλαβή. Δεν είχαν αναλύσει τους ήχους των συλλαβών στους υποκείμενους απλούς συμφωνικούς και φωνηεντικούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται και επομένως δεν ήξεραν ούτε σύμφωνα ούτε φωνήεντα.

Για τη φοινικική γραφή γαι τη λέξη ΚΑΚΟ ισχύουν ακριβώς τα ίδια. Θα γράφαμε δύο γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή, και η ανάγνωση θα ήταν πολύ αμφίβολη γιατί κάθε γράμμα εχρησιμοποιείτο για τη γραφή πολλών συλλαβών. Τα γράμματα όμως της Φοινικικής ήταν γραμμικά, ευκολοσχεδίαστα και εύκολα αναγνωρίσιμα όπως και τα γράμματα των γραμμικών Α και Β, ενώ αντιθέτως τα γράμματα της Ουγκαριτικής γραφής σχηματίζονταν με ομάδες μικρών σφηνών ήταν δυσκολοσχεδίαστα και ήταν αρκετά πιο δύσκολο το να διακρίνεται το ένα από το άλλο.
Τώρα για τη λέξη ΚΑΚΙΑ θα γραφόταν ένα γράμμα για τη συλλαβή ''κα'' και το ίδιο γράμμα για τη συλλαβή ''κι''. Σύνολο δύο γράμματα. Δεν υπήρχε γράμμα για να γραφεί η συλλαβή "α"
Στις σημιτικές γλώσσες τα φωνήεντα δεν σχηματίζουν συλλαβικούς ήχους μόνα τους, και επειδή τα γράμματα στις σημιτικές γραφές συλλαβικούς ήχους παρίσταναν, δεν υπήρχαν γράμματα για φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους. Στις σημιτικές γραφές υπήρχαν γράμματα μόνο για συλλαβές που σήμερα θα τις ονομάζαμε συλλαβές του τύπου σύμφωνο ή σύμφωνο+φωνήεν γιατί στις σημιτικές γλώσσες μόνο τέτοιες συλλαβές υπάρχουν.
Η έλλειψη γραμμάτων για τις φωνηεντικές συλλαβές δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα για τη γραφή και ανάγνωση γλωσσών όπως η ελληνική. Κατά την ανάγνωση, ο αναγνώστης θα έπρεπε να σκέπτεται και την περίπτωση να είναι οι συλλαβές περισσότερες από τα γράμματα με τα οποία γραφόταν η λέξη. Η λέξη κακία θα γραφόταν με δύο γράμματα ακριβώς όπως και η λέξη κακό και ακριβώς όπως και η λέξη ακακία. Σχεδόν είκοσι λέξεις δισύλλαβες, τρισύλλαβες και τετρασύλλαβες θα γράφονταν όπως και η λέξη κακία.
Και η πεντασύλλαβη λέξη διαφάνεια θα γραφόταν με τρία γράμματα, η τετρασύλλαβη λέξη διάνοια θα γραφόταν με δύο γράμματα ενώ η τρισύλλαβη λέξη όμοιο θα γραφόταν με ένα γράμμα. Με ένα γράμμα θα γραφόταν και η λέξη αέριο και με τρία γράμματα η λέξη αεροπορία. Η εξασύλλαβη λέξη αδιαφάνεια θα γραφόταν ακριβώς όπως η λέξη διαφάνεια με τρία γράμματα. Και αυτό φυσικά έκανε τη φοινικική γραφή εντελώς ακατάλληλη για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας. Εδώ θυμηθείτε πόσες λέξεις στις γλώσσες που γράφονται αλφαβητικά έχουν σχηματισθεί με τα προθήματα α-, αν-, ανα-, απο-, εκ-, επι-, αυτ-, αυτο-, αρχι- αρχε- και πόσες έχουν σχηματισθεί με τις καταλήξεις -ιος, -ια, -ασμα , -ισμα και άλλες. Οι Έλληνες είχαν γνωρίσει και γνώριζαν επί μακρόν τη φοινικική γραφή αλλά δεν δοκίμασαν ποτέ να τη χρησιμοποιήσουν.


Στην γραμμική Β και στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή για τη λέξη ΚΑΚΟ θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή κα και στη συνέχεια ένα διαφορετικό γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή κο. Σύνολο δύο γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή.
Το γράμμα που παριστάνει τη συλλαβή κα θα μπορούσε να διαβαστεί είτε [κα] είτε [γα] είτε [χα], αφού οι τρεις αυτοί συλλαβικοί ήχοι γράφονταν με το ίδιο γράμμα αφού αποτελούνται από ουρανικά σύμφωνα και το ίδιο φωνήεν. Ανάλογα το γράμμα που παρίστανε τη συλλαβή κο θα μπορούσε να διαβαστεί είτε [κο] είτε [γο] είτε [χο]. Ότι γινόταν με τις συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν που περιελάμβαναν ένα από τα σύμφωνα [κ], [γ], [χ] και που συμβολίζονταν με το ίδιο γράμμα αν περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν, γινόταν και με τις συλλαβές που περιελάμβαναν ένα από τα σύμφωνα [π], [β], [φ] . Παριστάνονταν με το ίδιο γράμμα αν περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν. Και το ίδιο γινόταν με συλλαβές του ίδιου τύπου που περιελάμβαναν ένα από τα σύμφωνα [τ], [δ], [θ]. Αυτά συνοψίζονται στη φράση «Στην Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή δεν υπήρχε διάκριση άηχων, ηχηρών και δασέων συμφώνων».
Η τεχνική αυτή κατάταξης των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες που συμβολίζονταν με το ίδιο γράμμα ήταν πιο σύνθετη και πιο επεξεργασμένη από την τεχνική που είχε υιοθετηθεί από Αιγυπτιακό πρότυπο στις σημιτικές γραφές και εισήγαγε σημαντικά μικρότερου βαθμού αμφιβολία κατά την ανάγνωση σε σχέση πάντα με το βαθμό αμφιβολίας που εδημιουργείτο κατά την ανάγνωση των σημιτικών γραφών. Στην περίπτωση της λέξης κακό, θα μπορούσαμε να βεβαιωθούμε ότι αυτή τη λέξη πρέπει να διαβάσουμε, αφού οι λέξεις καχό, γακό, χακό, χαγό και οι παρόμοιες δεν υπάρχουν. Στη γραμμική Β όμως εχρησιμοποιούντο 91 γράμματα, στην Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή 56 ενώ στις Σημιτικές γραφές εχρησιμοποιούντο μόνο 22-30 γράμματα.

Για τη λέξη ΚΑΚΙΑ θα γράφαμε τρία γράμματα. Ένα για τη συλλαβή ''κα'', ένα διαφορετικό για τη συλλαβή ''κι'' και ένα τρίτο για τη συλλαβή ''α''. Το γράμμα που θα χρησιμοποιούσαμε για τη συλλαβή α καμμιά σχέση δεν είχε με το γράμμα που έδειχνε τη συλλαβή κα. Επειδή στην ελληνική γλώσσα τα φωνήεντα σχηματίζουν και μόνα τους συλλαβές , υπήρχαν στις ελληνικές συλλαβικές γραφές και γράμματα για φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους. Ακόμη ισχύουν φυσικά και όλα όσα έχουν αναφερθεί για τη μη διάκριση δασέων, ηχηρών και άηχων συμφώνων.

Στην αλφαβητική γραφή τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Γράφουμε πάλι πρώτα τη συλλαβή ''κα''. Αλλά δεν γράφουμε ένα γράμμα για κάθε συλλαβή. Αναλύουμε τον ήχο κάθε συλλαβής στους απλούς (μη διαιρετούς) ήχους από τους οποίους σχηματίζεται. Η συλλαβή ''κα'' αναλύεται στους απλούς ήχους [κ] και [α]. Έτσι για να γράψουμε τη συλλαβή ''κα'', γράφουμε το γράμμα σύμβολο του απλού ήχου [κ] και δίπλα του το γράμμα-σύμβολο του απλού ήχου [α]. Γράφουμε ένα γράμμα για κάθε απλό ήχο, δύο γράμματα για τη συλλαβή ''κα'', δύο γράμματα για τη συλλαβή “κο” και τέσσερα γράμματα για τη λέξη ΚΑΚΟ.

Σε κάθε γλώσσα υπάρχει μικρός αριθμός απλών μη διαιρετών ήχων και γι αυτό στις αλφαβητικές γραφές απαιτείται μικρός αριθμός γραμμάτων. Επιπλέον η περιγραφή του ήχου της συλλαβής με την αλφαβητική γραφή είναι ακριβής και αναμφίβολη. Ακόμη με αυτή τη γραφή είναι δυνατή η με ενιαίο και απλό τρόπο καταγραφή όλων ανεξαιρέτως των συλλαβικών ήχων οποιασδήποτε γλώσσας. Και κατά την ανάγνωση τα γράμματα δεν διαβάζονται ένα, ένα. Διαβάζονται κατά ομάδες γραμμάτων κάθε μια από τις οποίες συνιστά έναν ακέραιο συλλαβικό ήχο. Στο παράδειγμα που παρουσίασα έγινε φανερό ότι στις πέντε μη αλφαβητικές γραφές που εξετάσαμε γραφόταν ένα γράμμα για κάθε συλλαβή και αυτό ήταν γενικός κανόνας για τις συλλαβικές γραφές.
Ακόμη στην αλφαβητική γραφή η χρήση γραμμάτων για τα φωνήεντα είναι απολύτως απαραίτητη για όλες ανεξαιρέτως τις γλώσσες. Στην αλφαβητική γραφή οι συλλαβές γράφονται με τα γράμματα που δείχνουν τους απλούς ήχους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται. Τα γράμματα κάθε συλλαβής τα γράφουμε με τη σειρά εκφοράς των ήχων που παριστάνουν. Οι συλλαβές όμως σε όλες ανεξαιρέτως τις γλώσσες αποτελούνται εν γένει και από συμφωνικούς και από φωνηεντικούς ήχους και επομένως στις αλφαβητικές γραφές είναι απαραίτητη η χρήση και συμφωνικών και φωνηεντικών γραμμάτων.

Για να γράψουμε τη λέξη κακία με την αλφαβητική γραφή γράφουμε ένα γράμμα για κάθε φθόγγο της συλλαβής ''κα'', ένα γράμμα για κάθε φθόγγο της συλλαβής ''κι'' και ένα γράμμα για κάθε φθόγγο της συλλαβής ''α''. Σύνολο πέντε γράμματα. Κατά την ανάγνωση η αναγνώριση των γλωσσικών ήχων είναι και αυτόματη και ακριβής. Και αυτός ο τρόπος γραφής μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γραφή οποιασδήποτε γλώσσας και τη γραφή οποιωνδήποτε γλωσσικών ήχων. Και εξασφαλίζει εξαιρετικά απλή γραφή και αυτόματη και ακριβή ανάγνωση.



Ας παρατηρηθεί ακόμη ότι αν και στην ουγκαριτική γραφή είχαν προστεθεί γράμματα για φωνήεντα, η γραφή αυτή διατήρησε ακέραιο το συλλαβικό της χαρακτήρα, και ήταν σύστημα γραφής εντελώς διαφορετικό από την αλφαβητική. Αυτό δείχνει καθαρά ότι είναι εντελώς εσφαλμένη η άποψη ότι το επίτευγμα των Ελλήνων ήταν ότι αφού πήραν τα γράμματα για τα σύμφωνα από τους Φοίνικες προνόησαν γράμματα και για τα φωνήεντα. Γράμματα για φωνήεντα εχρησιμοποιούντο από τους Έλληνες από τον καιρό της γραμμικής Β΄, αλλά αυτό δεν έκανε τη Γραμμική Β΄ αλφαβητική. Αν οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα γράμματα κατά το σημιτικό τρόπο και απλά πρόσθεταν και γράμματα για τα φωνήεντα, τότε με κάθε γράμμα θα έγραφαν μια συλλαβή, και με τα φωνηεντικά γράμματα μόνο συλλαβικούς φωνηεντικούς ήχους θα παρίσταναν, και φυσικά η γραφή τους θα ήταν συλλαβική και μάλιστα απολύτως ίδια με την ουγκαριτική γραφή. Μόνο τα σχήματα των γραμμάτων θα ήταν διαφορετικά. Όμως με την ανακάλυψη του αλφαβήτου και τη δημιουργία της αλφαβητικής γραφής οι Έλληνες άλλαξαν ριζικά τον τρόπο γραφής. Δημιούργησαν ένα σύστημα γραφής εντελώς διαφορετικό από κάθε προηγούμενο.



Η συνεισφορά και τα όρια των συλλαβικών συστημάτων γραφής

Όταν οι άνθρωποι ανέλυσαν τους ήχους των λέξεων σε απλούστερους ήχους, τους συλλαβικούς ήχους αναγνώρισαν και ανακάλυψαν. Ούτε σκέφθηκαν όμως, ούτε ήταν δυνατό σε αυτή τη φάση να σκεφθούν ότι οι ήχοι αυτοί είναι σύνθετοι και μπορεί να αναλυθούν περαιτέρω σε απλούστερους. Έτσι είχαν την ιδέα να αποδώσουν σύμβολα σε αυτούς τους ήχους και με συνδυασμό αυτών των συμβόλων να γράφουν τις λέξεις και έφτασαν στα συλλαβικά συστήματα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των συστημάτων γραφής. Έχουμε αναφέρει ότι τα πλεονεκτήματά τους, σε σχέση με τα προϋπάρξαντα συστήματα γραφής είναι φανερά και ουσιώδη. Ο αριθμός όλων των δυνατών συλλαβών μιας γλώσσας είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμό όλων των λέξεων. Έτσι, σε αντίθεση με τα συστήματα γραφής στα οποία κάθε γράμμα παριστάνει μια ολόκληρη λέξη, τα συλλαβικά συστήματα γραφής απαιτούν σημαντικά περιορισμένο σύνολο γραμμάτων. Επιπλέον αν τα γράμματα αυτά τα γνωρίζει κανείς και υπάρχουν ιδιαίτερα γράμματα για όλες τις συλλαβές, τότε το σύνολο των συλλαβικών γραμμάτων που θα χρησιμοποιούνται για τη γραφή μιας λέξης θα φέρνει αυτόματα στο νου τον ήχο της λέξης, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό.
Ωστόσο, ο αριθμός των γραμμάτων που απαιτούνται σε ένα συλλαβικό σύστημα γραφής στο οποίο κάθε δυνατή συλλαβή γράφεται με ένα ιδιαίτερο γράμμα είναι οπωσδήποτε τριψήφιος αριθμός. Για τους περισσότερους, για όλους σχεδόν τους ανθρώπους, είναι πολύ δύσκολο να θυμούνται όταν γράφουν και να θυμούνται και να ξεχωρίζουν εύκολα όταν διαβάζουν εκατό ή διακόσια ή ακόμη πολύ περισσότερα γράμματα. Είναι επίσης δύσκολο να σχεδιαστούν εκατό, διακόσια ή ακόμη περισσότερα γράμματα έτσι ώστε να είναι εύκολα στη γραφή, να αναγνωρίζονται εύκολα με μια ματιά και να μην συγχέονται.

Έτσι επιδιώχθηκε συνειδητά από την αρχή, η μείωση του αριθμού των γραμμάτων που χρησιμοποιούντο στις συλλαβικές γραφές. Η επιδίωξη αυτή εμφανίζεται σε όλα τα συλλαβικά συστήματα γραφής και καλείται από τον καθηγητή Ignace J.Gelb ως αρχή της οικονομίας (principle of economy) (Ignace J. Gelb: A study of Writing 1963, σελίδες 69, 72, 80, 251). Πλήρη συλλαβικά συστήματα δεν υπήρξαν.

Τα συλλαβάρια στις σφηνοειδείς γραφές είχαν 100-130 γράμματα, στις σημιτικές 22-30. Η γραμμική Α και γραμμική Β είχαν από 90 περίπου γράμματα, το κυπριακό συλλαβάριο 56 και το ιαπωνικό 46.

Ένας τρόπος για να μειώσουν τον αριθμό των απαιτουμένων γραμμάτων ήταν το να αφήνουν κάποιες συλλαβές χωρίς να τις παριστάνουν με κανένα γράμμα, και να τις αποδίδουν με κατάλληλη «ορθογραφία». Ένας άλλος τρόπος ήταν το να παριστάνουν με ένα γράμμα οποιαδήποτε από τις συλλαβές μιας ομάδας παρόμοιων συλλαβών. Έτσι στα σφηνοειδή συλλαβάρια της Μεσοποταμίας οι συλλαβές ig, ik, iq συμβολίζονται με ένα γράμμα, το ίδιο και για τις τρεις συλλαβές. Το ίδιο γίνεται και με συλλαβές της μορφής σύμφωνο – φωνήεν - σύμφωνο όπως οι συλλαβές tag, tak, και taq. Ακόμη σε κάποια παλαιότερα συστήματα γραφής όπως το παλαιό ακκαδικό και το παλαιό ασσυριακό οι συλλαβές ga, ka, qa παριστάνονταν με ένα γράμμα που διαβαζόταν άλλοτε [ga], άλλοτε [ka] και άλλοτε [qa].
Επίσης σε όλες τις σφηνοειδείς γραφές, οι συλλαβές li και le έχουν ένα σύμβολο όπως επίσης οι συλλαβές mi και me, οι συλλαβές ni και ne κ.ο.κ.

Ανάλογες τεχνικές χρησιμοποιούνται και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο. Στις γραφές αυτές διατηρήθηκε όχι απόλυτη αλλά ικανοποιητική ακρίβεια στην απόδοση των γλωσσικών ήχων και μειώθηκε ο αριθμός των απαιτουμένων γραμμάτων. Χρειαζόταν όμως να μειωθεί περισσότερο.

Στα συστήματα γραφής της Μεσοποταμίας η παράσταση συλλαβών της ομάδας wa, we, wi wo, wu με ένα μόνο σύμβολο που άλλοτε διαβάζεται [wa], άλλοτε [we], άλλοτε [wi], άλλοτε [wo] , άλλοτε [wu] είχε περιορισμένη χρήση. Η τεχνική αυτή δεν επεκτεινόταν σε όλες τις αντίστοιχες ομάδες συλλαβών που διέφεραν από την ομάδα συλλαβών wa, we, wi, wo, wu, ως προς το σύμφωνο της συλλαβής κατά τη σημερινή ορολογία.

Αντιθέτως στην αιγυπτιακή, στο περιορισμένο σύνολο συλλαβογραμμάτων του τύπου σύμφωνο + φωνήεν, όπως επίσης αργότερα και στις σημιτικές γραφές στις οποίες ακολουθήθηκε αυτό το αιγυπτιακό πρότυπο χωρίς να χρησιμοποιούνται πρόσθετα γράμματα για συλλαβές άλλου τύπου, η τεχνική αυτή είχε πλήρη και συστηματική χρήση και μείωσε όπως ήδη έχουμε αναφέρει, σε αρκετά μικρό αριθμό τον αριθμό των απαιτούμενων γραμμάτων (Ignace.J.Gelb: A study of Writing 1963, σελίδες 69, 72, 80). Ο αριθμός των γραμμάτων που χρησιμοποιούντο περιορίσθηκε σε 22 με 30 σύμβολα. Ικανοποιητικά μικρός αριθμός, γεγονός που διευκόλυνε τη γραφή. Όμως το διάβασμα ήταν πολύ δύσκολο.
Η γραφή δεν έδινε με πληρότητα και ακρίβεια τους συλλαβικούς ήχους.Το σύμβολο g για παράδειγμα, παρίστανε οποιαδήποτε από τις συλλαβές g, ga, ge, gi, go, gu και αυτό καθιστούσε την ανάγνωση δύσκολη. Ήταν δύσκολο για τον αναγνώστη να μαντέψει το ποια ακριβώς συλλαβή παριστάνει κάθε συγκεκριμένο γράμμα.
Η τελική λύση στο πρόβλημα ήταν το αλφάβητο, λύση επαναστατική αλλά και πλήρης.





Γ. Η ανακάλυψη του αλφαβήτου και η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής




Η ανακάλυψη του αλφαβήτου

Κατά τον Diringer, η συμβολή των Ελλήνων στο αλφάβητο ήταν μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη (paramount). Το ελληνικό επίτευγμα ήταν, συνεχίζει, το ότι πρόβλεψαν γράμματα και για τα φωνήεντα. Σύμφωνα και φωνήεντα μαζί στο ελληνικό αλφάβητο δημιούργησαν ένα σύστημα γραφής ταυτόχρονα εύχρηστο, αναμφίβολο και ακριβές αναφέρει(Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα», άρθρο «Αλφάβητα»).
Όμως η αναφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται ακριβώς σε αυτό που συνέβη. Αν οι Έλληνες απλά είχαν εισαγάγει φωνήεντα σε μια σημιτική γραφή θα έγραφαν ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, θα έγραφαν τις συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους με το ίδιο γράμμα και θα είχαν γράμματα και για τις φωνηεντικές συλλαβές. Θα είχαν δηλαδή ξαναδημιουργήσει όπως έχουμε ξαναπεί, την ουγκαριτική γραφή. Μόνο τα γράμματα θα ήταν διαφορετικά.

Το επίτευγμα των Ελλήνων ήταν ότι ανακάλυψαν ότι οι συλλαβικοί ήχοι είναι εν γένει σύνθετοι ήχοι και κατέγραψαν όλους τους απλούς ήχους από τους οποίους σχηματίζονται ανακαλύπτοντας έτσι το αλφάβητο των γλωσσικών ήχων. Το επίτευγμά τους είναι η ανακάλυψη των απλών , των μη σύνθετων γλωσσικών ήχων, δηλαδή η ανακάλυψη των ατόμων των γλωσσικών ήχων. Η ανακάλυψη των ατόμων των γλωσσικών ήχων έδωσε στους Έλληνες την ιδέα για την ατομική δομή της ύλης έχει γράψει ο Eric A. Havelock στο βιβλίο του The literate Revolution in Greece and Its Coultural Concequances.
Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν αμέσως γράμματα για να καταγράψουν και να παραστήσουν όλους τους απλούς ήχους που ανακάλυψαν και στη συνέχεια έγραψαν κάθε συλλαβή ως σύνθετο εν γένει ήχο χρησιμοποιώντας τα γράμματα που παρίσταναν τους ήχους από τους οποίους κάθε συλλαβή αποτελείτο, και δημιούργησαν έτσι την αλφαβητική γραφή.
Οι Diringer και Olson παρατηρούν ότι το αληθινό, δηλαδή το ελληνικό αλφαβητικό σύστημα, παραμένει επί σχεδόν 3000 χρόνια ένα μοναδικό, ένα εντελώς διαφορετικό από όλα τα άλλα (unparalleled) μέσο έκφρασης και επικοινωνίας και στις πιο ιδιαίτερες εθνότητες και γλώσσες. (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, άρθρο Αλφάβητα και Εγκυκλοπαίδεια Britannica, άρθρο Alphabet ). Ας δούμε τι και πώς μπορεί να οδήγησε σε μια τέτοια ανακάλυψη.

Με το αλφάβητο γράφτηκε αρχικά η ελληνική γλώσσα, είναι επομένως εύλογο να θεωρήσουμε ότι Έλληνας το ανακάλυψε. Αυτός που το ανακάλυψε γνώριζε φυσικά καλά την ελληνική γλώσσα και πρέπει να γνώριζε και την ελληνική κυπριακή και τη φοινικική γραφή. Ο Woodard το δείχνει με πολύ πειστικό τρόπο. Ο Γάλλος γλωσσολόγος Μεγιέ (A.Meillet) έλεγε ότι οι επινοητές των διαφόρων συστημάτων γραφής και κυρίως του αλφαβήτου ήταν μεγάλοι γλωσσολόγοι. Ο καθηγητής Ανδρόνικος υποστήριζε ότι αυτού του είδους πολιτιστικά αγαθά, δεν αποτελούν τυχαία δημιουργήματα κοινών ανθρώπων για την εξυπηρέτηση πρόχειρων μικροαναγκών αλλά δημιουργήματα μιας προσωπικότητας με μοναδική ιδιοφυΐα και έμπνευση.(Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος Ελλάς, άρθρο Γραφές και Αλφάβητα, Αλφαβητική Γραφή ). Ο Τόϋνμπη έχει γράψει ότι οι Έλληνες ήταν τελειομανείς1.
Μπορούμε και πρέπει να αναγνωρίσουμε στον επινοητή του αλφαβήτου ότι κατανοούσε καλά την ουσία των γλωσσικών ζητημάτων, ότι τον χαρακτήριζε εξαιρετική ευφυΐα, ότι επεδίωκε να αναλύσει όσο το δυνατόν πληρέστερα και να κατανοήσει σε βάθος ό,τι μελετούσε και την τελειότητα του αποτελέσματος σε ό,τι επιχειρούσε. Ότι ακόμη ένοιωθε ιδιαίτερα επιτακτική την ανάγκη για την πόλη του ή και για τον ίδιο να δημιουργηθεί ένα νέο σύστημα γραφής και ότι κατά την επινόηση του αλφαβήτου είχε ιδιαίτερη έμπνευση.

Έχει ήδη αναφερθεί ότι η φοινικική γραφή υστερούσε σημαντικά έναντι του κυπριακού συλλαβαρίου στην ακρίβεια απόδοσης των γλωσσικών ήχων αλλά το κυπριακό συλλαβάριο είχε 56 γράμματα ενώ η φοινικική γραφή μόνο 22. Ο επινοητής επιθυμούσε και επεδίωξε να δημιουργήσει μια γραφή με τόσα λίγα γράμματα όσα η φοινικική που θα απέδιδε όμως τους γλωσσικούς ήχους τουλάχιστον με όση ακρίβεια τους απέδιδε το κυπριακό συλλαβάριο. Είχε και τις εμπειρίες που του επέτρεπαν να προχωρήσει. Συγκεκριμένα:

-H αναγνώριση στο κυπριακό συλλαβάριο των φωνηεντικών ήχων ως ιδιαιτέρων ήχων στην περίπτωση που σχημάτιζαν συλλαβή μόνοι τους, τον βοηθούσε να αντιληφθεί φωνηεντικούς ήχους ως μέρος του ήχου συλλαβών
- Oι τεχνικές που εχρησιμοποιούντο στο κυπριακό συλλαβάριο για την καταγραφή και την ανάγνωση συμπλεγμάτων συμφώνων και τελικών συμφώνων δείχνουν γνώση, ατελή έστω, συμφωνικών ήχων ως ιδιαιτέρων ήχων, γεγονός που βοηθούσε την αναγνώριση συμφωνικών ήχων ως ήχων συστατικών του ήχου των συλλαβών.
- Το ότι συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους γράφονταν με διαφορετικά γράμματα διευκόλυνε επίσης την αναγνώριση των φωνηέντων ως ιδιαιτέρων ήχων που αποτελούσαν μέρος του ήχου των συλλαβών.
Επιπροσθέτως:
-Η διερεύνηση του σε τι διαφέρουν και σε τι μοιάζουν οι συλλαβές κα, γα, χα που γράφονταν με το ίδιο γράμμα στο κυπριακό συλλαβάριο και με διαφορετικά γράμματα στο φοινικικό, οδηγούσε στον προσδιορισμό συμφωνικών και φωνηεντικών ήχων ως ιδιαιτέρων ήχων που αποτελούσαν μέρος των συλλαβικών ήχων. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και με άλλες ομάδες συλλαβών όπως η ομάδα κο,γο, χο ή η ομάδα πε, βε φε και άλλες

Κάποια στιγμή ο επινοητής αναγνώρισε κάποιο φωνηεντικό ή συμφωνικό ήχο ως μέρος του ήχου μιας συλλαβής. Θα ήταν μάλλον μια απλή συλλαβή του τύπου σύμφωνο + φωνήεν. Ασφαλώς θα οδηγήθηκε με κάποια προσπάθεια στην ανακάλυψη και του άλλου απλού συστατικού ήχου της συλλαβής. Ανακάλυψε για παράδειγμα ότι ο ήχος [κα] αποτελείται από τους ήχους [κ] και [α]. Θα δοκίμασε με επιτυχία να κάνει το ίδιο και με κάποιες άλλες απλές συλλαβές.
Θα διαπίστωσε ότι οι ήχοι που προέκυπταν από την ανάλυση του ήχου των συλλαβών ήταν εντελώς απλοί, δεν αναλύονταν δηλαδή σε άλλους πιο απλούς ήχους. Του προξενούσε ίσως απορία ότι οι περισσότεροι από τους ήχους αυτούς δεν εκφέρονταν ποτέ αυτόνομα, δηλαδή ανεξάρτητα ο καθένας από άλλους ήχους, αλλά συνεκφέρονταν πάντοτε μαζί με άλλον ήχο για να σχηματίσουν τους γνωστούς στο αυτί του συλλαβικούς ήχους. Άλλοι πάλι απλοί ήχοι, τα φωνήεντα, του ήταν γνωστοί ως ολοκληρωμένοι συλλαβικοί ήχοι αλλά δεν τους είχε ποτέ μέχρι τότε αναγνωρίσει ως ήχους που αποτελούν μέρος μόνο του ήχου μιας συλλαβής.
Του πέρασε από το νου ότι αν όλους τους απλούς ήχους, τους ήχους δηλαδή από τους οποίους εύρισκε ότι σχηματίζονται οι συλλαβές, παρίστανε με γράμματα, θα μπορούσε με αυτά τα γράμματα να αποδώσει όλους τους συλλαβικούς ήχους. Θα αναρωτήθηκε και για το πόσοι τέτοιοι απλοί ήχοι υπήρχαν. Αυτές και άλλες σχετικές σκέψεις μπορεί να τον βασάνιζαν επί μέρες και ασφαλώς δεν θα εύρισκε άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσε να τις συζητήσει. Θα έπρεπε ο ίδιος να ελέγξει, ο ίδιος να δοκιμάσει. Θα έπρεπε να αναλύσει συστηματικά τους ήχους όλων των συλλαβών και να καταγράψει όλους τους ήχους που θα προέκυπταν.

Χρειάστηκε μια καταγραφή των συλλαβικών ήχων και ένα σύνολο γραμμάτων για να καταγράφει τους ήχους που ανακάλυπτε με την ανάλυση του ήχου των συλλαβών. Η γνώση δύο συστημάτων γραφής ήταν χρήσιμη και γι αυτήν τη διαδικασία. Όλα δείχνουν ότι για την καταγραφή των συλλαβικών ήχων χρησιμοποίησε τα γράμματα- σύμβολα συλλαβικών ήχων του κυπριακού συλλαβαρίου που έδιναν μια καλή καταγραφή των συλλαβικών ήχων. Πήρε υπόψη του ότι με κάποια γράμματα καταγράφονταν περισσότερες από μία συλλαβές. Και υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι για την καταγραφή των απλών ήχων που ανακάλυπτε με την ανάλυση των συλλαβικών ήχων χρησιμοποίησε κυρίως φοινικικά γράμματα.
Την διαδικασία καταγραφής των απλών γλωσσικών ήχων που προέκυπταν από καταγεγραμμένους στην ελληνική κυπριακή γραφή συλλαβικούς ήχους την ολοκλήρωσε. Θα δοκίμασε να αναλύσει και πιο σύνθετες μη καταγεγραμμένες συλλαβές. Θα δοκίμασε και να συνθέσει συλλαβικούς ήχους από τους απλούς ήχους που ανακάλυπτε.
Το αποτέλεσμα ήταν η ανακάλυψη και καταγραφή όλων των απλών συμφωνικών και φωνηεντικών ήχων από τους οποίους σχηματίζονται οι συλλαβικοί και επομένως όλοι οι γλωσσικοί ήχοι, δηλαδή η ανακάλυψη και καταγραφή όλων των φθόγγων, η ανακάλυψη του αλφαβήτου.

-At a stroke, δηλαδή με μια ξαφνική γεμάτη δύναμη και καθοριστική για το μέλλον ενέργεια, οι Έλληνες δημιούργησαν για πρώτη φορά στην ιστορία έναν πίνακα των στοιχειωδών, των ατομικών γλωσσικών ήχων όχι μόνο εύχρηστο αλλά και πλήρη και ακριβή έγραψε ο Havelock.
-Το επίτευγμα του αλφαβήτου είναι η ανάλυση των συλλαβικών ήχων στους στοιχειώδεις, απλούστατους συμφωνικούς και φωνηεντικούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται αναφέρει ο Olson στο άρθρο Writing της Britannica. Στο ίδιο άρθρο προσθέτει ότι η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης των συστημάτων γραφής που ολοκληρώνεται με την ελληνική επινόηση του αλφαβήτου.
-Ο Gelb θα πει ότι οι Έλληνες ανακάλυψαν το καθαρό σύμφωνο, το συμφωνικό ήχο που αποτελεί μέρος του ήχου της συλλαβής και δεν προφέρεται αυτόνομα. Θα προσθέσει επίσης ότι 
«Πριν 2800 χρόνια, οι κατακτήσεις του αλφαβήτου απλώθηκαν στο σύνολο του πολιτισμού, χωρίς κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου από τότε μέχρι σήμερα να γίνει και η παραμικρή μεταβολή στις αρχές της γραφής. Εκατοντάδες αλφάβητα, σε όλο τον κόσμο, όσο και αν είναι διαφορετικά στην εξωτερική τους μορφή, χρησιμοποιούν όλα τις αρχές που πρωτοκαθιέρωσε η ελληνική γραφή.»
-Ο Havelock περιγράφοντας στο βιβλίο του The Muse Learns to Write (σελίδα 60) τη δημιουργία του αλφαβήτου αναφέρει ότι "Οι Έλληνες διαχώρισαν από τον φυσικά προφερόμενο ήχο της συλλαβής, στοιχειώδεις, ατομικούς ήχους που δεν έχουν αυτόνομη ηχητική υπόσταση και σε κάθε τέτοιο απλό ήχο αντιστοίχησαν ένα γράμμα δίνοντας έτσι σε αυτούς τους ήχους, αυτόνομη οπτική υπόσταση."
Προφανώς η ανακάλυψη κάθε τέτοιου ήχου προηγήθηκε της αντιστοίχισής του με ένα γράμμα που ακολούθησε όμως αμέσως.
-Ο Roger Woodard συμπεραίνει ότι η Γραμμική Β, το Κυπριακό Συλλαβάριο και το Αλφάβητο αποτελούν σημεία μιας συνεχούς εξελικτικής πορείας των ελληνικών γραφών.  

Σημειώσεις

1.Η κυρτή καμπύλωση του θριγκού και των περιμετρικών δαπέδων και η προς τα μέσα κλίση των κιόνων και της εξωτερικής παρειάς των τοίχων του Παρθενώνα αποτελούν απόδειξη έντονης αναζήτησης της τελειότητας του αισθητικού αποτελέσματος. Η ποιότητα του γλυπτικού διακόσμου της ζωφόρου και των αετωμάτων αντανακλά επίσης έντονη αναζήτηση της τελειότητας της μορφής. Έντονη ανάζήτηση της τελειότητας στο αποτέλεσμα από μερους των Ελλήνων δείχνει και η συνεχής μέριμνα για τη βελτίωση των συστημάτων γραφής που ανέπτυξαν.


Η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής

Οι φθόγγοι είναι λίγοι. Οι φθόγγοι συνδυάζονται κατά πολυποίκιλους τρόπους και παράγουν όλους τους συλλαβικούς και επομένως όλους τους γλωσσικούς ήχους. Τα γράμματα-σύμβολα των φθόγγων επομένως συνδυαζόμενα κατά αντίστοιχο τρόπο θα παραστήσουν με απλό τρόπο με σαφήνεια και απόλυτη ακρίβεια όλους τους συλλαβικούς και επομένως όλους τους γλωσσικούς ήχους. Έτσι, με την ανακάλυψη και καταγραφή των φθόγγων γεννήθηκε και η αλφαβητική γραφή.

Με την αλφαβητική γραφή, η ανάλυση των γλωσσικών ήχων εμφανίζεται πλήρως.
- Στα σημασιογραφικά (λογογραφικά)συστήματα γραφής κάθε γράμμα διαβάζεται ως μία λέξη.
- Στα συλλαβικά συστήματα γραφής κάθε γράμμα διαβάζεται ως μία συλλαβή πλήρως ή ατελώς καθορισμένη, και μία λέξη γράφεται με τα γράμματα που παριστάνουν τις συλλαβές από τις οποίες η λέξη αποτελείται.
- Στην αλφαβητική γραφή τα γράμματα παριστάνουν φθόγγους. Κάθε συλλαβή γράφεται με τα γράμματα που παριστάνουν τους φθόγγους από τους οποίους η συλλαβή αποτελείται και κάθε λέξη γράφεται ως ομάδα διαδοχικών συλλαβών. Έτσι στην αλφαβητική γραφή η λέξη αναλύεται σε συλλαβές και οι συλλαβές αναλύονται στους φθόγγους από τους οποίους αποτελούνται.
- Στην αλφαβητική γραφή επειδή οι φθόγγοι δεν έχουν αυτόνομη ηχητική υπόσταση και τα γράμματα παριστάνουν φθόγγους, τα γράμματα δε διαβάζονται ένα, ένα. Διαβάζονται κατά ομάδες διαδοχικών γραμμάτων κάθε μία από τις οποίες παριστάνει έναν ακέραιο συλλαβικό ήχο.
-Οι φθόγγοι δεν αναλύονται σε απλούστερους ήχους. Αποτελούν τα άτομα των γλωσσικών ήχων. Οι συλλαβές αποτελούν τα μόρια. Στα μονοατομικά μόρια αντιστοιχούν οι συλλαβές που αποτελούνται από έναν μόνο φθόγγο.

Η ηχοποίηση ενός κειμένου γραμμένου με αλφαβητική γραφή είναι απλή, άμεση, αναμφίβολη και ακριβής. Τα γραπτά αναπαράγουν αυτόματα στο μυαλό του αναγνώστη και με ακρίβεια τους γλωσσικούς ήχους που παριστάνουν. Αυτό συμβαίνει ακόμη και με τις άγνωστες λέξεις που μπορεί να διαβάζονται με συλλαβισμό. Από τον αναγνώστη απαιτείται μόνο μια μικρή προπαίδεια. Κανένα άλλο σύστημα γραφής δεν έχει τέτοιες ιδιότητες. Γραφή και ανάγνωση μπορούν πια να μάθουν και να χρησιμοποιούν όλοι οι άνθρωποι και μάλιστα από την παιδική ηλικία.
Επιπλέον η έκφραση με την αλφαβητική γραφή μπορεί να είναι λεπτομερέστερη, περισσότερο ακριβής και περισσότερο ουσιαστική από την έκφραση με τον προφορικό λόγο, και το γραπτό κείμενο μπορεί να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα και σημασία και βαθύτερες και μεγαλύτερης διάρκειας επιδράσεις. Ακόμη επειδή με την αλφαβητική γραφή τα γραπτά διαβάζονται και δημιουργούνται εύκολα και επειδή τα γραπτά μένουν και μπορεί να αναπαραχθούν σε αντίγραφα, η αλφαβητική γραφή εξασφάλισε τις προϋποθέσεις για την καταγραφή και την «αποθήκευση» για χρήση στο μέλλον πολύ μεγάλου όγκου πληροφοριών, απόψεων, ιδεών, σκέψεων και διαλογισμών αλλά και για την σε ευρεία κλίμακα και σύγχρονη με τη γραφή κοινολόγησή τους.

Με την ανακάλυψη των φθόγγων και την ταυτόχρονη δημιουργία της αλφαβητικής γραφής, η πορεία εξέλιξης των συστημάτων γραφής ολοκληρώθηκε. Κατά τον Eric Havelock, η λύση του αλφαβήτου ήταν λύση επαναστατική αλλά και πλήρης, και επειδή ήταν πλήρης τερμάτισε ουσιαστικά την εξέλιξη των συστημάτων γραφής. Έχουν περάσει σχεδόν 3000 χρόνια από την επινόηση της αλφαβητικής γραφής και κανείς δεν έχει αισθανθεί ότι χρειάζεται κάποια σημαντική αλλαγή ή βελτίωση αναφέρουν ο Diringer και ο Olson. Η επινόησή της ήταν η τελευταία μεγάλη εξέλιξη στην ιστορία της γραφής.


Ποιος ανακάλυψε το αλφάβητο

Έχει ήδη θεωρηθεί σε αυτό το άρθρο ότι ένας ήταν εκείνος που ανακάλυψε το αλφάβητο και επινόησε την αλφαβητική γραφή. Σε όσα σχετικά έχουν αναφερθεί θα προσθέσουμε ότι για όσα συστήματα γραφής ξέρουμε ακριβώς πότε και πώς δημιουργήθηκαν, ξέρουμε ότι ένας ήταν ο δημιουργός τους. Ο Powell παραθέτει μια πυκνογραμμένη σελίδα με συστήματα γραφής και ονόματα δημιουργών. Ειδικότερα για το ελληνικό αλφάβητο ο Powell παρατηρεί ότι η ταυτότητα των γραμμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στις τοπικές παραλλαγές του αλφαβήτου για τη γραφή των φωνηέντων δεν αφήνει αμφιβολία. Ένας ο δημιουργός του αλφαβήτου. Ένας αλλά άγνωστος.
Κατά την ελληνική μυθολογία, τα πέντε φωνήεντα, το Β και το Τ τα ανακάλυψαν οι Τρεις Μοίρες. Τα υπόλοιπα έντεκα σύμφωνα τα ανακάλυψε ο Παλαμήδης ο γιος του Ναύπλιου. Σε όλους αυτούς τους ήχους έδωσε μορφή και τους μετέτρεψε σε γράμματα ο Ερμής.

Είναι όμως δύσκολο να υποτεθεί η ύπαρξη συνεκτικού ιστορικού πυρήνα του μύθου. Δεν μπορούμε να αναφέρουμε ένα όνομα ή κάποια ονόματα ως υποθετικά ονόματα του επινοητή της αλφαβητικής γραφής. Ο Παλαμήδης συνδέεται όχι μόνο με το αλφάβητο αλλά και με μια σειρά από σημαντικές ανακαλύψεις και επινοήσεις, όχι σύγχρονες μεταξύ τους. Το όνομά του μπορεί να σημαίνει την αρχαία σοφία. Η λέξη μήτις στην οποία παραπέμπουν οι δύο τελευταίες συλλαβές της λέξης Παλαμήδης, σημαίνει ευφυΐα, φρόνηση, σύνεση. Ανάγεται σε ινδοευρωπαϊκό τύπο που σημαίνει μέτρο, εξυπνάδα και σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα που σημαίνει μετρώ, ορίζω. Η Μήτις ήταν προολύμπια θεότητα που εκπροσωπούσε τη σοφία. Όταν η Μήτις ήταν ήδη έγκυος από τον Δία, ο Δίας την κατάπιε. Έτσι όταν πέρασε ο σωστός καιρός γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία η Αθηνά, η νέα θεά της σοφίας.

Ο Παλαμήδης πήρε μέρος και στον τρωικό πόλεμο και θανατώθηκε άδικα και ατιμωτικά κατά τη διάρκειά του, άρα πολύ νωρίς για να έχει οποιαδήποτε σχέση με το αλφάβητο. Ίσως όμως στο όνομα Παλαμήδης να έχουν συγκεντρωθεί ιδιότητες και αφηγήσεις που αφορούν περισσότερα από ένα πρόσωπα. Ο πατέρας του (ο Ναύπλιος) και ο ίδιος μπορεί να υποτεθούν Ευβοείς, αλλά οι αφηγήσεις που μπορεί να σχετισθούν με αυτό το θέμα αφορούν το τέλος του τρωικού πολέμου και μπορεί να μην έχουν σχέση με το πρόσωπο που συνδέεται με την ανακάλυψη του αλφαβήτου. Μπορεί ακόμη ο μύθος που αναφέρουμε να μην ήταν ανάμνηση διήγησης αλλά λόγιο δημιούργημα μεταγενέστερης εποχής.

Η απόδοση της ανακάλυψης των φωνηέντων στις Τρεις Μοίρες μπορεί να σημαίνει ότι αυτή η ανακάλυψη είναι πολύ παλιά, τόσο παλιά όσο και η λατρεία τους. Μπορεί δηλαδή να ανάγεται στους χρόνους της πρώτης γραφής των Μινωιτών. Αυτό θα σήμαινε ότι και στην κατά πάσα πιθανότητα λογοσυλλαβική κρητική ιερογλυφική γραφή υπάρχουν και γράμματα σύμβολα φωνηέντων. Επομένως η γραφή αυτή θα ήταν η πρώτη γραφή που είχε σύμβολα για φωνήεντα και για το λόγο αυτόν και μόνο θα έπρεπε να θεωρηθεί ως γραφή πρόδρομη της αλφαβητικής. Τέλος αξιοσημείωτο είναι ότι και στο μύθο, η ανακάλυψη του αλφαβήτου είναι η ανακάλυψη των απλών ήχων, συμφώνων και φωνηέντων. Η απόδοση γράμματος-συμβόλου σε κάθε έναν από αυτούς τους ήχους ακολούθησε.


Πού ανακαλύφθηκε το αλφάβητο

Έχουμε αναφέρει ότι ο επινοητής της αλφαβητικής γραφής θα πρέπει να είχε καλή γνώση του Κυπριακού συλλαβαρίου καθώς επίσης και γνώση της φοινικικής γραφής. Η ανάγκη της γνώσης της φοινικικής γραφής οδηγεί στη σκέψη ότι το αλφάβητο μπορεί να επινοήθηκε σε περιοχή που οι Έλληνες και οι Φοίνικες είχαν επαφές. Με παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η ανάγκη γνώσης του κυπριακού συλλαβαρίου. Με αυτές ή και με άλλες σκέψεις έχουν αναφέρει ως πιθανούς τόπους δημιουργίας του αλφαβήτου την Κρήτη, τη Ρόδο, την Αλ Μίνα και την Κύπρο.

Η Τζέφρυ, (L. H. Jeffery), πρότεινε ως τόπο δημιουργίας του αλφαβήτου την Αλ Μίνα. Η Αλ Μίνα ( Ποσιδήιον ) στις ακτές της Συρίας, αναφέρεται ως το βόρειο άκρο της Φοινίκης. Έμποροι από την Εύβοια, τη Ρόδο, την Κόρινθο και την Κύπρο έφερναν σε αυτήν την πόλη ελληνικά κεραμικά, γεγονός που της προσέδιδε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Χαλκιδείς εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αλ Μίνα περί το 800 π.Χ., χρονολογία οριακά αποδεκτή ως χρονολογία επινόησης του αλφαβήτου.

Η υπόθεση όμως να έγινε η επινόηση του αλφαβήτου σε πόλη όχι ελληνική, παραβλέπει το ότι μόνο οι κάτοικοι των ελληνικών πόλεων που δεν χρησιμοποιούσαν γραφή αισθάνονταν την ανάγκη επινόησης ενός καινούργιου συστήματος γραφής. Και ακόμη παραβλέπει ότι είναι άλλο το πού ο επινοητής γνώρισε τη φοινικική γραφή και την ελληνική κυπριακή γραφή, και άλλο το πού έμεινε και στοχάστηκε πάνω στο πρόβλημα. Είναι πιθανό να ήταν έμπορος και να γνώρισε ή και να χρησιμοποίησε τις δύο γραφές στα ταξίδια του κατά τις ανταλλαγές προϊόντων στην Κύπρο, στην Αλ Μίνα ή και αλλού, ή μπορεί ακόμη να ταξίδεψε με ανθρώπους που τις χρησιμοποιούσαν. Μπορεί να στοχάστηκε πάνω στο πλοίο του ταξιδεύοντας, πιθανότερο όμως είναι να στοχάστηκε κυρίως στην πόλη του κατά τους χειμωνιάτικους μήνες που δεν ταξίδευε ή ακόμη σαν απόμαχος ναυτικός.

Ο Adrados στο βιβλίο του «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας» θεωρεί ως πιθανότερο τόπο επινόησης του αλφαβήτου την Κρήτη της οποίας το αλφάβητο θεωρείται αρχαιότερο. Αναφέρει ότι ο επινοητής του αλφαβήτου πρέπει να μιλούσε διάλεκτο που διατηρούσε το δασύ Η και το δίγαμμα F. Η Θήρα καθώς και όλα τα γειτονικά της Κρήτης νησιά επίσης έχουν αναφερθεί ως πιθανός τόπος γένεσης ή πρώτης υιοθέτησης του αλφαβήτου. Υπάρχουν όμως και άλλες εκδοχές.

Ο Powell υποθέτει ως επινοητή του αλφαβήτου κάποιον από την την Ερέτρια , την Κύμη , ή τη Χαλκίδα. Η παλαιότερη γνωστή ελληνική αλφαβητική επιγραφή βρέθηκε στο Λάτιο, στη γειτονιά της Ρώμης, λίγο βόρεια από τις Πιθηκούσες. Χρονολογείται μεταξύ του 800 και του 775 π.Χ.. Η ανασκαφή έγινε στρωματογραφικά, γεγονός που δημιουργεί βεβαιότητα για τη χρονολόγησή της (Barry Powell: "Who Invented the Alphabet: The Semites or the Greeks?", 1998 και Jonathan Hall: "A history of the Archaic Greek World" 2001). Είναι σκαλισμένη σε χειροποίητο φιαλίδιο, θραύσμα του οποίου σώζεται και περιλαμβάνει πέντε γράμματα που αποτελούν τμήμα μιας λέξης. Το αλφάβητο έφτασε στο Λάτιο από αποίκους στην αποικία των Χαλκιδέων και των Ερετριέων στις Πιθηκούσες. Οι αμέσως νεώτερες επιγραφές προέρχονται από τις Πιθηκούσες και την Αθήνα. Μια λίγο νεότερη επιγραφή προέρχεται από τη Νάξο με την οποία οι Ευβοείς είχαν στενές σχέσεις. Πολλές από τις παλαιότερες ελληνικές αλφαβητικές επιγραφές φαίνεται να έχουν ή να μπορεί να έχουν σχέση με τους Ευβοείς.
Οι ευβοϊκές πόλεις Χαλκίδα και Ερέτρια ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα, είχαν πυκνές επαφές με τους λαούς της Μέσης Ανατολής και την Κύπρο και πρωτοστάτησαν από τα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στον ελληνικό αποικισμό της Δύσης. Η πρώτη μεταμυκηναϊκή ελληνική αποικία στη δύση ήταν ευβοϊκή, ήταν το εμπορείο των Πιθηκουσών που αναφέραμε παραπάνω. Εξ άλλου, σε αρχαιολογικό χώρο στο Λευκαντί στη θέση Παλιά Περιβόλια, βρέθηκαν πλούσιοι τάφοι και υπολείμματα κτισμάτων που δείχνουν φιλόδοξη αρχιτεκτονική, καθώς και άλλα δείγματα ευμάρειας και σπουδαιότητας σε μια εποχή που η Ελλάδα ήταν φτωχή. Βρέθηκε και κυπριακό βάζο που χρονολογείται από το 900 π.Χ.
Επαναλαμβάνουμε ότι πολλές από τις παλαιότερες ελληνικές αλφαβητικές επιγραφές φαίνεται να έχουν ή να μπορεί να έχουν σχέση με τους Ευβοείς. Φαίνεται πιθανό να είναι οι Ευβοείς οι πρώτοι που υιοθέτησαν το αλφάβητο. Φαίνεται πιθανό και το να επινοήθηκε το αλφάβητο στην Εύβοια. Ανασκαφές στην περιοχή που βρισκόταν η αρχαία Χαλκίδα δεν έχουν γίνει. Ο Powell υποθέτει ως επινοητή του αλφαβήτου κάποιον Ευβοέα. Τίποτε όμως δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα.

Ο Woodard πρότεινε την Κύπρο. Στην Κύπρο εγκαταστάθηκαν και Έλληνες από πολύ παλιά και Φοίνικες από τα μέσα του 9ου π.Χ. αιώνα.
Η υπόθεση ότι το αλφάβητο ανακαλύφθηκε στην Κύπρο από Έλληνα της Κύπρου που φυσικά γνώριζε καλά το κυπριακό συλλαβάριο, φαίνεται να εξηγεί περισσότερα από τις άλλες υποθέσεις.
-Εξηγεί αμέσως τη γνώση και της φοινικικής γραφής και του κυπριακού συλλαβαρίου.  Η γνώση της ελληνικής κυπριακής γραφής εξασφάλιζε τη γνώση φωνηεντικών και συμφωνικών ήχων ως ιδιαιτέρων ήχων και βοηθούσε στην ανάλυση του ήχου των συλλαβών σε απλούς ήχους.
-Εξηγεί επίσης απλά τη γρήγορη και ταυτόχρονη σχεδόν διάδοση του αλφαβήτου σε όλες τις ελληνικές κοινότητες. Ο επινοητής δεν κατάφερε να κάνει δεκτό το σύστημά του στην Κύπρο όπου ήδη χρησιμοποιείτο ή ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή και επιδίωξε να το προωθήσει στις υπόλοιπες ελληνικές κοινότητες που άλλωστε δεν είχαν υιοθετήσει κάποια άλλη γραφή.
-Ακόμη αυτή η υπόθεση καθιστά περισσότερο πιθανό το να ήταν οι Ευβοείς οι πρώτοι που υιοθέτησαν το αλφάβητο αφού οι Ευβοείς είχαν ιδιαίτερα στενές σχέσεις με την Κύπρο.
- H υπόθεση αυτή εξηγεί ακόμη γιατί υπάρχει ιδιαίτερο γράμμα σε όλα τα αλφάβητα για τον ήχο [Ξ] αν και ο ήχος [Ξ] δεν είναι φθόγγος αλλά διπλός ήχος ( [Ξ] = [Κ + Σ] ) και επομένως θα μπορούσε να γραφεί ως ΚΣ. Ωστόσο χρησιμοποίησαν ιδιαίτερο γράμμα. Στα ευβοϊκά αλφάβητα χρησιμοποίησαν το γράμμα Χ ενώ σε άλλα αλφάβητα το γράμμα Ξ. Στο κυπριακό συλλαβάριο εξ αιτίας του τρόπου που χρησιμοποιούσαν για την καταγραφή συμπλεγμάτων συμφώνων, ήταν αναγκαίο να καταγράφονται οι ήχοι [ΚΣ + Φωνήεν] σαν να ήταν ο ήχος [ΚΣ] απλός. Έτσι είχαν επιλέξει να παριστάνει το γράμμα Χ τη συλλαβή [ΞΑ] = [ΚΣΑ]1.
Περισσότερα για τη σχέση της κυπριακής γραφής με το αλφάβητο παρατίθενται στην ανάρτηση  για τις  γραφές τις πρόδρομες της αλφαβητικής στην παράγραφο  "Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή (κυπριακό συλλαβάριο)".


Σημειώσεις

1. Μέχρι σήμερα και στο ελληνικό αλφάβητο και σε όλα τα δυτικά αλφάβητα ένα γράμμα χρησιμοποιείται για τον ήχο [ ΚΣ ]. Στο ελληνικό αλφάβητο το γράμμα Ξ (από τα ιωνικά αλφάβητα), και στα δυτικά το γράμμα Χ (από τα ευβοϊκά αλφάβητα). Εδώ ας σημειωθεί ότι στα ανοικτά γαλάζια και στα σκούρα γαλάζια αλφάβητα (Αττικής και Ιωνίας), το Χ παρίστανε τον ήχο [ΚΗ]. Το γράμμα Η έχει εδώ την ηχητική αξία του δασέος συμφώνου ( του λατινικού h). Στα πράσινα αλφάβητα (Κρήτης) το γράμμα Χ δεν το χρησιμοποιούσαν. Στη φοινικική γραφή
γράμμα παρόμοιο με το Χ είχε χρησιμοποιηθεί κάποια περίοδο παράλληλα με άλλο γράμμα για τη γραφή των συλλαβικών ήχων [Τ], [ΤΑ], [ΤΕ], [ΤΙ], [ΤΟ], [ΤΟΥ].


Πότε ανακαλύφθηκε το αλφάβητο

Ως προς το χρόνο ανακάλυψης του αλφαβήτου υιοθετείται περισσότερο η άποψη ότι δεν θα πρέπει να απέχει πολύ από τη χρονολογία της παλαιότερης γνωστής αλφαβητικής επιγραφής. Η παλαιότερη γνωστή ελληνική αλφαβητική επιγραφή βρέθηκε στο Λάτιο και χρονολογείται μεταξύ του 800 και του 775 π.Χ. και βρέθηκε μακριά από τις περιοχές στις οποίες μπορεί να επινοήθηκε ή να πρωτουιοθετήθηκε το αλφάβητο. Προφανώς η αλφαβητική γραφή είχε φθάσει στο Λάτιο από Ευβοείς αποίκους στις Πιθηκούσες. Αλφαβητικές επιγραφές λίγα χρόνια νεώτερες από αυτήν βρέθηκαν στην Αθήνα, στις Πιθηκούσες,στη Νάξο, στη Θήρα, στην Κρήτη, στην Κάλυμνο, στην Εύβοια στην Αίγινα, στη Βοιωτία, στην Αργολίδα, στην Κόρινθο και στην Κέρκυρα.
Στην Καρία και στη Φρυγία εμφανίζονται μη ελληνικές αλφαβητικές επιγραφές γραμμένες με το ελληνικό αλφάβητο που χρονολογούνται στα μέσα του 8ου π.Χ. αιώνα. Το αλφάβητο είχε επομένως διαδοθεί αρκετά νωρίς σε γείτονες των Ελλήνων. Και θα πρέπει να θυμηθούμε ότι για το γράψιμο χρησιμοποιούντο κυρίως φθαρτά υλικά που φυσικά δεν αφήνουν υπολείμματα που θα μπορούσε να ανακαλυφθούν αιώνες αργότερα.
Όλα αυτά συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι το αλφάβητο πρέπει να επινοήθηκε κατά τη διάρκεια του 9ου π.Χ. αιώνα, μάλλον κατά το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα1. Η άποψη αυτή είναι συμβατή με την υπόθεση ότι το αλφάβητο επινοήθηκε στην Κύπρο ή στη Χαλκίδα.

Ο Adrados αναφέρει στο βιβλίο του "Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας" 1999, ότι σύμφωνα με τη σημερινή άποψη, στο τέλος του 9ου π.Χ. αιώνα το ελληνικό αλφάβητο ήταν διαδεδομένο σε όλο τον ελλαδικό χώρο και είχε αρχίσει να εισχωρεί σε γειτονικές περιοχές. Με την εξάπλωση της χρήσης του αλφαβήτου σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στη Μικρά Ασία, στη Σικελία την Ιταλία ξεκίνησε η μεγάλη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, προσθέτει.

Σημειώσεις

1. Ο Γ. Μπαμπινιώτης αναφέρει στο βιβλίο του Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας ως πιθανότερο χρόνο επινόησης του αλφαβήτου τον 9ο ή το 10ο π.Χ. αιώνα. Ο 10ος π.Χ. αιώνας υιοθετείται ως χρονολογία επινόησης του αλφαβήτου και στο άρθρο Writing της εγκυκλοπαίδειας Britannica.


Γιατί οι Έλληνες αναζήτησαν ένα νέο σύστημα γραφής

Το γιατί είναι γενικότερο και αναφέρεται σε τρία θέματα. Το πρώτο είναι γιατί οι ελληνικές κοινότητες δεν είχαν δεχθεί να χρησιμοποιήσουν ένα από τα υπάρχοντα συστήματα γραφής. Το δεύτερο είναι γιατί ο επινοητής της αλφαβητικής γραφής ωθήθηκε στην αναζήτηση και δημιουργία ενός νέου συστήματος γραφής; Το τρίτο είναι γιατί όλες οι ελληνικές κοινότητες υιοθέτησαν όλες και πρόθυμα το αλφάβητο.

Για το πρώτο, μπορεί να ειπωθεί ότι οι ελληνικές κοινότητες δεν ήθελαν με τίποτα ένα σύστημα γραφής εξαιρετικά δύσχρηστο στην ανάγνωση που άλλοι το είχαν δημιουργήσει για άλλες γλώσσες, το οποίο επιπλέον οι ελληνικές κοινότητες το εύρισκαν  εντελώς ακατάλληλο για τη γλώσσα τους. Άλλωστε είχαν ήδη στη διάθεσή τους και την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή, γραφή αρκετά πλεονεκτική σε σχέση με τις σημιτικές, που ούτε αυτή τους ικανοποιούσε.
Για το τρίτο ερώτημα μπορεί να ειπωθεί ότι ελληνικές κοινότητας εκτίμησαν γρήγορα τη χρησιμότητα της νέας γραφής (της αλφαβητικής), και επιπλέον χαίρονταν που η γραφή αυτή είχε δημιουργηθεί για τη γλώσσα τους και κατέγραφε με πληρότητα και ακρίβεια όλους τους γλωσσικούς ήχους και ήταν εξαιρετικά απλή και στη γραφή και στην ανάγνωση. Ακόμη χαίρονταν που ήταν οι πρώτοι που τη χρησιμοποιούσαν.


Σε ότι αφορά το δεύτερο θέμα, οι ιδιότητες που έχουμε αναγνωρίσει στον επινοητή δίνουν μιαν απάντηση. Ο επινοητής, άτομο που κατανοούσε σε βάθος τα γλωσσικά ζητήματα, άτομο με ιδιαίτερη ευφυΐα, άνθρωπος τελειομανής, ήξερε και την ελληνική κυπριακή και τη φοινικική γραφή, και αισθάνθηκε μια πρόκληση. Να δημιουργήσει ένα σύστημα γραφής που θα είχε όλα τα πλεονεκτήματα και κανένα από τα μειονεκτήματα των γραφών που ήξερε, που ήταν άλλωστε σημαντικά. Μπορεί ακόμη η πόλη του να μην είχε γραφή και αυτό να το αισθανόταν ο ίδιος και οι συμπολίτες του σαν σοβαρή έλλειψη.
Έχουν δοθεί και άλλες απαντήσεις. Το δεύτερο σε αρχαιότητα γνωστό δείγμα αλφαβητικής γραφής προέρχεται από το Δίπυλο των Αθηνών, χρονολογείται μεταξύ του 740 και 730 π.Χ. ήταν γραμμένο επί οινοχόης- έπαθλο. Αποκατεστημένο με τα γράμματα που λείπουν δίνει στίχο (ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟΤΟ ΔΕΚΑΝ ΜΙΝ)1. Το τρίτο σε αρχαιότητα δείγμα αλφαβητικής γραφής προέρχεται από τις Πιθηκούσες και είναι γραμμένο επίσης σε στίχους. Χρονολογείται μεταξύ του 735 και 720 π.Χ.. Το περιεχόμενό των στίχων είναι σκωπτικό και παραπέμπει σε ομηρικούς στίχους με τους οποίους φαίνεται ότι οι Έλληνες ήταν εξοικειωμένοι2. Πολλές ακόμη από τις πρώτες αλφαβητικές επιγραφές είναι γραμμένες σε στίχους. Το γιατί είναι ευεξήγητο.
Πριν το αλφάβητο οι σκέψεις, οι πληροφορίες, οι κρατούσες αντιλήψεις, οι απαραίτητες γνώσεις, μεταβιβάζονταν από τον ένα στον άλλο και από τη μια γενιά στην άλλη προφορικά. Για να διατηρούνται στη μνήμη διατυπώνονταν με αφορισμούς ή έμμετρα με στίχους. Την εποχή της ανακάλυψης του αλφαβήτου και για πολλά χρόνια ακόμη οι Ελληνες χρησιμοποιούσαν τους στίχους πολύ περισσότερο από όσο μπορούμε σήμερα να φανταστούμε. Και φυσικά με την γραφή που θα υιοθετούσαν θα έγραφαν όσα θα έπρεπε ή θα ήθελαν να θυμούνται με ακρίβεια αλλά και αυτά που έλεγαν, και κατά βάση μιλούσαν με στίχους. Έτσι ανάμεσα σε αυτά που θα ήθελαν να γράψουν συμπεριλαμβάνονταν εμπορικοί κατάλογοι, συμφωνίες, νόμοι, άλλοι κατάλογοι, προγράμματα τελετών αλλά και πολλά άλλα μεταξύ των οποίων μπορεί να περιλάβει κανείς αποφθέγματα, έμμετρες συνομιλίες, έμμετρες οδηγίες συμπεριφοράς, έμμετρες λεπτομερείς περιγραφές του τρόπου που γίνονταν κάποιες εργασίες, και φυσικά τα ομηρικά έπη αποσπάσματα από τα οποία οι ΄Ελληνες συνήθιζαν να απαγγέλουν.
Ο H. T. Wade-Gery έγραψε το 1949 ότι οι Έλληνες πρέπει να είχαν να εξυπηρετήσουν ειδικές ανάγκες με τη γραφή, ανάγκες που δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με τις γραφές τις προγενέστερες του αλφαβήτου. Παρατήρησε ακόμη ότι σε πολλές από τις παλαιότερες αλφαβητικές επιγραφές είναι γραμμένοι στίχοι και διατύπωσε κατηγορηματικά την άποψη ότι η αλφαβητική γραφή δημιουργήθηκε για να δοθεί η δυνατότητα καταγραφής εξάμετρων στίχων.
Ο Powell υιοθετεί και εξειδικεύει αυτή την άποψη. Το αλφάβητο δημιουργήθηκε από ένα άτομο που επιθυμούσε μεταξύ άλλων να καταγράψει την Ιλιάδα και την Οδύσσεια είναι η άποψή του. Για να καταγραφούν οι στίχοι έτσι ώστε να καταγραφεί το μέτρο και να αποδοθούν οι στίχοι έμμετρα κατά την ανάγνωση, είναι απαραίτητο να καταγραφούν με ακρίβεια οι συλλαβές και αυτό μόνο με την αλφαβητική γραφή μπορεί να επιτευχθεί.
Η υπόθεση των Wade-Gery και Powell συνεπάγεται ότι ο επινοητής του αλφαβήτου επεδίωκε εξ αρχής απόλυτη ακρίβεια στη γραπτή παράσταση των γλωσσικών ήχων. Πρόκειται για μια γοητευτική υπόθεση που στη μορφή που τη θέτει ο Powell προϋποθέτει ακόμη χρόνο δημιουργίας του αλφαβήτου μετά τη σύνθεση των ομηρικών επών. Με τις σημερινές απόψεις για τον πιθανό χρόνο δημιουργίας των ομηρικών επών, αυτή η υπόθεση μπορεί να είναι οριακά συμβατή με την υπόθεση επινόησης του αλφαβήτου κατά το τέλος του 9ου π.Χ. αιώνα.

Σημειώσεις

1.Το κείμενο της επιγραφής αντιστοιχεί στο κλασσικό "ος νυν ορχηστών πάντων αταλώτατα παίξει, τούτο (δηλαδή την οινοχόη) δεκάν μιν"(Gelb), που σημαίνει όποιος από τους χορευτές χορέψει πιο ανάλαφρα (πιο ζωηρά; πιο νεανικά; πιο τρυφερά;), αυτός ας πάρει τούτο (την οινοχόη ως βραβείο). Φαίνεται ότι αναμενόταν ότι οι συμμετέχοντες στη γιορτή θα μπορούσαν να διαβάσουν την επιγραφή.
2. Η επιγραφή ήταν γραμμένη πάνω σε ποτήρι σε τρεις σειρές. Στην πρώτη σειρά που δεν ήταν έμμετρη οι λέξεις χωρίζονται μεταξύ τους με άνω κάτω τελεία. Οι άλλες δύο σειρές είναι τέλειοι εξάμετροι στίχοι. Σε αυτές τις σειρές χωρίζονται με άνω κάτω τελεία οι προτάσεις. Στην πρώτη σειρά αναγράφεται "Του Νέστορα το εύποτο ποτήριον είμαι" (εύποτο δηλαδη που σου προκαλεί χαρά να πινεις με αυτό, ή αλλιώς που ομορφαίνει το ποτό που θα πιείς με αυτό). Η αναφορά στον Νέστορα παραπέμπει με σκωπτική διάθεση στο ποτήρι του Νέστορα του βασιλιά της Πύλου που περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, το οποίο κανείς άνδρας της εποχής του Ομήρου δεν θα μπορούσε να μετακινήσει ενώ ο Νέστορας το σήκωνε και το μετακινούσε για να πιει, εύκολα και σταθερά. Στις άλλες δύο σειρές αναγράφεται έμμετρα ότι "Εκείνον που θα πιει από αυτό το ποτήρι, στη στιγμή (αυτίκα) θα τον κυριέψει ο πόθος  η λαχτάρα ( ίμερος ) της ομορφοστεφανωμένης (καλλίστεφανο) Αφροδίτης".
Και αυτή η επιγραφή και η επιγραφή της προηγούμενης σημείωσης είναι γραμμένες από τα δεξιά προς τα αριστερά. Οι ιωνικές επιγραφές και οι επιγραφές της Νάξου και της Θήρας είναι γραμμένες από τα αριστερά προς τα δεξιά. Η περιγραφή της επιγραφής βασίστηκε στα κείμενα και τις εικόνες του βιβλίου του Powell, Homer and the origin of the grrek alphabet.




Δ.Το αλφάβητο και τα αλφάβητα: Οι αλφαβητικές γραφές


Τα πρώτα αλφάβητα

Τα πρώτα αλφάβητα δεν ήταν ακριβώς ίδια μεταξύ τους. Το βασικό βεβαίως είναι το ότι ήταν ουσιαστικά ίδια αλλά οι διαφορές που εμφάνιζαν οι παραλλαγές του ελληνικού αλφαβήτου στις διάφορες ελληνικές κοινότητες, αν και αφορούσαν διαφορές γραμμάτων, αποδείχθηκαν ιστορικά σημαντικές.

Τα πρώτα αλφάβητα ταξινομούνται σε τέσσερις ομάδες και ονομάζονται μέχρι σήμερα με τα χρώματα που χρησιμοποιήθηκαν για την παρουσίαση της περιοχής χρήσης τους, στο χάρτη του βιβλίου του Κίρχωφ ( A. Kirchoff ), «Μελέτες για την Ιστορία του Ελληνικού Αλφαβήτου» 1887.

Τα πράσινα
Κρήτης, Μήλου, Θήρας, Ανάφης, Σίφνου. Γράφουν ΚΣ αντί Ξ, ΠΗ αντί Φ, και ΠΣ αντί Ψ. Στη Θήρα και στη Μήλο το Φ γραφόταν Π+ένα γράμμα από το κυπριακό συλλαβάριο που δε χρησιμοποιήθηκε στα άλλα αλφάβητα, και το Χ ως Κ+το ίδιο γράμμα. Το γράμμα αυτό υπήρχε και στη γραμμική Α και στα αλφάβητα της Θήρας και της Μήλου ήταν το δασύ γράμμα που στα άλλα ελληνικά αλφάβητα και αργότερα στο λατινικό αλφάβητο γραφόταν ως
Η.

Τα ανοικτά γαλάζια
Αττικής, Σαλαμίνας, Αίγινας, Κυδωνίας, Πάρου, Νάξου και της αποικίας της στη Θάσο, Δήλου, Αμοργού κάποιων ΒΔ Κυκλαδονησιών καθώς και κάποιων νησιών του Ιονίου. Χρησιμοποιούσαν το Φ και το Χ αλλά έγραφαν ΠΣ αντί για Ψ.

Τα σκούρα γαλάζια
Ιωνικής Δωδεκάπολης, Αιολίδας, Κνίδου, Αλικαρνασσού, νησιών ανατολικού Αιγαίου, Χαλκιδικής, Χαλκηδόνας, βόρειων αποικιών, Κορίνθου, Σικυώνος, Κλεωνών, Τίρυνθος, Άργους, Μεγάρων, Κέρκυρας, Σελινούντος. Χρησιμοποιούσαν και το Ξ και το Φ και το Χ και το Ψ. Ονομάζονται Ιωνικά και από αυτά προήλθε το κοινό ελληνικό αλφάβητο.

Τα κόκκινα
Εύβοιας με τις αποικίες της, μέρους της Θεσσαλίας, Ανατολικής Στερεάς εκτός Αττικής, Αργολίδας, Αρκαδίας, Λακωνίας , Μεσσηνίας, Αχαΐας, Κεφαλληνίας, Ιθάκης, Ρόδου, αποικιών στην Ιταλία και στη Σικελία εκτός από τη νότια Σικελία. Αποδίδονται στους Ευβοείς. Χρησιμοποιούσαν το Χ ως ΚΣ, το Φ ως ΠΗ και το Ψ ως ΚΗ. Από αυτά τα αλφάβητα προήλθαν το ετρουσκικό και το λατινικό και επομένως όλα τα δυτικοευρωπαϊκά αλφάβητα.

Κόκκινα και σκούρα γαλάζια
Στην Αιτωλία και στις Συρακούσες.




Τα γράμματα του αλφαβήτου

Προβάλεται ότι τα γραφήματα των γραμμάτων του αλφαβήτου προήλθαν κυρίως από τα γράμματα της φοινικικής γραφής. Πρέπει εδώ να επαναλάβουμε ότι η όποια ομοιότητα των γραφημάτων των γραμμάτων δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με ομοιότητες ή διαφορές ως προς τη δομή και τη λειτουργία των δύο συστημάτων γραφής. Παρά την όποια ομοιότητα των γραμμάτων πρόκειται για συστήματα γραφής ριζικά διαφορετικά μεταξύ τους και ίδια ή παρόμοια γράμματα έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη και σε προβαθμίδες γραφής.
Η αντίληψη για την προέλευση των γραφημάτων των γραμμάτων του αλφαβήτου κυρίως από τη φοινικική γραφή, πηγάζει από την ομοιότητα αρκετών από τα γράμματα των ελληνικών αλφαβητικών πρωτογραφών με τα φοινικικά γράμματα. Η ομοιότητα δεν αφορά τη συνολική εμφάνιση του κειμένου, περιορίζεται στην ομοιότητα των επιμέρους χαρακτήρων.Τα ελληνικά γράμματα όμως ήταν κεφαλαία όπως και τα γράμματα της ελληνικής κυπριακής γραφής και τα γράμματα της γραμμικής Α, ενώ τα φοινικικά γράμματα ήταν μικρά, γεγονός που έχει αγνοηθεί εντελώς από πολλούς ειδήμονες.


Γράμματα πρωτοσιναϊτικών γραφών από το 1650 π.Χ. περίπου.  




Από το βιβλίο του Ignace Gelb A Study of Writing, σελίδα 133
Η φοινικική γραφή εμφανίστηκε κατά τον 11ο αιώνα π.Χ.



Παρά την όποια ομοιότητα των γραμμάτων των πρώτων αλφαβήτων με τα φοινικικά γράμματα, πρέπει να ξαναπούμε ότι κάποια μινωικά γράμματα και κάποια κυπριακά μοιάζουν περισσότερο από τα φοινικικά με γράμματα των αλφαβήτων. Πιο συγκεκριμένα: 

-Στη θεωρούμενη ως ιερογλυφική γραφή του δίσκου της Φαιστού βρίσκουμε τα Ι, Λ, Υ, C.
-Στη γραμμική Α βρίσκουμε τα Ψ, Υ, Λ, Ι, Ξ, C, F, το κατοπτρικό του Ν και το κατοπτρικό του R. 

Τμήμα επιγραφής γραμμένης σε κεραμικό με τη γραφή γραμμική Α. Η γραμμική Α αναπτύχθηκε από τους Μινωίτες και χρησιμοποιήθηκε από το 1750 μέχρι το 1450 π.Χ. περίπου για τη γραφή της μινωικής γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια της χρήσης της μπορεί να χρησιμοποιήθηκε και για τη γραφή της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας.



-Στην κυπρομινωική I γραφή βρίσκουμε τα Ε, Ι, Λ, Ο, Υ, Ψ, W, το κατοπτρικό του R και  το Τ στραμμένο.
- Στο κυπριακό συλλαβάριο (ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή) βρίσκουμε τα C, Δ, F, Κ, Λ, Μ, Ν, Ο, Υ και Τ στραμμένο .



Πινακίδα με γραφή Κυπρομινωική Ι του 16ου αιώνα π.Χ.. Από την Κυπρομινωική Ι προήλθε η ελληνική κυπριακή γραφή.




Τα γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή και η ηχητική τους αξία. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδα 155)..

Η Ελληνική συλλαβική κυπριακή γραφή εμφανίστηκε κατά τα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ

-
Ακόμη αν και η επίδραση του κυπριακού συλλαβαρίου αφορά κυρίως αυτή καθαυτή την ανακάλυψη του αλφαβήτου, η επιλογή του γραφήματος των υπόλοιπων γραμμάτων ή ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τους ερμηνεύονται με πληρότητα, μόνο με την υπόθεση της γνώσης του κυπριακού συλλαβαρίου. Η επίδραση του κυπριακού συλλαβαρίου εξηγεί και την ηχητική αξία μερικών γραμμάτων. Επιπροσθέτως οι Έλληνες άλλαξαν βαθμιαία το σχήμα των γραμμάτων τους και στους κλασσικούς χρόνους τα γράμματά τους έμοιαζαν λιγοτερο με τα φοινικικά.



Αλκαμένους κοσμητεύοντος έφηβοι
Ο αναφερόμενος ως κοσμητεύων Αλκαμένης κοσμήτευε σε σχολείο (γυμνάσιο). Σχετικά με το θέμα αναφέρω ότι σε γυμνάσιο της αρχαίας Αθήνας βρέθηκε ότι υπήρχαν προτομές-πορταίτα όσων είχαν διατελέσει εκεί κοσμήτορες. Οι προτομές αυτές φιλοξενούνται σήμερα στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο.


Η επιρροή της φοινικικής και της ελληνικής κυπριακής γραφής στα γραφήματα των γραμμάτων των πρωτοαλφαβητικών γραφών ήταν συνέπεια του τρόπου με τον οποίο ο επινοητής της αλφαβητικής γραφής εργάστηκε. Έχοντας καταγράψει τους συλλαβικούς ήχους της ελληνικής με τα γράμματα του κυπριακού συλλαβαρίου κατέγραφε κυρίως με φοινικικά γράμματα τους φθογγικούς ήχους που ανακάλυπτε με την ανάλυση του ήχου των συλλαβών, δίνοντας στα φοινικικά γράμματα νέα, φθογγική και πλήρως καθορισμένη ηχητική αξία και γράφοντάς τα σαν κεφαλαία όπως συνήθιζε να γράφει με την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή. Ο αριθμός των γραμμάτων των δύο γραφών προδιέθετε για μια τέτοια επιλογή. Όπως και να έχει, η χρησιμοποίηση από τον επινοητή καλοσχεδιασμένων γραμμάτων που ήδη χρησιμοποιούντο σε άλλες γραφές ήταν η πρακτικά ενδεδειγμένη λύση. Η προσπάθεια ταυτόχρονης δημιουργίας νέων πετυχημένων συμβόλων γραφής θα δυσκόλευε το έργο του. Πάντως «επινοήθηκαν» και χρησιμοποιήθηκαν και κάποια πρόσθετα γράμματα.

Ενδιαφέρει όμως έχει και η απώτατη προέλευση των γραφημάτων των γραμμάτων, και των φοινικικών και των αλφαβητικών.  Έχουμε ήδη αναφέρει ότι παλαιότατα γραπτά σύμβολα τελετουργικά ή προβαθμίδων γραφής που βρέθηκαν στον σημερινό βαλκανικό χώρο, μερικά από αυτά στον σημερινό ελλαδικό χώρο, μοιάζουν ή είναι εντελώς ίδια με σημερινά γράμματα του αλφαβήτου και ότι οι σημιτικές γραφές προέρχονται από αιγυπτιακό πρότυπο και κάποια γράμματά τους μπορεί να προέρχονται από την αιγυπτιακή γραφή. Οι Steven Fisher ( στο A History of Writing 2001) και W. V. Davies (Στο Egyptian Hieroglyphs, ένα κεφάλαιο του βιβλίου Reading the Past 1990) παραθέτουν πίνακα, όχι καθολικά αποδεκτό αναφέρει ο Davies, που δείχνει δέκα φοινικικά γράμματα ως προερχόμενα μέσω της πρωτοσιναϊτικής γραφής από απλοποίηση αιγυπτιακών ιερογλυφικών γραμμάτων. Πέραν όμως της πιθανής Αιγυπτιακής επίδρασης υπάρχουν και άλλες. Επισημαίνω ότι:


- Ο Arthur Evans είχε παρατηρήσει την ομοιότητα μεταξύ γραμμάτων της γραμμικής Α, και γραμμάτων της φοινικικής γραφής (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη, άρθρο Αλφάβητο) και είχε υποστηρίξει ότι είναι πιθανόν η φοινικική γραφή να προέρχεται από τις μινωικές γραφές. Αλλά ναι μεν και οι δύο γραφές είναι συλλαβικές πλην όμως έχουν εντελώς διαφορετική δομή και λειτουργία. Για τον λόγο αυτόν η γραμμική Α μόνο στην επιλογή των γραφημάτων των γραμμάτων μπορεί να έχει επιδράσει άμεσα ή έμμεσα επί της φοινικικής. Η γραμμική Α είναι γραφή προγενέστερη των δυτικοσημιτικών γραφών και δύο κυπρομινωικές γραφές προερχόμενες από τη γραμμική Α, είχαν χρησιμοποιηθεί στην ηπειρωτική περιοχή που βρίσκεται ανατολικά της Κύπρου και αυτό εξηγεί αυτήν την παρατηρούμενη ομοιότητα μεταξύ γραμμάτων της φοινικικής γραφής και της γραμμικής Α.

- Η Henriette Walter αναφέρει ότι σε αγαλματίδια που βρέθηκαν στις κοιλάδες του Δούναβη και χρονολογούνται από την τρίτη και την τέταρτη χιλιετία π.Χ., υπάρχουν γραπτά σύμβολα των οποίων η λειτουργία ήταν πιθανότατα συμβολική και τα οποία μπορεί να θεωρηθούν ως η απαρχή μιας πρωτογραφής. Βλέπουμε M, V, W, X αναφέρει και προσθέτει ότι τα γράμματα αυτά και άλλα ακόμη γράμματα παλαιοευρωπαϊκών πινακίδων ή βραχογραφιών, θυμίζουν τα γράμματα της συλλαβικής γραφής που θα εμφανιστεί πολύ αργότερα στην Κρήτη.

- Ο καθηγητής Γεώργιος Χουρμουζιάδης ανακάλυψε στο Δισπηλιό της Καστοριάς ξύλινη πινακίδα χρονολογημένη με άνθρακα C14 ως του 5260 π.Χ. επί της οποίας υπήρχε χαραγμένο γραπτό μήνυμα. Ο καθηγητής θεωρεί το εύρημά του ως περίπτωση προβαθμίδος γραφής. Tα γράμματα του μηνύματος είναι παρόμοιου χαρακτήρα και με τα γράμματα τα "παλαιευρωπαϊκά" και με τα γράμματα της γραμμικής Α. Μεταξύ των γραμμάτων της πινακίδας εμφανίζονται γράμματα που μοιάζουν με το Ε, με το V, με το Μ, με το F στραμμένο κατά 90 μοίρες.

-Σε βραχογραφία στη Ρουμανία ανάμεσα σε λίγες δεκάδες σύμβολα βλέπουμε και τα Φ, Ζ, Ι, Η, Δ, Χ, Ρ, Μ, Τ, Υ, W, L ή Γ, γ, Ψ, Θ, και το κατοπτρικό του Ν.





Βραχογραφία "προϊστορική" από τη Ρουμανία. Η χρονολόγησή της δεν αναφέρεται. (Παντελή Καρύκα: Ελληνική Γραφή. Από το περιοδικό Ελλήνων Ιστορία.)


-Ο αρχαιολόγος Α. Σάμψων ανακάλυψε στη Μήλο κεραμικό της πέμπτης χιλιετίας π.Χ. στο οποίο ήταν χαραγμένα το Χ και το Ν. Το Χ είναι σίγουρα το σύμβολο της μεγάλης μητέρας θεάς αναφέρει η Henriette Walter. Πολλά από τα γραπτά σύμβολα που συναντάμε προέρχονται από σύμβολα που είχαν χρησιμοποιηθεί σε τελετές λατρείας της μεγάλης μητέρας θεάς. Ο Σάμψων ανακάλυψε ακόμη στο σπήλαιο του Κύκλωπα στη νήσο Γιούρα κεραμικό των μέσων της πέμπτης χιλιετίας στο οποίο υπάρχει ένα σύμπλεγμα συμβόλων που μοιάζουν με τα Α, Δ, Υ, Χ.


Τμήμα κεραμικού της πέμπτης χιλιετίας π.Χ. από την Μήλο πουανακάλυψε ο αρχαιολόγος Α. Σάμψων. Το Χ εχρησιμοποιείτο ως σύμβολο της μεγάλης μητέρας θεάς αναφέρει η Henriette Walter.
-Ο Steven Fisher (A History of Writing,σελίδα 23), αναφέρει ότι στην θέση Βίντσα της περιοχής Τόρντος της Ρουμανίας σύμβολα χαραγμένα σε κεραμικά που χρονολογούνταιμεταξύ του 5300 και του 4300 π.Χ.. Βρέθηκαν 30 κύρια σύμβολα και 210 διαφορετικές μεταξύ τους παραλλαγές τους ή συνθέσεις τους. Μερικά από αυτά τα σύμβολα μας είναι αρκετά οικεία.




Μερικά από τα χαρακτά σύμβολα που βρέθηκαν σε κεραμικά της Βίντσα που χρονολογούνται μεταξύ του 5300 και του 4300 π.Χ.. (Steven Fisher: A History of Writing)



-Στο σπήλαιο Mas d' Azil στη Γαλλία έχουν βρεθεί σε βότσαλα γραπτά τελετουργικά σύμβολα που χρονολογούνται ως ηλικίας μεγαλύτερης των 10000 ετών και λίγα από αυτά μοιάζουν με γράμματα σημερινά




Βότσαλα με γραπτά, ίσως λατρευτικά ή τελετουργικά σύμβολα, από το σπήλαιο Mas d' Azil στη Γαλλία χρονολογημένα ως ηλικίας 10 με 11 χιλάδων ετών. (Παντελή Καρύκα: Ελληνική Γραφή. Από το περιοδικό Ελλήνων Ιστορία.)



- Ο Άγγλος αρχαιολόγος F. Petrie είχε συντάξει κατάλογο από 300 σύμβολα που ανάγονται στην 5η χιλιετία π.Χ. που όπως έλεγε χρησιμοποιούντο κατά τη νεολιθική εποχή για εμπορικούς και λατρευτικούς σκοπούς. 34 από αυτά τα σύμβολα χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της Μεσογείου από διάφορες κοινότητες, και δε συμβόλιζαν απλούς ήχους αλλά ολόκληρες λέξεις. Ο F. Petrie είχε την άποψη ότι τα παραπάνω 34 σύμβολα έμοιαζαν πολύ με γράμματα μεταγενέστερων γραφών και ότι από αυτά τα 34 σύμβολα προήλθαν και γράμματα της γραμμικής Α και φοινικικά γράμματα και γράμματα του αλφαβήτου2.

Αναφέρεται ακόμη ως ένδειξη για το ότι τα γράμματα του αλφαβήτου προήλθαν κυρίως από τα φοινικικά γράμματα, το ότι τα ονόματα των περισσοτέρων γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου είναι λέξεις που όπως λέγεται, δεν σημαίνουν τίποτε στα ελληνικά αλλά μοιάζουν ηχητικά με φοινικικές λέξεις που σημαίνουν βόδι, σπίτι, νερό, βραχίονας, κεφάλι, φίδι και άλλα, στα οποία υποτίθεται ότι παραπέμπουν τα ονόματα που αποδίδονται στα φοινικικά γράμματα. Σε σχέση όμως με τα ονόματα θα πρέπει να γίνουν κάποιες παρατηρήσεις.
α)  Τα ονόματα των φοινικικών γραμμάτων αναφέρονται από τον Powell ως υποθετικά (hypothetical).
β)  Είναι λάθος να λέγεται ότι θα ήταν εύλογο να δώσουν οι Έλληνες στα γράμματά τους τέτοια ονόματα. Το να λέγεται για παράδειγμα το «Β» βόδι και το «Ν» νερό, ήταν κάτι που δεν θα ήταν δυνατό να γίνεται για τα γράμματα του αλφαβήτου. Αντιθέτως επιδιώχθηκε τα ονόματα των γραμμάτων να είναι όσο το δυνατόν απλούστερες λέξεις, που δεν παραπέμπουν πουθενά αλλού αλλά μόνο στον ήχο που τα γράμματα παριστάνουν και σε κάποιες περιπτώσεις στον τρόπο που εκφέρονται (διάρκεια και δασύτητα ή ψιλότητα εκφοράς). Με αυτές τις επιδιώξεις οι Έλληνες διάλεξαν τα ονόματα των γραμμάτων του αλφαβήτου. 
γ) Ακόμη οι Έλληνες φρόντισαν το όνομά κάθε γράμματος να έχει πάντοτε ως πρώτο φθόγγο το φθόγγο που το γράμμα παρίστανε (αρχή ακροφωνίας), και επιδίωξαν επιπλέον να είναι τα ονόματα των γραμμάτων λέξεις εύηχες και να είναι εύκολο να τις απαγγείλει κάποιος με συγκεκριμένη σειρά σαν να απαγγέλει ποίημα, γεγονός που διευκόλυνε την απομνημόνευσή τους.
δ) Σε τέσσερα γράμματα τα ονόματα των γραμμάτων προσδιορίζουν τον ήχο τους και τη διάρκεια της εκφοράς ή την έλλειψη δασύτητας κατά την εκφορά (Ε-ΨΙΛΟΝ αρχικά ΈΙ, Υ-ΨΙΛΟΝ αρχικά Υ1, Ο-ΜΙΚΡΟΝ, Ω-ΜΕΓΑ). Οκτώ από τα ονόματα των γραμμάτων είναι μονοσύλλαβες λέξεις της απλούστερης δυνατής μορφής, οι οποίες προσδιορίζουν με τον πρώτο τους φθόγγο τον ήχο του γράμματος (ΜΙ, ΝΙ, ΞΙ, ΠΙ, ΡΟ, ΦΙ, ΧΙ, ΨΙ). Στα ονόματα ΒΗ-ΤΑ, ΖΗ-ΤΑ, Η-ΤΑ, ΘΗ-ΤΑ , το επίθημα –ΤΑ διευκολύνει τη δημιουργία ρίμας. Αν όλα τα γράμματα είχαν ονόματα με τη μορφή των οκτώ προηγούμενων, το σύνολο των ονομάτων των γραμμάτων δε θα έδινε «σωστό στίχο».

Πολλοί λένε ακόμη ότι η σειρά αναφοράς των γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου είναι ίδια με τη σειρά αναφοράς των γραμμάτων της φοινικικής γραφής που είναι παλαιότερη. Πουθενά όμως δεν αναφέρεται το από πού γνωρίζουμε ότι τα φοινικικά γράμματα αναφέρονταν με ορισμένη σειρά και το ποια ήταν αυτή η σειρά, ούτε φαίνεται ότι η υποτιθέμενη σειρά είχε χρησιμοποιηθεί στη φοινικική γραφή για κάτι, για τη σύνταξη λεξικών για παράδειγμα. Το πιθανότερο είναι η γνώση αυτή για τη σειρά αναφοράς των φοινικικών γραμμάτων να προέρχεται από Σημίτες γραμματικούς των ελληνιστικών ή μεταγενέστερων χρόνων που ήξεραν ήδη το ελληνικό αλφάβητο, την ελληνική αλφαβητική γραφή και την ελληνική γλώσσα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε η αλήθεια πρέπει να είναι ότι η υποτιθέμενη σειρά αναφοράς των γραμμάτων της φοινικικής γραφής προέκυψε από τη σειρά αναφοράς των γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου και όχι το αντίθετο. Από το 700 π.Χ. χρονολογούνται πινακίδες που έχουν βρεθεί και αναγράφουν τα γράμματα του αλφαβήτου με τη συγκεκριμένη σειρά. Αυτό αξιοποιήθηκε για να χρησιμοποιήσουν οι Έλληνες τα γράμματα του αλφαβήτου ως αριθμούς. Οι Φοίνικες χρησιμοποιούσαν άλλα σύμβολα από τα γράμματα της γραφής τους για αριθμούς. Το να χρησιμοποιούνται τα γράμματα ως αριθμοί το υιοθέτησαν μετά όμως τους Έλληνες και οι Εβραίοι (Florian Cajiori: A History of Mathematical Notation, Dover 1993 τόμος 1 σελίδα 23). Επίσης τα πρώτα λεξικά στην ελληνική γλώσσα συντάχθηκαν και σε κάθε περίπτωση με τις σημιτικές προαλφαβητικές γραφές δεν μπορούσε να συνταχθούν. Ακόμη ο Πλούταρχος εξηγεί ότι ο φθόγγος Α αναφέρεται πρώτος στο ελληνικό αλφάβητο γιατί είναι ο απλούστερος γλωσσικός ήχος. Απλά ανοίγεις το στόμα σου και τον εκφέρεις, προσθέτει. Δεν μπορώ να σκεφθώ όμως μια πρωτογενή εξήγηση του γιατί πρώτο μεταξύ των γραμμάτων της φοινικικής γραφής θα αναφερόταν το άλεφ, που υποτίθεται ως το όνομα ενός ημιφώνου,  όνομα που υποτίθεται ότι σημαίνει βόδι.

Σημειώσεις-παραπομπές

1. Το όνομα Ύψιλον είναι βυζαντινό. Το παλαιότερο όνομα ήταν Υ, ουσιαστικά απλή αναφορά του ήχου. Στο γαλλικό αλφάβητο το Υ ονομάζεται Υ - γκρεκ.
2. Μηνά Τσικριτσή: Γραμμική Α Συμβολή στην Κατανόηση μιας Αιγαιακής Γραφής 2001. Ο Μηνάς Τσικριτσής παραπέμπει για την πληροφορία αυτή στην εγκυκλοπαίδεια Britannica τόμος I σελίδα 680.





Η διάδοση του αλφαβήτου

Ο αλφαβητικός τρόπος γραφής πρέπει να έγινε δεκτός με ενθουσιασμό και απόκτησε τελικά οικουμενική διάσταση. Πολυάριθμες ελληνικές επιγραφές εμφανίστηκαν αρκετά νωρίς σε όλη τη Μεσόγειο. Ακόμη άλλοι λαοί έγραψαν στα ελληνικά και άλλοι δανείζονταν το ελληνικό αλφάβητο με κάποιες αλλαγές για να γράψουν τις δικές τους γλώσσες, διατηρώντας βασικά την ελληνική σύνταξη. Στο σημείο της ευρωπαϊκής Μεσογείου που εξελληνίσθηκε λιγότερο και απέχει περισσότερο από την Ελλάδα, την Ιβηρική χερσόνησο, συναντάμε στις Αμπούριες (αρχαίο Εμπορείον) και στα περίχωρά τους γύρω στο 500 π.Χ., επιστολές και εμπορικά έγγραφα σε πλάκες μολύβδου ή σε τερακότα καθώς και ιδιωτικές επιγραφές σε πήλινα δοχεία. Και δεν είναι μόνο αυτό. Γράφονταν ιβηρικές επιγραφές με ελληνική γραφή, και το ίδιο γινόταν με κελτικές επιγραφές στη Γαλλία. Τελικά οι Έλληνες έδωσαν το αλφάβητο στην Ισπανία, μια περιοχή με προγενέστερη και κυρίαρχη τη φοινικική παρουσία 1.

Και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου έγινε το ίδιο. Το ελληνικό αλφάβητο το υιοθέτησαν οι Ετρούσκοι της Ετρουρίας και της Καμπανίας καθώς και οι Λατίνοι, μέσω Ευβοέων αποίκων προερχομένων από την Κύμη και τη Χαλκίδα. Στο Λάτιο έχει βρεθεί η αρχαιότερη γνωστή ελληνική αλφαβητική επιγραφή. Από το ελληνικό αλφάβητο προήλθαν μέσω της ίδιας οδού το οσκικό και το ουμβρικό αλφάβητο. Το ελληνικό αλφάβητο διαδόθηκε και στη Σικελία.

Στη Φρυγία υπάρχουν από τον 8ο αιώνα επιγραφές ενός αλφαβήτου που παράγεται από το ελληνικό. Υπάρχουν επίσης από τον 7ο αιώνα επιγραφές της Καρικής και της Λυδικής γλώσσας γραμμένες με ημιελληνικά αλφάβητα. Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Θρακικού αλφαβήτου. Υπάρχει ακόμη τρίγλωσση επιγραφή στα ελληνικά, στη γλώσσα της Λυκίας και στην αραμαϊκή γλώσσα.

Το ελληνικό αλφάβητο διαδόθηκε και προς την Αίγυπτο, και έγινε το κυρίαρχο σύστημα γραφής στον ελληνιστικό κόσμο. Το λατινικό αλφάβητο που προήλθε από το ελληνικό αποτέλεσε το σύστημα γραφής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και υπό την επήρεια της αλφαβητικής γραφής υιοθετήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά στις σημιτικές γραφές διακριτικά σημεία που επισυναπτόμενα στα γράμματά τους, προσδιόριζαν με ακρίβεια ποια συλλαβή διαβαζόταν με κάθε γράμμα. Το ίδιο έγινε και με την ινδική και την αιθιοπική γραφή.

 Σε μεταγενέστερους χρόνους όλες οι χώρες, της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ωκεανίας, οι περισσότερες χώρες της Αφρικής, η Αρμενία, η Ινδονησία και μετά το 1922 η Τουρκία, υιοθέτησαν γραφές που ουσιαστικά αποτελούν προσαρμογή του ελληνικού αλφαβήτου στη γλώσσα τους.

 Για γράμματα χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται στις ορθόδοξες σλαβικές χώρες οι κυριλλικοί χαρακτήρες, και σε όλες σχεδόν τις άλλες χώρες, πλην της Ελλάδας και της Κύπρου, οι λατινικοί χαρακτήρες
2 . Οι κυριλλικοί χαρακτήρες «επινοήθηκαν» κατά τον 9ο μ.Χ. αιώνα από τον Κωνσταντίνο (Κύριλλο) πολύγλωσσο ιερωμένο και λόγιο γεννημένο στη Θεσσαλονίκη για τη δημιουργία σλαβικής αλφαβητικής γραφής και τη μετάφραση της Αγίας Γραφής στις σλαβικές γλώσσες. Θυμίζουν αρκετά, επιμέρους ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες.
Ο Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και ο αδελφός του Μεθόδιος είναι εκείνοι που ξεκίνησαν και προώθησαν συστηματικά το έργο του εκχριστιανισμού των Σλάβων. Οι Σλάβοι δεν είχαν μέχρι τον 9ο μ.Χ. αιώνα δική τους γραφή.

Ο Roger Woodard γράφει ότι "πριν την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν η επιρροή του ρωσικού πολιτισμού ήταν μεγάλη, η ρωσική παραλλαγή του κυριλλικού αλφαβήτου είχε υιοθετηθεί για την καταγραφή αρκετών μη σλαβικών, ακόμη και μη ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, συμπεριλαμανομένων της Κουρδικής, της Τσετσενικής, της Μογγολικής και της Γιουίτ (γλώσσα των Εσκιμώων)". (Bernard Comrie, Stephen Matthews, Maria Polinsky, Roger Woodard :  "Οι γλώσσες του Κόσμου", Σαββάλας 2003).



Σημειώσεις-παραπομπές

1. Francisco R. Adrados: Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας 1999.


2. Οι 38 χαρακτήρες (τα γράμματα) του αρμενιακού αλφαβήτου επινοήθηκαν από τον επίσκοπο Μεσρόπ Μαστότς περί το 400 μ.Χ.. Με τη χρήση τους επιτεύχθηκε εξαιρετική προσαρμογή της αλφαβητικής γραφής στη φωνολογία της γλώσσας των Αρμενίων.(Εγκυκλοπαίδεια "Παπυρος Λαρούς Μπριτάννικα"). Περισσότερα στο άρθρο της en.wikipedia  Mesrop_Mashtots  και στο άρθρο Άγιος Μεσρόπ Μαστότς της Βικιπαιδεια
Για την Κορεατική αλφαβητική γραφή δείτε παρακάτω την παράγραφο "Οι αλφαβητικές γραφές σήμερα






Οι δυσκολίες υιοθέτησης του αλφαβήτου για τη γραφή των κινεζικών γλωσσών

Αναφέρεται ότι η αλφαβητική γραφή είναι πρακτικά αδύνατο να αντικαταστήσει την κινεζική γραφή εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού ομόηχων μονοσύλλαβων λέξεων που περιλαμβάνονται στις κινεζικές γλώσσες. Δεν αναφέρεται ο αριθμός ή το ποσοστό των λέξεων για τις οποίες υπάρχει ομόηχη λέξη με άλλη έννοια. Αν το φαινόμενο έχει μεγάλη έκταση τότε μια γραφή που θα βασίζεται στην απεικόνιση αποκλειστικά του ήχου και όχι της έννοιας των λέξεων θα μπορούσε να δυσκολέψει την κατανόηση ενός γραπτού κειμένου. Το βασικό όμως πρόβλημα που αναστέλλει την υλοποίηση ενδεχόμενων σκέψεων για την υιοθέτηση φωνητικού συστήματος γραφής και συγκεκριμένα του αλφαβήτου, είναι πρόβλημα πολιτικό με την ευρύτερη έννοια το όρου. Μια πτυχή του προβλήματος είναι ότι ένας λαός δεν είναι καθόλου εύκολο να εγκαταλείψει ένα σύστημα γραφής που αυτός ο ίδιος λαός ανέπτυξε σε κάποια προγενέστερη φάση της ιστορίας του. Υπάρχουν και άλλα σχετικά παραδείγματα, υπάρχει όμως και άλλη πτυχή του προβλήματος.

 Στην Britannica (άρθρο Language ) αναγράφεται ότι τα σύμβολα της κινεζικής γραφής παριστάνουν λέξεις ως έννοιες και όχι ως ήχους, και οι Κινέζοι του βορρά και οι Κινέζοι του νότου χρησιμοποιούν τα ίδια σύμβολα για τις ίδιες έννοιες και μπορούν να επικοινωνήσουν γραπτώς χωρίς κανένα πρόβλημα παρά το ό,τι οι Κινέζοι του βορρά που μιλούν την μανδαρίνικη κινεζική δεν μπορούν να επικοινωνήσουν προφορικά με τους ομιλητές της καντονέζικης κινεζικής που χρησιμοποιείται στο νότο. Είναι κάτι ανάλογο με το ό,τι συμβαίνει με τα σημασιογραφικά σύμβολα των αριθμών 0, 1, 2, 3, κλπ. Κατανοούνται παντού κατά τον ίδιο τρόπο, διαβάζονται όμως σε κάθε χώρα διαφορετικά Το ότι οι Κινέζοι γράφουν ακριβώς τα ίδια όταν εννοούν τα ίδια ανεξάρτητα από το ποια κινεζική γλώσσα μιλούν, συμβάλει στην τόνωση του αισθήματος ενότητας μεταξύ των κατοίκων της τεράστιας αυτής χώρας. Η αλφαβητική γραφή θα κατέγραφε τους γλωσσικούς ήχους και οι υπάρχουσες γλωσσικές διαφορές θα γινόταν και διαφορές γραπτών κειμένων. Οι Κινέζοι διαφορετικών περιοχών δε θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους ούτε γραπτά, γεγονός που θα εξασθενούσε την αίσθηση ενότητας ανάμεσα στους κατοίκους του βορρά και τους κατοίκους το νότου. Γραφές που απεικονίζουν τους ήχους της γλώσσας, όπως οι αλφαβητικές, δεν είναι δυνατόν να δώσουν ενοποιημένη γραφή για δύο ουσιαστικά διαφορετικές γλώσσες.

Το 1958 χρησιμοποιήθηκε στην Κίνα ένα σύστημα μεταγραφής της κινεζικής με λατινικούς χαρακτήρες, όχι για να αντικαταστήσει τη χρησιμοποιούμενη δύσκολη στη γραφή και στην ανάγνωση λογογραφική κινεζική γραφή αλλά για την καταγραφή σε λεξικά του ήχου ενός πολύ μεγάλου αριθμού συμβόλων γραφής (λεξιγραμμάτων). Η κινεζική γραφή δεν δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας «αλφαβητικών» λεξικών(1).




Σημειώσεις-παραπομπές

1. Η εξακολούθηση χρησιμοποίησης στην Κίνα μιας ελάχιστα αποδοτικής, ακατάλληλης και ξεπερασμένης εδώ και χιλιετίες τεχνολογίας γραφής, είχε και πιστεύω ότι θα έχει και στο μέλλον σοβαρές πολιτισμικές και οικονομικές (με την ευρύτερη έννοια του όρου) συνέπειες. Πιστεύω ότι η κινεζική κοινωνία δεν θα μπορέσει να μετατραπεί σε εγγράμματη στο βαθμό που αυτό συμβαίνει στη δύση και ότι η Κίνα δεν θα μπορέσει να γίνει ηγέτις χώρα την οποία άλλες χώρες θα προσπαθούν να τη μιμηθούν.





Οι αλφαβητικές γραφές σήμερα


Υπάρχουν οι εξής τύποι αλφαβήτων σε χρήση.

Τύπος 1 :
 Το ελληνικό, το λατινικό, το ιταλικό, το ισπανικό, το αγγλικό, το γαλλικό, τα σλαβικά, το ουγγρικό, το τουρκικό  κ.ο.κ. Τα φωνήεντα και τα σύμφωνα δηλώνονται πάντοτε και με τον ίδιο τρόπο (ίδιου μεγέθους χαρακτήρες σε γραμμή). Αυτός ο τύπος αλφαβήτου χαρακτηρίζεται ως αλφάβητο με την ακριβή έννοια του όρου.
Οι σημερινές αλφαβητικές γραφές αυτού του τύπου αποτελούν ουσιαστικά προσαρμογές του ελληνικού αλφαβήτου στις γλώσσες των ευρωπαϊκών χωρών. Τα αλφάβητα αυτού του τύπου των ορθόδοξων σλαβικών χωρών γράφονται με κυριλλικούς χαρακτήρες, το ελληνικό αλφάβητο με ελληνικούς χαρακτήρες και όλα τα υπόλοιπα με λατινικούς. Κατά τα λοιπά διαφέρουν από την αρχική ελληνική αλφαβητική γραφή μόνο κατά τη χρήση μικρών γραμμάτων και τη χρήση σημείων στίξης.
Σημεία στίξης είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούνται πριν από του 500 π.Χ., εισήχθησαν όμως συστηματικά από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο πριν το 200 π.Χ. μαζί με τα σημεία τόνων και πνευμάτων. Η σημερινή μορφή των χαρακτήρων και της γραφής διαμορφώθηκε από Ιταλούς και Γάλλους τεχνικούς εκτυπώσεων κατά τους αναγεννησιακούς χρόνους. Τα μικρά γράμματα εισήχθησαν σε λατινικούς χαρακτήρες μετά το 300 μ.Χ. και σε ελληνικούς χαρακτήρες μετά το 700 μ.Χ..

Τύπος 2 :
Το αραμαϊκό, το εβραϊκό, το αραβικό, κ.ο.κ. Τα φωνήεντα των συλλαβών δηλώνονται με διακριτικά σημεία. Το σύνολο το γράμματος και του διακριτικού ενέχει θέση συλλαβικού συμβόλου. Το διακριτικό δεν μπορεί να αλλάξει θέση για να μετατραπεί η συλλαβή [να] για παράδειγμα στη συλλαβή [αν]. Δεν μπορεί επίσης να γραφεί σε αυτές τις γραφές συλλαβή που αποτελείται μόνο από ένα φωνήεν.

Στις σημιτικές γραφές τα φωνήεντα δεν δηλώνονται πάντα. Όταν δεν δηλώνονται η γραφή πρέπει να θεωρείται συμφωνογραφική (pure abjad). Σήμερα ο αναγνώστης ξέρει και αναγνωρίζει σε τέτοια γραπτά τα σύμφωνα των συλλαβών και αναζητεί το κατάλληλο φωνήεν.

Τύπος 3 :
Το ινδικό και το αιθιοπικό. Τα φωνήεντα δηλώνονται πάντοτε. Αυτό γίνεται είτε με διακριτικά σημεία που συνοδεύουν το σύμβολο του συμφώνου είτε ή με κατάλληλη διαμόρφωση του συμβόλου του συμφώνου. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα αναφέρουμε και για τις γραφές του τύπου (2)

 




Μερικά γράμματα της αιθιοπικής γραφής. Το πρώτο γράμμα καθε σειράς είναι το αρχικό σύμβολο που πριν την τροποποίηση της αιθιοπικής υπό την επίδραση της αλφαβητικής γραφής (λίγους αιώνες μ.Χ.),παρίστανε όλες τις συλλαβές της σειράς. Σήμερα παριστάνει συλλαβή του συμφώνου με το φωνήεν α. Τα γράμματα για τις συλλαβές με διαφορετικά φωνήεντα σχηματίζονται με καθορισμένη τροποποίηση του βασικού συμβόλου. Το ίδιο συμβαίνει και στις ινδικές γραφές. Στις σημιτικές γραφές αντί τροποποίησης του βασικού συμβόλου προστίθενται σε κατάλληλη θέση του, διακριτικά όπως στιγμές ή παύλες που προσδιορίζουν σε ποια συλλαβή αντιστοιχεί το συμπληρωμένο σύμβολο. Στις περισσότερες σημιτικές γραφές, το αρχικό βασικό σύμβολο μόνο του δεν χρησιμοποιείται για καμμιά συλλαβή. Επιπλέον στις σημιτικές γραφές, ακόμη και όταν τα σύμφωνα σχηματίζουν συλλαβή μόνα τους χρησιμοποιείται συνήθως για την παράστασή αυτής της συμφωνικής συλλαβής το αρχικό σύμβολο μαζί με κάποιο ιδιαίτερο διακριτικό, όπως συμβαίνει και στις συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν




Οι τύποι (2) και (3) χαρακτηρίζονται ως αλφαβητικές γραφές με τη διευρυμένη έννοια του όρου ή ως impure abjads οι σημιτικές γραφές και ως abugidas η ινδική και η αιθιοπική γραφή.

Ειδικής μορφής αλφάβητο, το Hangul, δημιουργήθηκε το 1446 για τη γραφή της κορεατικής γλώσσας. "Πρότυποι ήχοι για τη μόρφωση του λαού" ήταν το αρχικό όνομά του. Hangul, δηλαδή "Han' gul", "η γραφή του Χαν", ονομάστηκε τον εικοστό αιώνα. Έχει σαφείς επιρροές από τις ινδικές γραφές γιατί αποβλέπει στη δημιουργία "αλφαβητικά τακτοποιημένων συλλαβογραμμάτων", διαφέρει όμως σημαντικά από αυτές αφού στο Hangul τα σύμφωνα και τα φωνήεντα αντιμετωπίζονται ισότιμα και παριστάνονται με του ίδιου τύπου και μεγέθους γράμματα, γεγονός που του δίδει μεγαλύτερη ευελιξία. Με το Hangul είναι εύκολο να γραφού αν χρειασθεί κάθε είδους συλλαβές, μεταξύ των οποίων και συλλαβές του τύπου φωνήεν + σύμφωνο, και συλλαβές του τύπου φωνήεν.





Πώς στο Hangul τα σύμφωνα της πρώτης από αριστερά στήλης συνδυάζονται για με τα φωνήεντα της πάνω σειράς και σχηματίζουν συλλαβικά συμπλέγματα του τύπου (σύμφωνο + φωνήεν).



Το αλφάβητο αυτό καθιερώθηκε κατά τον εικοστό αιώνα ως εθνικό σύστημα γραφής στην Κορέα. Στην Βόρεια Κορέα αποτελεί το μοναδικό σύστημα γραφής που χρησιμοποιείται στην εκπαίδευση, στη διοίκηση και στον τύπο και ονομάζεται "κορεατική γραφή"( Cosengul ). Στο Hangul εκτός του ήχου των φθόγγων εικονίζεται με ειδικό τρόπο και ο τρόπος εκφοράς τους (τα χείλη μαζί, η γλώσσα αγγίζει τον ουρανίσκο κλπ). Έτσι καθίσταται ευκολότερη ίσως η ανάγνωση αλλά μπορεί να γίνεται λιγότερο απλή η γραφή. Το Hangul έχει ωστόσο χαρακτηρισθεί από τον Sampson ως ένα από τα μεγάλα πνευματικά επιτεύγματα του ανθρώπου. Ο χρόνος θα δείξει αν μπορεί να επηρεάσει τη γραφή των γλωσσών γειτονικών χωρών. Όπως και να έχει, η δημιουργία και η υιοθέτηση νέου αλφάβητου για τη γραφή της κορεατικής γλώσσας δείχνει λαό που φιλοδοξεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο κόσμο.





Ε. Οι πολιτισμικές επιπτώσεις της ανακάλυψης του αλφαβήτου


Σύμφωνα και φωνήεντα μαζί στο ελληνικό αλφάβητο, δημιούργησαν ένα σύστημα γραφής ταυτόχρονα οικονομικό, (λίγα σύμβολα), και σαφές. Το αλφάβητο έδωσε τη δυνατότητα ακριβούς και εύκολης γραπτής απόδοσης οποιασδήποτε γλωσσικής έκφρασης και έκανε για πρώτη φορά δυνατή μια οπτική αναγνώριση των γλωσσικών ήχων που ήταν ταυτόχρονα και αυτόματη και ακριβής. Έγινε έτσι δυνατό να εισαχθεί η γραφή και η ανάγνωση στη βασική εκπαίδευση και να καταστούν εγγράμματοι πολλοί άνθρωποι από παιδιά.

Με την επινόηση της αλφαβητικής γραφής οι Έλληνες διεύρυναν αμέσως τη χρήση της και την επέκτειναν βαθμιαία σε όλες τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Έτσι οι Έλληνες έγιναν με τον καιρό εγγράμματοι σε κάποιο βαθμό. Ενδείξεις για αυτό χρονολογούνται από τις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα. Το 591 π.Χ. Έλληνες μισθοφόροι στην Αίγυπτο που προέρχονταν από διαφορετικές ελληνικές πόλεις, σκάλισαν τα ονόματά τους και τα ονόματα των πόλεων καταγωγής τους και ένα δυο σύντομα κείμενα σε ένα άγαλμα του Ραμσή του Β΄. Και είναι από αυτήν  την εποχή πολύ συνηθισμένες οι δημόσιες επιγραφές πόλεων ή ναών που περιελάμβαναν καταλόγους (αρχόντων, ιερέων, εφόρων, νεκρών που σκοτώθηκαν στη μάχη, ναών και άλλων), διατάγματα ή νόμους, παραχωρήσεις τιμών ή προνομίων, κείμενα για αθλητικούς αγώνες, κείμενα για γιορτές ή θυσίες, άλλα που αναφέρονται στην ανέγερση μνημείων, επίσημες επιστολές και χρονικά. Οι πόλεις τα ιερά, οι ιδιώτες είχαν τώρα στη διάθεσή τους μια γραφή πέρα για πέρα κατάλληλη για να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους. Η αλφαβητική γραφή ήταν ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την εξέλιξη της ζωής, του πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας και για τη διάδοσή τους στους γειτονικούς λαούς1  .
Το αλφάβητο διαδόθηκε πολύ γρήγορα και επέτρεπε να καταγραφούν εμπορικές συμφωνίες, καθώς και πολιτικά και ιδιωτικά έγγραφα, στίχοι και λογοτεχνικά έργα. Η απλότητα του νέου τρόπου γραφής αποτελούσε προϋπόθεση για το να μάθουν περισσότεροι γραφή και ανάγνωση και αυτό διευκόλυνε τη δημοκρατική, τη συμμετοχική οργάνωση της πολιτείας. Οι Αθηναίοι του 5ου π.Χ. αιώνα για παράδειγμα όντας ικανοί να διαβάζουν τους νόμους και να συντάσσουν και να καταχωρούν αποφάσεις, διευκολύνονταν στο να συμμετέχουν στη διαχείριση των κοινών.


Υπάρχει και άλλη πτυχή του θέματος. Η νέα γραφή και τα νέα μέσα γραφής που βαθμιαία αναπτύχθηκαν διευκόλυναν την επικοινωνία, τον προσωπικό στοχασμό, τη δημιουργία νέων λεκτικών τύπων και εννοιών, την εξέλιξη της δομής και της λειτουργίας της γλώσσας.
Πριν το αλφάβητο οι σκέψεις, οι πληροφορίες, οι κρατούσες αντιλήψεις, οι απαραίτητες γνώσεις, μεταβιβάζονταν από τον ένα στον άλλο και από τη μια γενιά στην άλλη προφορικά. Για να διατηρούνται στη μνήμη διατυπώνονταν με αφορισμούς ή έμμετρα με στίχους.
Αυτές οι μορφές λόγου και κυρίως ο έμμετρος, ο ποιητικός λόγος, κατά κανόνα χαρακτηρίζονται από την επιδίωξη της πρόκλησης της ισχυρής εντύπωσης. Στον ποιητικό λόγο οι σημαντικές σκέψεις δεν αναλύονται. Παρουσιάζονται συμπυκνωμένες. Παρουσιάζονται επίσης με λόγο στομφώδη, με υπερβολές με μεταφορές και άλλα λογοτεχνικά σχήματα που προκαλούν εντύπωση όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αποφθέγματα και τις παροιμίες. Ο ποιητικός λόγος δεν είναι λόγος αναλυτικός ή επεξηγηματικός. Δεν ενθαρρύνει διαδικασίες ανάλυσης και δεν προκαλεί στον ακροατή κριτική διάθεση. Ο ακροατής θα πρέπει να τον μάθει ώστε να είναι σε θέση να τον αναπαραγάγει αυτούσιο.
Το αλφάβητο έκανε εύκολη τη γραφή και την ανάγνωση και εξ αιτίας αυτού προκάλεσε γενίκευση της χρήσης της γραφής. Αυτό μείωσε πολύ τις ανάγκες απομνημόνευσης. Περαιτέρω πολλοί άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να μελετούν και να αναλύουν τις σκέψεις άλλων αλλά και να αναλύουν γράφοντας τις δικές τους σκέψεις. Η διαδικασία αυτή προκάλεσε ουσιώδεις αλλαγές στο λεξιλόγιο στη σύνταξη, στους τρόπους έκφρασης και στη χρήση και τη μορφή του λόγου.

Αν και μετά την επινόηση του αλφαβήτου ακόμη και φιλοσοφικά έργα που άρχισε να εμφανίζονται γράφονταν στην αρχή έμμετρα σε στίχους (Ξενοφάνης, Εμπεδοκλής Παρμενίδης) ή με αφορισμούς όπως η κινεζική φιλοσοφία (Ηράκλειτος), άρχισε να παρατηρείται και στον πρώιμο ποιητικό φιλοσοφικό λόγο εμπλουτισμός του λεξιλογίου έστω και περιορισμένος. Μεταξύ των όρων που δημιουργούνται ή αποκτούν ειδική έννοια, αναφέρω τους όρους άπειρον, φιλότης, νείκος. Ο Adrados αναφέρει ότι η γλώσσα αυτών των συγγραφέων είναι βασική για τη μεταγενέστερη εξέλιξη του φιλοσοφικού και πνευματικού λεξιλογίου.
Πιο σημαντικό όμως είναι ότι σιγά, σιγά άρχισε να διαμορφώνεται ο Ιωνικός πεζός λόγος που υιοθετήθηκε και από συγγραφείς που δεν είχαν γεννηθεί και δεν είχαν μεγαλώσει σε ιωνικές περιφέρειες. Το πέρασμα από τον έμμετρο τον ποιητικό στον πεζό λόγο σηματοδοτεί το πέρασμα από τη μυθική στη λογική εξήγηση του κόσμου.
Ο Στράβωνας έχει γράψει ότι ο πιο παλαιός πεζός λόγος διέφερε από την ποίηση μόνο κατά την έλλειψη μέτρου άλλα ο Κικέρων παρατηρεί ότι και στον πρώιμο πεζό λόγο δεν υπάρχουν στομφώδεις εκφράσεις. Εξ άλλου ο πρώιμος φιλοσοφικός πεζός λόγος χαρακτηρίζεται από σεμνότητα ύφους, σαφήνεια, αφθονία αφηρημένων ουσιαστικών και μια σειρά σχημάτων λόγου. (Adrados).
Με τον καιρό διαμορφώθηκε στον πεζό λόγο ένα λεξιλόγιο και ένα συντακτικό κατάλληλα να υπηρετήσουν την έκφραση αφηρημένων σκέψεων και τη δημιουργία σύνθετων έργων όπως το επιστημονικό σύγγραμμα, μέσω αρχικά της ιωνικής και τελικά της αττικής διαλέκτου και της ελληνιστικής κοινής.


Σε ότο αφορά το λεξιλόγιο, ο σχηματισμός νέων λέξεων είτε με τη χρήση κατάλληλων προθημάτων και επιθημάτων που σήμερα έχουν περάσει σε όλες τις γλώσσες που γράφονται αλφαβητικά, είτε με τη χρήση ποικίλων καταλήξεων, είτε με τη σύνθεση λέξεων, είτε με άλλους ή σύνθετους τρόπους, μπορούσε να γίνεται με ασύγκριτη ευκολία. Ο κάθε διανοητής μπορούσε να ερμηνεύει κάθε καινούρια λέξη που εισήγαγε, και με την αλφαβητική γραφή διαβάζονται το ίδιο εύκολα, μάλιστα πολύ εύκολα και οι γνωστές και οι άγνωστες λέξεις. Το ίδιο εύκολη ήταν η κατανόηση, και η διάδοση των νέων λέξεων και των νέων σημασιών παλαιών λέξεων2. Ένα μεγάλο μέρος από τις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες λέξεις του λεξικού Webster, αναφέρονται στο λεξικό ως ελληνικές ή ελληνογενείς. Ακόμη στο ειδικό αγγλικό λεξικό του Richard A. Lanham, "A Handlist of Rhetorical Terms" 1991, ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος των παρατιθέμενων όρων αναφέρονται και αναγνωρίζονται αμέσως ως ελληνικοί ή ελληνογενείς.
"Στην αρχαία ελληνική γλώσσα δημιουργήθηκαν λέξεις για τις αφηρημένες λεπτές και ταυτόχρονα σύνθετες έννοιες των επιστημών, των πολιτικών θεσμών, της οικονομίας, του ηθικού βίου, της λογοτεχνίας, της ρητορικής και της φιλοσοφίας. Χιλιάδες λέξεις που έχουν διεισδύσει σε απίστευτο βαθμό στις σύγχρονες γλώσσες." [Γεώργιος Μπαμπινιώτης].
Πλούτο περιγραφής των λεπτομερειών και του βάθους συναισθημάτων που αποδίδονται με ευχέρεια με τις ελληνικές λογοτεχνικές γλώσσες παρατηρεί ο Havelock (Havelock: The Muse Learns to Write).

Σε ότι αφορά τη δομή του λόγου είχαμε σταδιακή εξέλιξη από τον Ιωνικό πεζό λόγο προς την Αττική διάλεκτο και τελικά προς την Ελληνιστική Κοινή.

"Ο ιωνικός πεζός λόγος χρησιμοποιήθηκε από συγγραφείς όπως ο Φερεκύδης, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, ο Πρωταγόρας, ο Ηρόδοτος, ο Αναξαγόρας και οι γιατροί της σχολής του Ιπποκράτη.
Ο Ηρόδοτος αντιπροσωπεύει το πέρασμα από τη μυθική νοοτροπία στην κριτική και ιστορική θεώρηση και από τον τοπικισμό στην παγκοσμιότητα. Μπόρεσε και άρθρωσε χωρίς να είναι ανειλικρινής σε τίποτε, μια παγκόσμια ιστορία που απευθυνόταν σε όλους τους Έλληνες και δεν συκοφαντούσε τους «εχθρούς τους».
Οι γιατροί απευθύνονταν σε όλους τους ανθρώπους, μελέτησαν την ανθρώπινη φύση και ανέτρεψαν την πίστη σε μαγικές αιτίες των ασθενειών. Οι γιατροί ανέπτυξαν επίσης το επιστημονικό λεξιλόγιο, δημιούργησαν το πρώτο επιστημονικό σύγγραμμα και δημιούργησαν το πρώτο πλήρως ανεπτυγμένο στυλ πεζού λόγου.
Ο Δημόκριτος, γνωστός κυρίως για την ατομική θεωρία, ανήκει σε εκείνους που προχώρησαν περισσότερο στην αναζήτηση ενός ύφους χωρίς στολίδια."
[Adrados: Ιστορία της ελληνικής γλώσσας]

"Η Αττική υπήρξε η γλώσσα της ποίησης, της τραγωδίας, της κωμωδίας, των ρητόρων, των σοφιστών. Ο Σωκράτης αναζητούσε. Δεν διαμόρφωνε θεωρία, δεν έγραφε. Ζούσε στο περιβάλλον της προφορικής παράδοσης όπου η ποίηση ακουγόταν στο θέατρο, στο συμπόσιο, στο σχολείο, όπου οι λόγοι της εκκλησίας του δήμου και των δικαστηρίων δεν γράφονταν (αυτό έγινε αργότερα), όπου ο Ζήνων συγκέντρωνε φίλους για να τους διαβάσει κάποιο γραπτό του, όπου ο Ηρόδοτος έκανε γνωστή την ιστορία του μέσω της ανάγνωσης.Οι σοφιστές και οι ρήτορες αποτελούσαν ένα καινούριο πολιτισμό, τον πολιτισμό του βιβλίου. Συζητούσαν αλλά τους άρεσε να γράφουν λόγους και συγγράμματα για θεωρητικά θέματα aκολουθώντας σε αυτό τους παλιούς φιλοσόφους και τους γιατρούς. Οι σοφιστές και οι ρήτορες επιδιώκοντας να αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους συνέβαλαν στη διαμόρφωση του μεστού πεζού αττικού λόγου η καλλιέργεια του οποίου είχε ξεκινήσει νωρίτερα με τον Γοργία (Απολογία Παλαμήδους) και το Θρασύμαχο, και εκπροσωπείται από συγγραφείς όπως ο Θουκυδίδης και ο Πλάτωνας.
"Ο Θουκυδίδης δεν επιδιώκει τη λαμπρότητα αλλά μια ακριβή αναφορά και εξήγηση των γεγονότων. Το έργο μου έχει γραφτεί σαν μελέτημα παντοτινό, όχι σαν πρόσκαιρο ανάγνωσμα αναφέρει και επικρίνει τους ρήτορες και τους σοφιστές που επιδιώκουν να ευχαριστήσουν με μυθικές και ποιητικές φαντασίες, ενώ ο ίδιος επιδιώκει να αποδώσει με ακρίβεια την αλήθεια και διαμορφώνει κατάλληλα το λόγο του. Περισσότερο κριτικός ο Πλάτωνας αντιπαραθέτει τη φιλοσοφία που κατά εκείνον αναζητεί συστηματικά την αλήθεια, με τη ρητορική και την ποίηση.
Τελικά ο αττικός πεζός λόγος έφτασε να παρέχει εξαιρετικές δυνατότητες να αναλυθεί, να αποδοθεί με ακρίβεια και να εξηγηθεί οτιδήποτε. Ο J.Deniston (1970) αναφέρει τους διάφορους τρόπους εισαγωγής αφηρημένων εκφράσεων, μιλά για τη χρησιμοποίηση της σειράς των λέξεων με σκοπό να δοθεί έμφαση, μιλά για τη δομή των περιόδων, είτε χαλαρή είτε αυστηρή, βάσει της ένταξης σε αυτές αντιθετικών ή και ενδοιαστικών προτάσεων, μιλά για την εμφάνιση επαναλήψεων, αναφορών, ανακόλουθων σχημάτων, μιλά για τη δυνατότητα να εισάγεται μεταβλητός αριθμός εξαρτημένων προτάσεων που απαιτούν άλλες, με τη χρήση απολύτων γενικών και κατηγορηματικών μετοχών. Ο σκοπός είναι πάντα η επεξηγηματική σαφήνεια και η έμφαση σε εκείνο που ο συγγραφέας θέλει να επισημάνει." [Adrados]
"Ο πεζός λόγος, χάρις στο εξειδικευμένο του λεξιλόγιο και στο συντακτικό του στο οποίο κυριαρχεί η υπόταξη, έγινε κατάλληλος για να εκφράσει όλες τις σχέσεις της σκέψης, όλη την πορεία της και την οργάνωσή της. Και το πιο σημαντικό είναι, ότι είναι ανοικτός και ευέλικτος, κατάλληλος να διευρύνει το λεξιλόγιό του, για να δώσει σε υπάρχουσες λέξεις και νέες έννοιες και για να ενσωματώσει και νέες μορφές έκφρασης. «Ποτέ δεν είχε σφυρηλατηθεί ένα τόσο όμορφο εργαλείο για να εκφρασθεί η ανθρώπινη σκέψη» αναφέρει ο Vendryes"[Adrados].


Πρόκειται για χαρακτηριστικά που δεν εμφανίζονται σε γλώσσες που δεν διαμορφώθηκαν και δεν αναπτύχθηκαν με την επί μακρόν χρήση αλφαβητικής γραφής. Όλες αυτές οι γλώσσες χαρακτηρίζονται από φτωχό λεξιλόγιο, φτωχή γραμματική, απλή κατά παράταξη σύνταξη, περιορισμένη πλαστικότητα και προσαρμοστικότητα.
Αντιθέτως οι σημερινές δυτικές γλώσσες έχουν τα χαρακτηριστικά της αττικής διαλεκτου και της ελληνιστικής κοινής, χαρακτηρίζονται όμως από τον Adrados ως ημιελληνικές ή κρυπτοελληνικές. Το αλφάβητο της ελληνικής, το λεξιλόγιό της, το συντακτικό της, τα λογοτεχνικά της είδη είναι παρόντα σε όλες τις δυτικές γλώσσες μέσα στις οποίες η ελληνική γλώσσα έχει μια δεύτερη ζωή προσθέτει. (Adrados: Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας).


Σε ολόκληρη την ιστορία, τίποτε δεν είναι τόσο εκπληκτικό και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί έγραψε ο Ράσσελ στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, όσο η ξαφνική άνοδος του πολιτισμού στην Ελλάδα.
Η ανακάλυψη του αλφαβήτου όμως αποτελεί σίγουρα μέρος της εξήγησης αυτού του φαινομένου αφού:

-Η αλφαβητική γραφή διευκόλυνε και προκάλεσε τον εμπλουτισμό την εκλέπτυνση και την εξειδίκευση του λεξιλογίου.
-Η αλφαβητική γραφή οδήγησε στη δημιουργία ενός πεζού λόγου αναλυτικού, κατάλληλου για να αποδοθεί με ακρίβεια οτιδήποτε και κατάλληλου να παρουσιάσει όλες τις σχέσεις της σκέψης, όλη την πορεία της και την οργάνωσή της.
-Η αλφαβητική γραφή κατέστησε δυνατή την κοινολόγηση με ακρίβεια των σκέψεων, των στοχασμών καθενός σε άλλους και κατεστησε επίσης δυνατή την λεπτομερή ανάλυση των σκέψεων και των διαλογισμών οποιουδήποτε.
-Η αλφαβητική γραφή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να μπορεί κάθε στοχαστής να αναλύει με πληρότητα τις δικές του σκέψεις.
-Η αλφαβητική γραφή διευκόλυνε έτσι την ανάπτυξη των επιστημών και τη δημιουργία λογοτεχνικών ειδών, και εξ αιτίας της απλότητάς της και της ευχρησίας της προκάλεσε την εμφάνιση του βιβλίου, των λεξικών και των βιβλιοθηκών και τη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης γεγονός που επέτεινε τις καθ' όλα θετικές επιδράσεις της 

Το βιβλίο εμφανίστηκε στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, αλλά και νωρίτερα γράφονταν αντίγραφα έργων στα οποία πρόσθεταν σύντομα ή εκτεταμένα σχόλια ( Adrados ).
Στην Αθήνα εκείνης της εποχής είχε δημιουργηθεί και χαρακτήριζε τη ζωή στην πόλη, ένας κόσμος που εκινείτο γύρω από το βιβλίο. Δίδασκαν, συζητούσαν, αντάλλαζαν απόψεις, έγραφαν και διάβαζαν κείμενά τους. Τα λεξικά και οι βιβλιοθήκες εμφανίστηκαν αργότερα. Κατά την παράδοση ο Ευριπίδης ήταν ο πρώτος που απόκτησε δική του βιβλιοθήκη. Ο Αριστοφάνης στους βατράχους του τον ειρωνεύεται για αυτό. Βιβλιοθήκη αναφέρεται ότι είχε και ο Ευθύδημος ( Adrados ). Και στην Ακαδημία του Πλάτωνος και στο Λύκειο του Αριστοτέλη χρησιμοποιούσαν βιβλιοθήκες αναφέρει ο Havelock.
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους δημιουργήθηκαν πολλές και μεγάλες (ελληνικές) βιβλιοθήκες μεταξύ των οποίων και  η τεράστια και εκπληκτική ελληνική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.

Ακόμη στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν όλα τα είδη του γραπτού λόγου.
Οι Έλληνες ανέπτυξαν τη λυρική ποίηση, και δημιούργησαν και ανέπτυξαν τη δραματική ποίηση .Το θεατρικό δράμα είναι πολιτιστική έκφανση μοναδική, γράφει ο Τσαρλς Φρήμαν στο βιβλίο του "Το Ελληνικό Επίτευγμα". Η χρήση γραφής με την απλότητα και την πληρότητα της αλφαβητικής και η συνακόλουθη ανάπτυξη του λεξιλογίου και της σύνταξης έπαιξαν ασφαλώς και σε αυτό σημαντικό ρόλο. Όλα όσα έγιναν διευκολύνθηκαν τα μέγιστα από ένα εξαιρετικό σύστημα γραφής.

Οι Έλληνες έγραψαν επίσης ιστορία. Ιστορία στην Ελλάδα έγραψαν ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφώντας, ο Πλούταρχος, ο Αρριανός και άλλοι. Προηγουμένως από άλλους λαούς είχαν γραφεί μόνο απλά χρονικά. Όλα τα ζητήματα που σχετίζονται μέχρι σήμερα με την ιστοριογραφία αντιμετωπίσθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τους αρχαίους Έλληνες.
Κανείς Πέρσης ή Φοίνικας ή άλλος δεν έγραψε ιστορία της Περσικής αυτοκρατορίας για παράδειγμα. 
Και η Παλαιά Διαθήκη είναι ιερό βιβλίο και όχι ιστορία, και κατεγράφη κατά τον 4ο ή 3ο π.Χ. αιώνα από Ιουδαίους που ήξεραν ελληνικά, με την τετράγωνη εβραϊκή γραφή που σήμερα θα τη χαρακτηρίζαμε αλφαβητική με τη διευρυμένη έννοια του όρου, αφού σε αυτή τη γραφή γινόταν εξ αιτίας επιρροής της ελληνικής αλφαβητικής γραφής, συστηματική χρήση διακριτικών σημείων για να καθορίζεται με ακρίβεια ο ήχος των συλλαβών.
Και η Παλαιά Διαθήκη έγινε γνωστή στον πολύ κόσμο με τη μετάφρασή της και την καταγραφή της στα ελληνικά, που έγινε περί το 250 π.Χ.από Ιουδαίους της Αιγύπτου για να μπορούν να τη διαβάζουν οι Ιουδαίοι της ελληνιστικής εποχής.
Αλλά και στη νεώτερη εποχή, ιστορία και φιλοσοφία της ιστορίας γράφτηκε συστηματικά μόνο με γραφές αλφαβητικές. Ο αληθινός πατέρας της ιστορίας δεν είναι ο Ηρόδοτος, είναι το αλφάβητο έγραψε ο Havelock.

Για χρόνια μετά την επινόηση του αλφαβήτου το καινούργιο ερχόταν από την Ελλάδα.

-Στην Ελλάδα αναπτύχθηκαν και εξειδικεύτηκαν η φυτολογία, η ζωολογία, η ιατρική, η οπτική, η ακουστική χώρων, η αισθητική, η αρχιτεκτονική, η στατική, η υδροστατική, η υδραυλική, τα μαθηματικά, η αστρονομία, η φιλοσοφία, η ηθική, η λογική, η ρητορική, η μελέτη της γλώσσας.
- Στην ελληνιστική εποχή ολοκληρώθηκε, η πρώτη στην ιστορία επιστημονική επανάσταση που είχε ξεκινήσει κατά τον 4ο αιώνα π.Χ..
- Αιτία το αλφάβητο. Και στη νεώτερη εποχή μόνο σε χώρες που χρησιμοποιούσαν αλφαβητικές γραφές οι επιστήμες γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη και εξειδίκευση, και μόνο σε αυτές τις χώρες δημιουργήθηκαν νέοι κλάδοι επιστημών και μάλιστα απίστευτα πολυάριθμοι και σημαντικοί3 .

Το αλφάβητο κατέστησε ακόμη δυνατή τη γραφή μεγάλου όγκου πληροφοριών και τη δημιουργία γραπτών κειμένων για την ακριβή διατύπωση και καταγραφή κάθε είδους πληροφοριών, απόψεων, σκέψεων, ιδεών, διαλογισμών και προβληματισμών. Πολλαπλασίασε έτσι τα γραπτά κείμενα και κατέστησε εφικτή τη μεταφορά μεγάλου μέρους της σοφίας των ανθρώπων μιας εποχής στους ανθρώπους πολύ μεταγενέστερων εποχών. Είκοσι χιλιάδες σελίδες έργων του Γαληνού σώζονται μέχρι σήμερα αναφέρει ο Τσαρλς Φρήμαν (Τσαρλς Φρήμαν: "Το Ελληνικό Επίτευγμα"). Και τα χρονια τα μετά τον μεσαίωνα, τα αμέσως προηγούμενα από το ξεκίνημα των νεώτερων επιστημών, τα αρχαιοελληνικά συγγράματα ήταν τα καλύτερα συγγράμματα που υπήρχαν για όλα σχεδόν τα θέματα,   και αυτά μελετουσαν οι θεμελιωτές της νεώτερης επιστήμης. Η αναγέννηση των γραμμάτων και των επιστημών μετά το δυτικό μεσαίωνα, διευκολύνθηκε έτσι, πολύ από τη μελέτη έργων Ελλήνων και Λατίνων διανοητών, ιατρών, μαθηματικών, ποιητών, δραματουργών, ιστορικών και γραμματικών4 .

Χωρίς την ελληνική γεωμετρία η νεότερη επιστήμη θα ήταν αδιανόητη, γράφει ο Ράσσελ στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας.
Χωρίς την ελληνική τραγωδία, το θέατρο και τη φιλοσοφία του Σωκράτη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη η ευρωπαϊκή πολιτισμική κληρονομιά θα ήταν πολύ φτωχότερη γράφει ο Τσαρλς Φρήμαν.
Επίσης, το εύκολο της ανάγνωσης που εξασφαλίζει η αλφαβητική γραφή αποτελούσε προϋπόθεση για τη γενικευμένη και σε μεγάλη κλίμακα χρήση και διάδοση της τυπογραφίας, γεγονός με τεράστια και αυτονόητη σημασία.

Το αλφάβητο ήταν εύκολο να προσαρμοσθεί σε όλες τις γλώσσες και ήταν τρόπος γραφής κατάλληλος για όλες τις χρήσεις. Εξ αιτίας αυτού επηρέασε κάθε πτυχή της λειτουργίας των ανθρώπινων κοινωνιών.
Το αλφάβητο πολλαπλασίασε τους εγγράμματους ανθρώπους και δημιούργησε τις εγγράμματες κοινωνίες.
Οι αρχαίες ελληνικές πόλεις κράτη ήταν εγγράμματες από ένα σημείο και έπειτα. Οι προγενέστερες κοινωνίες δεν ήταν. Τα ελληνιστικά κράτη κυρίως, και σε μικρότερο βαθμό η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πέτυχαν να γίνουν εγγράμματοι ένα όχι ασήμαντο μέρος των υπηκόων τους. Στην  ελληνιστική εποχή σημειώθηκε η πρώτη στην ιστορία επιστημονική επανάσταση, που ακολούθησε  την άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών της κλασσικών χρόνων η οποία είχε εμφανιστεί  αρχικά στις ελληνικές πόλεις κράτη.
Τα μεσαιωνικά κράτη ήταν σε μικρότερο βαθμό εγγράμματα. Στις ιταλικές πόλεις κράτη όμως  δημιουργήθηκαν επαρκώς εγγράμματες κοινωνίες.     Εμφανίστηκε έτσι στις ιταλικές πόλεις  κράτη η  Αναγέννηση των γραμμάτων και των τεχνών. Αργότερα με την τυπογραφία έγινε δυνατό να δημιουργηθούν σε κάποιο βαθμό εγγράμματες κοινωνίες, και σε κράτη μεγάλου μεγέθους. Έτσι το 17ο αιώνα, αρκετα μετά την Αναγέννηση των γραμμάτων και των τεχνών η ιστορία επαναλαμβάνεται αφού στη δυτική Ευρώπη οι επιστήμες απογειώνονται. Εμφανίζεται αυτό που μπορεί να ονομασθεί    νεότερη επιστημονική επανάσταση, η δεύτερη στην ιστορία επιστημονική επανάσταση. (Η πρώτη ήταν η ελληνική του τρίτου αιώνα π.Χ.)
Και η δεύτερη επιστημονική επανάσταση εμφανίστηκε σε χώρες που ήταν σε επαρκή βαθμό εγγράμματες  τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις στις οποίες είχαν δημιουργηθεί και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Προϋπόθεση για τη δημιουργία επαρκώςεγγράμματων κοινωνιών φαίνεται ότι ήταν η χρήση γραφής με την απλότητα και τη λειτουργικότητα και την πληρότητα της αλφαβητικής γραφής.


Το αλφάβητο δημιούργησε τις εγγράμματες κοινωνίες, «το αλφάβητο μας έκανε αυτό που είμαστε» γράφει ο Powell και ο Eric Havelock έχει υποστηρίξει ότι η επινόηση του ελληνικού αλφαβήτου αποτελεί ένα γεγονός που η σπουδαιότητά του δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Η εμφάνιση του αλφαβήτου υποστηρίζει ο Havelock επιβάλει το διαχωρισμό των πολιτισμών σε προ-ελληνικούς και μετα-ελληνικούς.
Οι τίτλοι των έργων του Havelock "Origins of Western literacy" και "The Literate Revolution in Greece and Its Cultural Consequences", αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του "The Muse Learns to Write", απηχούν την επίγνωση ότι μια επινόηση που είχε αποδειχθεί καίρια, καταλυτική για την αλλαγή του χαρακτήρα της ελληνικής αντίληψης για τον άνθρωπο και τον κόσμο, ήταν προορισμένη να κάνει το ίδιο για την Ευρώπη ως σύνολο και θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της σύγχρονης δυτικής αντίληψης πραγμάτων η οποία τείνει να γίνει παγκόσμια.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Marshall MacLuhan καθηγητής της School of Communication του University of Toronto, περιέλαβε την επινόηση του φωνητικού αλφαβήτου από τους Έλληνες, στις τρεις βασικές τεχνολογικές καινοτομίες των ιστορικών χρόνων. (Eric Macluhan and Frank Zingrone: Essential Mcluhan p.245, New York 1995).


Σημειώσεις-παραπομπές


1. Francisco R. Adrados: Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας 1999

2. Ο Adrados στο βιβλίο του Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει ότι από το νοέω δημιουργήθηκε πλήθος όρων που εμφανίζονται στους αρχαίους συγγραφείς. Στον Όμηρο οι όροι ανόητος και άνοια. Στους προσωκρατικούς οι νοερός, νοητός, νοήμων, ανοήμων. Στον ιωνικό πεζό λόγο οι διάνοια, διανόημα, διανόησις, παράνοια, πρόνοια, εννοέω, επινοέω, κατανοέω, υπονοέω. Στην αττική οι έννοια, επίνοια, δύσνοια, υπόνοια, δύσνοος. Στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη οι νόησις, νόημα, διανοέω, εννόησις, κατανόημα, κατανόησις, περίνοια, διανοητικός, παρανοέω, ανοηταίνω. Στον Αριστοτέλη οι όροι έκνοια, εννόημα, νοητικός, διανοητός. Στους ελληνιστικούς ή και μεταγενέστερους χρόνους οι όροι άνους, σύννους, έκνους, οξύνους, αμφίνους, περίνους, πολλά επίθετα σε -νοητικός, -νοηματικός, ουσιαστικά σε -νοητής, -νόησις, -νοησία, τα ρήματα ανοητεύω, ανοητέω, κ.λ.π..

3. Τα όσα εδώ γράφονται φυσικά δε σημαίνουν ότι αρκεί μια χώρα να έχει αλφαβητική γραφή για να πετύχει ότι πέτυχαν στην ανάπτυξη των επιστημών οι αρχαίοι Έλληνες ή οι λαοί των νεότερων χωρών. Η υιοθέτηση της αλφαβητικής γραφής θεωρείται μόνο αναγκαία προϋπόθεση.
4.Το τι παρέλαβαν οι δυτικοί μετά το μεσαίωνα από τους Έλληνες της αρχαιότητας αξίζει να αναφερθεί. Ήδη έχει αναφερθεί η τεράστια σημασία του λεξιλογίου, των λογοτεχνικών ειδών, του συντακτικού που παρέλαβαν. Το τι παρέλαβαν ως πρότυπο καλλιτεχνικής έκφρασης είναι αρκετά γνωστο. Το τι παρέλαβαν στις επιστήμες και στη φιλοσοφία ήταν εξ ίσου σημαντικό. Θυμίζω ότι  οι φυσικοί φιλόσοφοι διατύπωσαν την ιδέα για την ατομική δομή της ύλης και ανέπτυξαν πειστικά επιχειρήματα για να υποστηρίξουν αυτήν την ιδέα.
Οι Έλληνες εξ άλλου ήταν ο μόνος από τους λαούς της αρχαιότητας που έκριναν ότι οι γεωμετρικές αλήθειες πρέπει να επαληθεύονται με λογική απόδειξη και όχι μόνο με πείραμα ή μέτρηση. 
Ο Howard Eves γράφει στο βιβλίο του Μεγάλες Στιγμές των Μαθηματικών 1983, ότι αυτό ονομάζεται από τους μελετητές ελληνικό μυστήριο. Αυτό το μυστήριο εξηγείται από τη χρήση μιας γραφής με τα χαρακτηριστικά της αλφαβητικής αφού
-Η αλφαβητική γραφή διευκόλυνε και προκάλεσε τον εμπλουτισμό την εκλέπτυνση και την εξειδίκευση του λεξιλογίου.
-Η αλφαβητική γραφή οδήγησε στη δημιουργία ενός πεζού λόγου αναλυτικού, κατάλληλου για να αποδοθεί με ακρίβεια οτιδήποτε και κατάλληλου να παρουσιάσει όλες τις σχέσεις της σκέψης, όλη την πορεία της και την οργάνωσή της.
-Η αλφαβητική γραφή κατέστησε δυνατή την κοινολόγηση με ακρίβεια των σκέψεων, των στοχασμών καθενός σε άλλους και κατεστησε επίσης δυνατή την λεπτομερή ανάλυση των σκέψεων και των διαλογισμών οποιουδήποτε.
-Η αλφαβητική γραφή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να μπορεί κάθε στοχαστής να αναλύει με πληρότητα τις δικές του σκέψεις.
Έτσι οιΈλληνες προσπάθησαν από πολύ παλιά να συνδέσουν λογικά τα επιμέρους θέματα και να εξηγήσουν το κάθε τι. 
Ας σημειωθεί ότι αυτή καθαυτή η ιδέα της μαθηματικής απόδειξης αποτέλεσε και αποτελεί μέχρι σήμερα τη βάση της ανάπτυξης των μαθηματικών και κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Ιμμανουελ Καντ αποτελεί τη βάση δημιουργίας του ευρωπαϊκού πολιτισμού..

Από το 600 π. Χ. περίπου ο Θαλής δίνει αποδείξεις απλών γεωμετρικών προτάσεων.
Τον 3ο π.Χ. αιώνα ο Ευκλείδης επιχειρεί και φέρνει σε πέρας ένα εκπληκτικό εγχείρημα. Να δείξει το σύνολο των γεωμετρικών προτάσεων ως λογική συνέπεια πέντε «προφανών» αρχικών γεωμετρικών προτάσεων και των γενικών νόμων συλλογιστικής και συμπερασματολογίας.
Ο τρόπος ανάπτυξης του θέματος είναι εξίσου θαυμαστός με την αρχική σύλληψη. Οι αρχικές προτάσεις που επιλέγει είναι λογικά ανεξάρτητες μεταξύ τους. Είναι όλες αναγκαίες, καμιά δεν μπορεί να παραληφθεί. Ο Ευκλείδης ήταν απολύτως βέβαιος για αυτό. Πολλοί μεταγενέστεροι μέχρι το 1800 περίπου, επιχείρησαν ματαίως να συναγάγουν την πέμπτη πρόταση από τις υπόλοιπες. Ακόμη, οι αρχικές προτάσεις που έθεσε ο Ευκλείδης περιγράφουν με ακρίβεια και πληρότητα όχι έναν αφηρημένο μαθηματικό χώρο αλλά όπως εκείνος επεδίωκε, το χώρο τον αντιληπτό με τις αισθήσεις και τα όργανα μέτρησης, το φυσικό χώρο. Η Γεωμετρία του ήταν και τα μαθηματικά αλλά και η "φυσική" του φυσικού χώρου.
Ενισχυτικό αυτής της θεώρησης είναι και το γεγονός ότι ο Μενέλαος  μελέτησε τη  γεωμετρία της σφαιρικής επιφάνειας με τα αξιώματα του Ευκλείδη για την επίπεδη γεωμετρία ονομάζοντας ευθείες τους μέγιστους κύκλους της σφαιρικής επιφάνειας και τροποποιώντας κατάλληλα το πέμπτο αξίωμα αφού σε σφαιρική επιφάνεια δεν υπάρχουν παράλληλοι μέγιστοι κύκλοι.
Απέδειξε έτσι (με βάση τα αξιώματα), ότι το αθροισμα των γωνιών σφαιρικού τριγώνου είναι μεγαλύτερο των δύο ορθών (χρειάστηκαν και κάποιες άλλες τροποποιήσεις πλην της τροποποίησης του πέμπτου αξιώματος).
Η κατανόηση κατά τους νεώτερους χρόνους της ανεξαρτησίας της πέμπτης πρότασης από τις υπόλοιπες τέσσερεις, οδήγησε στην ιδέα κατασκευής αφηρημένων μαθηματικών χώρων "μη ευκλείδειων" στους οποίους η πέμπτη από τις αρχικές προτάσεις (αιτήματα) του Ευκλείδη δεν ισχύει. Η Γεωμετρία του Ρίμαν είναι η γεωμετρία της σφαιρικής επιφάνειας του Μενελάου. Η Γεωμετρία του Λαμπατσέφσκι είναι η γεωμετρία υπερβολικών επιφανειών.

Εξ άλλου η σύνδεση της λογικής αρχής που ορίζει ότι μια πρόταση και η πρόταση που αποτελεί την άρνησή της δεν μπορεί να είναι και οι δύο αληθείς (αρχή της αντίφασης) και της λογικής αρχής που αποκλείει να είναι και οι δύο ψευδείς (αρχή του αποκλεισμού τρίτου), έδωσε την αποδεικτική μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής που στο έργο του Ευκλείδη χρησιμοποιείται κατά τρόπο συστηματικό και εξαντλητικό και επιτρέπει να δοθούν σε δύσκολες περιπτώσεις αποδείξεις που είναι και αυστηρές και σύντομες. Σε σύντομες και αυστηρές αποδείξεις οδηγούν και όλες οι αποδεικτικές μέθοδες που επινοεί ή απλά χρησιμοποιεί.
Αποκορύφωμα ο ορισμός της ισότητας των λόγων που προέρχεται από εργασία του Ευδόξου. Δείχνει βαθειά γνώση του θέματος των ασυμμέτρων αριθμών και δίνει τη δυνατότητα να εξετάζεται η ισότητα ή μη του λόγου δύο ομοειδών μεγεθών, ασύμμετρων εν γένει μεταξύ τους, προς το λόγο δύο άλλων επίσης ομοειδών μεταξύ τους μεγεθών, συγκρίνοντας με την έννοια του μεγαλύτερο, μικρότερο ή ίσο, μόνο ακέραια πολλαπλάσια τους.
(Αν Α και Β δύο ομοειδή μεγέθη και Γ, Δ δύο άλλα μεγέθη επίσης ομοειδή μεταξύ τους αλλά όχι κατ’ ανάγκην ομοειδή προς τα Α και Β, ο λόγος Α προς Β είναι ίσος με το λόγο Γ προς Δ όταν για οποιουσδήποτε θετικούς ακεραίους μ και ν το μ.Α είναι μεγαλύτερο από, μικρότερο από ή ίσο προς το ν.Β όταν το μ.Γ είναι αντιστοίχως μεγαλύτερο από, μικρότερο από ή ίσο προς το ν.Δ.)
Ο ορισμός του δεν έγινε κατανοητός από πολλούς νεώτερους συμπεριλαμβανομένων γνωστών μαθηματικών αλλά και του Γαλιλαίου, και αντιμετώπισε έντονο κριτικισμό μέχρι περίπου το 1800. Σήμερα θεωρείται ισοδύναμος με τους κατά Weierstrass και Dedekind ορισμούς της ισότητας πραγματικών αριθμών. Ο Howard Eves γράφει ότι οι τομές Dedekind είναι ουσιαστικά μια αριθμητοποιημένη εκδοχή της θεωρίας των αναλογιών που εκτίθεται στο πέμπτο βιβλίο του Ευκλείδη.

Στο έργο του Ευκλείδη αναπτύσσονται και πολλά άλλα και σημαντικά θέματα μεταξύ των οποίων αναφέρουμε μόνο τη θεμελίωση της αριθμοθεωρίας που περιλαμβάνει την εισαγωγή της έννοιας του πρώτου αριθμού, έννοια θεμελιώδη για την εξέλιξη των μαθηματικών, και μια υπέροχα κομψή και απλή απόδειξη του ότι το πλήθος των πρώτων αριθμών είναι άπειρο.
Στα "Στοιχεία" εκτίθεται και η ανακάλυψη των αρρήτων αριθμών, ανακάλυψη που ολοκλήρωσε το αριθμητικό σύστημα και έκανε δυνατή την απόδοση μέτρου σε κάθε μέγεθος.
Στα "Στοιχεία" εκτίθεται επίσης η σχετική με τους άρρητους αριθμούς συστηματική θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Θεόδωρο τον Κυρηναίο και τον Θεαίτητο τον Αθηναίο. Παρατίθεται ακόμη η πολύ ισχυρή μαθηματική αποδεικτική μέθοδος της εξάντλησης που οφείλεται στον Εύδοξο, και ήταν βασική για το ξεκίνημα του απειροστικού λογισμού.
Τα "Στοιχεία" του Ευκλείδη χρησιμοποιήθηκαν στη Δυτική Ευρώπη για τη διδασκαλία της γεωμετρίας μέχρι περίπου το 1900.

Τον 3ο π.Χ. αιώνα

-Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος έβγαλε τη γη από το κέντρο του κόσμου υποστηρίζοντας ότι εκτελεί ταυτόχρονα περιφορά περί τον ήλιο και περιστροφή περί τον άξονά της και η ιδέα αυτή προκάλεσε κατά τη νεώτερη εποχή τις αναζητήσεις που οδήγησαν στην υιοθέτηση της ηλιοκεντρικής θεωρίας  στην ανακάλυψη των νόμων κίνησης των πλανητών και στη ανάπτυξή της μηχανικής ως επιστήμης των νόμων της κίνησης


-Ο Απολλώνιος μελέτησε πλήρως τις ιδιότητες των κωνικών τομών (έλλειψη, υπερβολή, παραβολή),  Οι λέξεις για τις καμπύλες έλλειψη, παραβολή και υπερβολή που αποτελούν τις κωνικές τομές, πρωτοεμφανίζονται στα γραπτά αγγλικά περί το 1600, προέρχονται από τα λατινικά και είναι οι αντίστοιχες ελληνικές λέξεις.
Τις κωνικές τομές την έλλειψη την υπερβολή και την παραβολή είχε γνωρίσει  ο Κέπλερ, (έχοντας μελετήσει σε βάθος και τον Ευκλείδη και τον Απολλώνιο αλλά και τον Αρχιμήδη), και μπόρεσε να αναγνωρίσει ότι οι τροχιές των πλανητών είναι ελλείψεις θέτοντας έτσι τα θεμέλια της νεώτερης αστρονομίας και προετοιμάζοντας τα θεμέλια της νεώτερης φυσικής. (Η έλλειψη είναι μια από τις κωνικές τομές).

Ο Αρχιμήδης ξεκίνησε τη μακρόχρονη ιστορία του επιστημονικού υπολογισμού του π, έγραψε τα πρώτα αξιόλογα κείμενα πάνω στη μαθηματική φυσική, ανέπτυξε την στατική και την υδροστατική, ανεπτυξε τη θεωρία κατασκευής μηχανικών μέσων και κατασκεύασε ειδικές μηχανές και πάνω από όλα, έθεσε τα θεμέλια του απειροστικού λογισμού υπολογίζοντας με ευρετική δική του μέθοδο εμβαδα και όγγους καμπύλων σχημάτων και στερεών και αποδεικνύοντας με απόλυτη αυστηρότητα την ορθότητα των υπολογισμών του χρησιμοποιώντας τη μέθοδο εξάντλησης που είχε εισαγάγει ο Εύδοξος.
Και ο απειροστικός λογισμός άρχισε να αναπτύσσεται πέρα από το επίπεδο που τον είχε αναπτύξει ο Αρχιμήδης μόνο μετά το 1600, με τον Καβαλιέρι, το Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς με βάση εκκίνησης την σε βάθος μελέτη των στοιχείων του Ευκλείδη, των κωνικών τομών του Απολλώνιου και των έργων του Αρχιμήδη.
Και η μαθηματική αυστηρότητα στον τρόπο συμπερασματολογίας και στον τρόπο έκθεσης των εργασιών τους που χαρακτήριζε τους αρχαίους Έλληνες μαθηματικούς, επανεμφανίζεται μόλις από το δέκατο ένατο αιώνα και εδώ. Μεχρι τότε η αυστηρότητα των νεώτερων μαθηματικών υπολειπόταν κατά πολύ εκείνης των αρχαιοελληνικών.

Μερικές ακόμη επισημάνσεις

- Στην αστρονομία οι Έλληνες άρχισαν να μετρούν τα μεγέθη και τις αποστάσεις των ουρανίων σωμάτων με σωστές μεθόδους και αστοχούσαν μόνο εξ αιτίας της έλλειψης κατάλληλων οργάνων.

-Ο Εύδοξος, μαθηματικός, αστρονόμος και νομοθέτης από την ελληνική πόλη Κνίδο της Μικράς Ασίας εσήγαγε τα μαθηματικά στη μελέτη της αστρονομίας. Διατύπωσε τη θεωρία ή ακριβέστερα ανέπτυξε το μοντέλο των 27 ομόκεντρων ουρανίων σφαιρών για την ερμηνεία των φαινομένων κινήσεων των αστέρων και των πλανητών και υπολόγισε τη διάρκεια του έτους στον Άρη σε 2 γήινα έτη (1,88 το σωστό), του Δία 12 έτη (11,86) και του Κρόνου 30 έτη (29,46). Το έργο του στα μαθηματικά συνέβαλε στην αναγέννηση τους και είναι προδρομικό του έργου του Αρχιμήδη στον λογισμό.

-Οι Έλληνες μαθηματικοί Ίππαρχος, Μενέλαος, Πτολεμαίος, είχαν συντάξει πίνακες ισοδύναμους με τους πίνακες τριγωνομετρικών αριθμών και απέδειξαν σχέσεις ισοδύναμες των σημερινών τριγωνομετρικών σχέσεων που τις χρησιμοποίησαν και στην αστρονομία.

-Ο Ίππαρχος ανακάλυψε το νόμο μετάπτωσης των ισημεριών και ήταν ο πρώτος που έγραψε συστηματικά τριγωνομετρία και ο πρώτος που συνέταξε κατάλογο απλανών αστέρων με 850 αστέρια, καθορίζοντας τη θέση τους με όρους συντεταγμένων πλάτους και μήκους σε σχέση με την εκλειπτική, αναφέροντας και το φαινόμενο μέγεθός τους.

Ο Πτολεμαίος συμπλήρωσε τους πίνακες του Ίππαρχου ανεβάζοντας στους 1022 τον αριθμό των καταγεγραμμένων αστέρων. Το έργο τους το συμπλήρωσε οΤύχο Μπράχε και τους Πίνακες του Τύχο Μπράχε αξιοποίησε ο Κέπλερ.

-Ο Ερατοσθένης υπολόγισε την ακτίνα της γης με εξαιρετικά απλό τρόπο και με σφάλμα μικρότερο των 40 χιλιομέτρων, ο Πτολεμαίος υπολόγισε την απόσταση γης-σελήνης σε 29,5 γήινες διαμέτρους (το σωστό είναι 30,2 ), ο Ποσειδώνιος εκτίμησε την απόσταση γης-ηλίου σε 6545 γήινες διαμέτρους (το σωστό είναι 11726) και ο Ίππαρχος υπολόγισε τη διάρκεια του σεληνιακού μήνα με ακρίβεια δευτερολέπτου.
 
Για την ιατρική αναφέρω ότι:

-Στα ελληνικά, με τα έργα τα αποδιδόμενα στη σχολή του Ιπποκράτη, πρωτοεμφανίστηκε το επιστημονικό σύγγραμμα, δόθηκε ακριβής περιγραφή των συμπτωμάτων πλήθους ασθενειών (φθίση, πνευμονικές ασθένειες, τέτανος και άλλες), αναζητήθηκαν φυσικές αιτίες των ασθενειών και τρόποι θεραπείας τους, καθορίσθηκαν οι αρχές της δημόσιας υγείας και η ηθική που θεωρείται και σήμερα ότι πρέπει να διέπει τους γιατρούς κατά την άσκηση του ιατρκού επαγγέλματος.
Αποδόθηκε επίσης ιδιαίτερη σημασία στην πρόληψη. Αναπτύχθηκαν διαδικασίες εξέτασης των ασθενών που δεν διαφέρουν πολύ από τις σημερινές, και αναπτύχθηκαν επίσης χειρουργικές μέθοδοι για κατάγματα σαν παράδειγμα αλλά και για συγκεκριμένες οφθαλμικές εγχειρήσεις. 

-Ο Ηρόφιλος της Χαλκηδόνας έδωσε την πρώτη περιγραφή του ήπατος και του πεπτικού συστήματος, περιέγραψε πρώτος την ανατομία του μυαλού, ανακάλυψε τα νεύρα και τα διέκρινε σε κινητικά και αισθητικά. Περιέγραψε συγκεκριμένα νεύρα (οπτικά, οφθαλμοκινητικά, τα τρίδυμα, τα ακουστικά, τα υπογλώσσια).Περιέγραψε τις βαλβίδες της καρδιάς, τις καρδιακές κοιλότητες,και τις διαφορές φλεβών και αρτηριών,περιέγραψε τους σπερματικούς πόρους. Εισήγαγε στις ιατρικές εξετάσεις τη μέτρηση των σφυγμών, εσήγαγε πλήθος νέων ιατρικών όρων και αφιέρωσε ειδικό σύγγραμα στα μάτια του ανθρώπου.

-Χιλάδες σελίδες έργων του Γαληνού (2ος μ.Χ. αιώνας) διασώθηκαν μέχρι την εποχή μας και ότι κατά τους πρώτους αναγεννησιακούς χρόνους το καλύτερο σύγγραμμα ανατομίας που υπήρχε ήταν το σύγγραμμα το Γαληνού. Και ακόμη ότι ο Γαληνός έκανε πειράματα και εγχειρήσεις επιμένοντας στην ταχύτητα και στην έλλειψη ωδύνης και στην ασφάλεια του ασθενούς. Έσωσε τη ζωή αρρώστου με σήψη του περικαρδίου, κάνοντας εκτομή στέρνου και αποκαλύπτοντας έτσι την καρδιά, εγχείρηση δύσκολη ακόμη και σήμερα.

Και στη φαρμακολογία ο Διοσκουρίδης (1ος αιώνας μ.Χ.) έγραψε μεταξύ πολλών άλλων και το "Περί ύλης της ιατρικής" που περιέχει περισσότερες αοό 1000 συνταγές φαρμάκων και 4740 ιατρικές εφαρμογές.
(Κωνσταντίνου Γεωργακόπουλου: Αρχαίοι Έλληνες Ιατροί, Αθήνα 1998 ΙΑΣΩ)



Ότι έγινε με τα μαθηματικά, την ιατρική και την αστρονομία έγινε λίγο πολύ και με όλους τους άλλους τομείς. Στη φιλοσοφία έγινε κάτι περισσότερο.
Οι αρχαίοι Έλληνες στοχάστηκαν ελεύθερα πάνω στη φύση του κόσμου και τους σκοπούς της ζωής, έθεσαν και ανέλυσαν όλα χωρίς εξαίρεση τα ζητήματα που απασχολούν μέχρι σήμερα τη φιλοσοφία, ανέπτυξαν ολοκληρωμένα φιλοσοφικά συστήματα που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τα νεώτερα και έδωσαν απαντήσεις σε ερωτήματα για το τι υπάρχει, για το τι και πώς μεταβάλλεται, για τη σχέση τους με την αισθητηριακή αντίληψη, για το τι και πώς γνωρίζουμε ή μπορεί να γνωρίζουμε για εμάς για τους άλλους για τον κόσμο, οι οποίες συνάδουν με τη σημερινή αντίληψη για τα ίδια θέματα της φυσικής της φυσιολογίας και της γνωσιοθεωρίας.
Έδωσαν επίσης απαντήσεις σε θέματα που αφορούν τον ηθικό βίο, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, την οργάνωση της πολιτείας που επέδρασαν στη διαμόρφωση των σύγχρονων κοινωνιών και στην πολιτειακή οργάνωση των νεωτέρων κρατών. Περίπου όλες οι υποθέσεις που δέσποσαν της νεότερης φιλοσοφίας διατυπώθηκαν για πρώτη φορά από τους Έλληνες, γράφει ο Μπέρτραντ Ράσσελ στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας.







Ζ΄ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ






1. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα: Tα άρθρα

Γραφή (Ignace Gelb),

Αλφάβητα (David Diringer),

Α,α (Γεώργιος Μπαμπινιώτης) και η

ενότητα Ελληνική Γλώσσα στον τόμο ΕΛΛΑΣ (Α΄ μέρος)




2. Εγκυκλοπαίδεια Britannica, 2011: Τα άρθρα

Writing (David Olson),

Alphabet (Olson-Diringer),

Language (Robert Robins) και

Phonetics.




3. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη: Το άρθρο Αλφάβητο




4. Bernard Comrie, Stephen Matthews, Maria Polinsky, Roger Woodard: Οι Γλώσσες του Κόσμου 2003



5. Henriette Walter: Η Περιπέτεια των Γλωσσών της Δύσης, 1997 στα γαλλικά και 2004 στα ελληνικά.



6. Ignace Gelb: A study of Writing 1963



7. Roger Woodard: Greek Writing from Knossos to Homer. A Linguistic Interpretation of the Origin of the Greek Alphabet and the Continuity of Ancient Greek Literacy 1997



8.  Barry Powell: Homer and the Origin of the Greek Alphabet 1991

9.  Barry Powell: Who Invented the Alphabet: The Semites or the Greeks? 1998

10.Barry Powell: Writing: Theory and History of the Technology of Civilization 2008



11.Francisco Adrados: Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2003



12.Eric A. Havelock: The Literate Revolution in Greece and its Cultural Consequences, 1982

13.Eric A. Havelock: Origins of Western Literacy 1976
13 Eric A. Havelock: The Muse Learns to Write 1986 



14.Τσαρλς Φρήμαν: Το Ελληνικό Επίτευγμα 1999



15.A. Kirchoff: Μελέτες για την Ιστορία του Ελληνικού Αλφαβήτου 1887



16.Geoffrey Sampson: Writing Systems 1985


17.Μηνάς Τσικριτσής: Γραμμική Α. Συμβολή στην Κατανόηση μιας Αιγαιακής Γραφής 2001

18.Γκάρεθ Όουενς: Λαβύρινθος - Γραφές και Γλώσσες της Μινωικής και Μυκηναϊκής Κρήτης 2004

19.Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
20.Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το εισαγωγικό μέρος.

21.G. Horrocks: Ελληνικά: Ιστορία τής γλώσσας και των ομιλητών της

22.Steven Fisher: A history of Writing 2001

23.Sir Thomas Heath: A History of Greek Mathematics 1921

24.Howard Eves: Μεγάλες Στιγμές των Μαθηματικών 1983

25.Lucio Russo: Η Λησμονημένη Επανάσταση, Αθήνα 2006 ΔΙΑΥΛΟΣ

26.Κωνσταντίνου Γεωργακόπουλου: Αρχαίοι Έλληνες Ιατροί, Αθήνα 1998 ΙΑΣΩ

27.Μπέρτραντ Ράσσελ: Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, τόμος Α΄ 1941
28.Wolfgang Windeband - Heinz Heimsoeth: Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας

29.Βέρνερ Χάιζενμπέργκ: Φυσική και Φιλοσοφία 1959

30.Α. McMahon: Ιστορική Γλωσσολογία. Η θεωρία τής γλωσσικής αλλαγής, Αθήνα 2005
.
31.Ε. Καραντζόλας & Α. Φλιάτουρας: Γλωσσική αλλαγή, Αθήνα 2004.





8. ΟΙ  ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ  ΣΤΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ


Eric A. Havelock, Βρεταννός κλασσικιστής. Υπήρξε καθηγητής του Πανεπιστημίου του Τορόντο, υπεύθυνος κλασσικών σπουδών στα πανεπιστήμια του Harvard και του Yale, συγγραφέας των έργων «The Greek Concept of Justice», «The Literate Revolution in Greece and its Cultural Consequences», «The Mouses Learn to Write», «The Origins of the Western Literacy». Πέθανε το 1988.

Marshall McLuhan, (1911 –1980) Καναδός επιμορφωτής, φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, και θεωρητικός - βασικός δημιουργός της θεωρίας των επικοινωνιών. Μεταξύ των έργων του το «The Gutenberg Galaxy: The Making of Typographic Man» και το «The Medium is the Massage»

Ignace J. Gelb, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, Ινστιτούτο Μελετών Ανατολής, Τμήματα Γλωσσολογίας και Γλωσσών Εγγύς Ανατολής και συγγραφέας του έργου «A Study of Writing».
Ήταν ο συντάκτης του άρθρου Writing στην εγκυκλοπαίδεια Britannica. Μετά το θάνατό του (1985) η σύνταξη του άρθρου ανατέθηκε αρχικά στον David Diringer και στη συνέχεια στον David R. Olson. Το άρθρο Γραφή στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα αποτελεί μετάφραση του δικού του άρθρου Writing στην Britannica.

David Diringer, Αναγνώστης σημιτικών επιγραφών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ 1966–68, θεμελιωτής και διευθυντής του Μουσείου Αλφαβήτου του Τελ-Αβίβ στο Ισραήλ, συγγραφέας του έργου «The alphabet: A Key to the History of Mankind » και εκ των συντακτών του άρθρου Alphabet της Britannica.

David R. Olson, Καθηγητής στο Ontario Institute for Studies in Education, Toronto. Συγγραφέας του «The World on Paper: The Conceptual and Cognitive Implications of Writing and Reading».
Εκ των συντακτών του άρθρου Alphabet και συντάκτης των άρθρων Chinese Writing και Writing της Britannica.

Barry B. Powell είναι επίτιμος καθηγητής κλασσικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin-Madison, και συγγραφέας των έργων «Homer and the Origin of the Greek Alphabet», «Writing: Theory and History of the Technology of Civilization», «Classical Myth».

Roger Woodard, Καθηγητής Κλασσικής Φιλολογίας και Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Μπούφαλο (Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης). Είναι συγγραφέας του «Greek Writing from Knossos to Homer».

Robert Henry Robins, ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Συγγραφέας του «General Linguistics» και συντάκτης του άρθρου Language της Britannica.

Geoffrey Sampson, Βρεταννός γλωσσολόγος, συγγραφέας των έργων «Writing Systems» και «Corpus Linguistics»

Henriette Walter, Επίτιμος Καθηγήτρια της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Άνω Βρετάνης (Γαλλία) και συγγραφέας των έργων «Η Περιπέτεια των Γλωσσών της Δύσης» και «De la musaraigne etrusque a la baleine bleue».

Francisco Adrados, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης και μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας. Είναι ειδικός σε θέματα ελληνικής γλώσσας και σε θέματα ινδοευρωπαϊκής και γενικής γλωσσολογίας. Μεταξύ των πολυάριθμων βιβλίων του και δημοσιεύσεών του περιλαμβάνεται και το «Hιstoria de la Lengua Griega»

Γεώργιος Μπαμπινώτης, καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εμπνευστής και επικεφαλής και καθοδηγητής της ομάδας σύνταξης των γνωστών λεξικών.

Μανόλης Ανδρόνικος (1919-1992), γνωστός σε όλους αρχαιολόγος και καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Απόστολος Αρβανιτόπουλος (1874-1942), διαπρεπής αρχαιολόγος και φιλόλογος. Εκ των πρώτων που υποστήριξαν με επιχειρήματα τον συλλαβικό χαρακτήρα της φοινικικής γραφής. 


Ιωάννης Κουμερτάς (Περιηγητής)


4 σχόλια:

Περιηγητής είπε...

Παραθέτω εδώ ως σχόλιο μερικές διευκρινίσεις και προσθήκες επειδή μία ανάρτηση δεν χωρά περισσότερες πληροφορίες από όσες έχουν ήδη καταχωρηθεί στο ανάρτησή μου «Το αλφάβητο και η αλφαβητική γραφή» και δεν θέλω να καταχωρήσω το περιεχόμενο αυτής της ανάρτησης σε δύο χωριστές αναρτήσεις.

1.Τη θεωρία της προέλευσης του αλφαβήτου από τις προγενέστερες ελληνικές γραφές ενισχύει η παρατήρηση που οφείλεται στον καθηγητή Μανώλη Ανδρόνικο ότι ενώ στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν επτά τουλάχιστον φωνηεντικοί φθόγγοι, στα πρώτα αλφάβητα υπήρχαν πέντε γράμματα που παρίσταναν ήχους φωνηέντων όσα δηλαδή ήταν και τα γράμματα που στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο παρίσταναν φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους.
2. Το ότι και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο υπήρχαν πέντε γράμματα που παρίσταναν φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους οδηγεί στη σκέψη ότι το ίδιο συνέβαινε και στη μινωική γραμμική Α από την οποία οι δύο αυτές γραφές κατάγονται (άμεσα η πρώτη, εμμέσως η δεύτερη). Εφ’ όσον αυτό είναι αλήθεια τότε η γραμμική Α είναι πρόγονος του αλφαβήτου. Ακόμη όμως αυτό θα σήμαινε ότι και στη μινωική γλώσσα τα φωνήεντα σχημάτιζαν συλλαβές και μόνα τους και επομένως η μινωική γλώσσα θα πρέπει να ήταν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Ο Γκάρεθ Όουενς θεωρεί ότι οι Μινωίτες ήταν ινδοευρωπαϊκό φύλλο που είχε μετοικίσει από τη νότια Μικρά Ασία στην Κρήτη περί το 7000 π.Χ. και είχε αναπτύξει εκεί πριν τον μινωικό πολιτισμό και έναν νεολιθικό πολιτισμό.
3. Το ότι οι κυπρομινωικές γραφές ΙΙ και ΙΙΙ είχαν χρησιμοποιηθεί σε περιοχές κοντά στις σημερινές ακτές της Συρίας του Λιβάνου και της Παλαιστίνης εξηγεί την ομοιότητα μερικών γραμμάτων της φοινικικής γραφής με χαρακτήρες της προγενέστερης γραμμικιής Α, αφού οι κυπρομινωικές γραφές προέρχονταν από την γραμμική Α.

Περιηγητής

Περιηγητής είπε...

Παραθέτω και λίγα πρόσθετα στοιχεία για τα πρώτα συστήματα γραφής.

Τα παλαιότερα ευρήματα δειγμάτων προβαθμίδων γραφής προέρχονται από τον ευρωπαϊκό χώρο. Μερικά αξιοσημείωτα ευρήματα προέρχονται ειδικότερα από τον βαλκανικό και από τον σημερινό ελληνικό χώρο. Έχει ήδη αναφερθεί ότι αρκετά γράμματα της γραμμικής Α και των απογόνων της, αλλά και αρκετά γράμματα της φοινικικής γραφής και του αλφαβήτου προέρχονται από σύμβολα προβαθμίδων γραφής του ευρωπαϊκού χώρου και από προγενέστερα σύμβολα (λατρευτικά, τελετουργικά, μαγικά ή δηλωτικά προσώπου).
Οι ευρωπαϊκές προβαθμίδες γραφής δεν εξελίχθηκαν όμως ποτέ σε συστήματα γραφής που θα ήταν δυνατόν να εξυπηρετήσουν τη γραπτή απόδοση μιας γλώσσας. Τα δείγματα κάθε προβαθμίδας γραφής του ευρωπαϊκού χώρου είναι πολύ λίγα και ο αριθμός των συμβόλων που εμφανίζονται είναι πολύ μικρός. Όμως τα πρώτα συστήματα γραφής ήταν λεξιγραφικά και κάθε γράμμα τους παρίστανε μια λέξη. Χρειάζονταν επομένως τόσα διαφορετικά μεταξύ τους γράμματα, όσες ήταν και οι διαφορετικές μεταξύ τους λέξεις που θα έγραφαν. Για το λόγο αυτόν δεν μπορούμε να σκεφτούμε ούτε καν προβαθμίδες γραφής στις περιπτώσεις που εμφανίζεται πολύ μικρός αριθμός συμβόλων. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να υποθέσουμε ότι πρόκειται για λατρευτικά και παρόμοια σύμβολα.

Οι προβαθμίδες γραφής μετατράπηκαν σε συστήματα γραφής «επαρκή» για την γραπτή απόδοση μιας γλώσσας μόνον όταν αναπτύχθηκαν πόλεις και μόνο σε πόλεις. Αυτό έγινε για πρώτη φορά στο σημερινό Ιράκ, στις πόλεις της κοιλάδας του Τίγρη και του Ευφράτη από τους Σουμέριους πριν το 3100 π.Χ., και στις πόλεις της κοιλάδας του Ινδού ποταμού λίγο αργότερα από τον δραβιδικό πληθυσμό αυτών των πόλεων, όπου όμως το σύστημα γραφής δεν φαίνεται να ολοκλήρωσε την ανάπτυξή του. Οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν σύστημα γραφής γύρω στο 3100 π.Χ. αλλά υπό σουμεριακή επίδραση.

Οι πόλεις της κοιλάδας του Ινδού είχαν να επιδείξουν πολυώροφα κτήρια, σχεδιασμένη ρυμοτομία, φαρδείς δρόμους, μεγάλα οικοδομικά ορθογώνια συγκροτήματα, αποχετευτικό σύστημα και υπερυψωμένες ακροπόλεις που παρείχαν προστασία κατά τις πλημμύρες του ποταμού. Είχαν έκταση 15 – 18 τετρ. χιλιόμετρα, πληθυσμό 20000 – 50000 κατοίκους και άφθονο πλούτο. Το σύστημα γραφής που ανέπτυξαν είχε περί τα 250 σύμβολα, δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και δεν επηρέασε άλλες γραφές. Οι πόλεις της κοιλάδας επί δέκα περίπου αιώνες δεν εξελίχθηκαν. Η στασιμότητα, η εσωτερική φθορά και η εισβολή ινδοευρωπαϊκών φύλων, επέφεραν το θάνατο του πολιτισμού τους και μεγάλη υποβάθμιση των συνθηκών ζωής. Οι νέοι κυρίαρχοι προτιμούσαν να ζουν σε χωριά ενώ τα δραβιδικά φύλλα μετακινήθηκαν στη νότια Ινδία. Περί το 300 π.Χ., υιοθέτησαν στην Ινδία γραφή προερχόμενη από τη γραφή της Περσικής αυτοκρατορίας που χρησιμοποιούσε τότε την αραμαϊκή γραφή.

Οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων είχαν να επιδείξουν μεγαλοπρεπείς ναούς, αποστράγγιση εδαφών, εντυπωσιακές αρδευτικές εγκαταστάσεις, μεταλλουργία, δίτροχα άρματα, λογιστικό και αριθμητικό σύστημα (εξηκονταδικό), συστήματα μέτρων και σταθμών. Οι μονάδες για τη μέτρηση γωνιών και για τη μέτρηση του χρόνου, προέρχονται από τους Σουμέριους. Το μέγιστο όμως επίτευγμά τους ήταν η δημιουργία για πρώτη φορά στην ιστορία, συστήματος γραφής επαρκούς για τη γραφή μιας γλώσσας. Στο σύστημα γραφής των Σουμερίων εμφανίζονται τελικά περί τα 1200 σύμβολα. Οι Σουμέριοι κατέγραψαν χίλια χρόνια πριν τον Όμηρο και τη λογοτεχνία τους που περιλαμβάνει μύθους, ύμνους, θρήνους και αφηγήσεις για τα σύγχρονά τους γεγονότα. Περιστατικά της Παλαιάς Διαθήκης και το βαβυλωνιακό έπος του Γιλγαμές, μοιάζουν με αντίστοιχους σουμεριακούς μύθους και αφηγήσεις. Το σημασιογραφικό σύστημα γραφής των Σουμερίων εξελίχθηκε σχετικά γρήγορα σε φωνητικό λεξισυλλαβικό σύστημα γραφής. Χρησιμοποιήθηκε και από λαούς που μιλούσαν ακκαδικές γλώσσες και από αυτό προήλθαν τα συλλαβικά συστήματα γραφής των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων.
(Οι πληροφορίες για τους Σουμέριους και τις πόλεις της κοιλάδας του Ινδού, προέρχονται κυρίως από τη Britannica).

Περιηγητής

Περιηγητής είπε...

Μερικές πληροφορίες για αναφερόμενους στο κείμενο.

Eric A. Havelock, Βρεταννός κλασσικιστής. Υπήρξε καθηγητής του Πανεπιστημίου του Τορόντο, υπεύθυνος κλασσικών σπουδών στα πανεπιστήμια του Harvard και του Yale, συγγραφέας των έργων «The Greek Concept of Justice», «The Literate Revolution in Greece and its Cultural Consequences», «The Mouses Learn to Write», «The Origins of the Western Literacy». Πέθανε το 1988.

Marshall McLuhan, (1911 –1980) Καναδός επιμορφωτής, φιλόσοφος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, και θεωρητικός - βασικός δημιουργός της θεωρίας των επικοινωνιών. Μεταξύ των έργων του το «The Gutenberg Galaxy: The Making of Typographic Man» και το «The Medium is the Massage»

Ignace J. Gelb, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, Ινστιτούτο Μελετών Ανατολής, Τμήματα Γλωσσολογίας και Γλωσσών Εγγύς Ανατολής και συγγραφέας του έργου «A Study of Writing».
Ήταν ο συντάκτης του άρθρου Writing στην εγκυκλοπαίδεια Britannica. Μετά το θάνατό του (1985) η σύνταξη του άρθρου ανατέθηκε αρχικά στον David Diringer και στη συνέχεια στον David R. Olson. Το άρθρο Γραφή στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα αποτελεί μετάφραση του δικού του άρθρου Writing στην Britannica.

David Diringer, Αναγνώστης σημιτικών επιγραφών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ 1966–68, θεμελιωτής και διευθυντής του Μουσείου Αλφαβήτου του Τελ-Αβίβ στο Ισραήλ, συγγραφέας του έργου «The alphabet: A Key to the History of Mankind » και εκ των συντακτών του άρθρου Alphabet της Britannica.

David R. Olson, Καθηγητής στο Ontario Institute for Studies in Education, Toronto. Συγγραφέας του «The World on Paper: The Conceptual and Cognitive Implications of Writing and Reading».
Εκ των συντακτών του άρθρου Alphabet και συντάκτης των άρθρων Chinese Writing και Writing της Britannica.

Barry B. Powell είναι επίτιμος καθηγητής κλασσικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin-Madison, και συγγραφέας των έργων «Homer and the Origin of the Greek Alphabet», «Writing: Theory and History of the Technology of Civilization», «Classical Myth».

Roger Woodard, Καθηγητής Κλασσικής Φιλολογίας και Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Μπούφαλο (Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης). Είναι συγγραφέας του «Greek Writing from Knossos to Homer».

Robert Henry Robins, ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Συγγραφέας του «General Linguistics» και συντάκτης του άρθρου Language της Britannica.

Geoffrey Sampson Βρεταννός γλωσσολόγος, συγγραφέας των έργων «Writing Systems» και «Corpus Linguistics»

Henriette Walter, Επίτιμος Καθηγήτρια της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Άνω Βρετάνης (Γαλλία) και συγγραφέας των έργων «Η Περπέτεια των Γλωσσών της Δύσης» και «De la musaraigne etrusque a la baleine bleue».

Francisco Adrados, επίτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Complutense της Μαδρίτης και μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας. Είναι ειδικός σε θέματα ελληνικής γλώσσας και σε θέματα ινδοευρωπαϊκής και γενικής γλωσσολογίας. Μεταξύ των πολυάριθμων βιβλίων του και δημοσιεύσεών του περιλαμβάνεται και το «Hιstoria de la Lengua Griega»

Περιηγητής είπε...

Δύο ερωτήματα που μου έχουν τεθεί προφορικά αφορούν τη μινωική Κρήτη.

Το πρώτο αναφέρεται στον δίσκο της Φαιστού. Ο δίσκος της Φαιστού τι μπορεί να γράφει και με τι είδους γραφή είναι γραμμένος;
Για το ερώτημα αυτό μπορώ μόνο να παραπέμψω στο βιβλίο του Gareth Owens «Λαβύρινθος,, γραφές και γλώσσες της μινωικής και μυκηναϊκής Κρήτης» (σελίδες185-203). Περιλαμβάνει απλή αναφορά βιβλιογραφίας, βιβλιοκριτική για σχετικό έργο που εκδόθηκε και στα ελληνικά και μια σύντομη παρουσίαση και δικαιολόγηση προσωπικών απόψεων για το θέμα του ίδιου του Gareth Owens. Από το άρθρο στο βιβλίο αντλώ και παρουσιάζω συνοπτικά κάποιες πληροφορίες.

-Το κείμενο του δίσκου περιλαμβάνει 45 διακριτούς χαρακτήρες και 242 γράμματα που συνιστούν 61 ομάδες, τυπωμένα με 45 ξεχωριστές σφραγίδες. Ο δίσκος είναι τυπωμένος και στις δύο πλευρές του, το μισό κείμενο σε κάθε πλευρά. Έχει βρεθεί ποια είναι η πρώτη και ποια η δεύτερη πλευρά. Σε κάθε πλευρά το κείμενο διαβάζεται σπειροειδώς από την περιφέρεια προς το κέντρο. Ο δίσκος έχει διάμετρο 16 περίπου εκατοστών.
- Ο αριθμός των διαφορετικών χαρακτήρων (45 σε ένα κείμενο 242 γραμμάτων) πείθει ότι δεν πρόκειται για γραφή σημασιογραφική αλλά για γραφή φωνητική και ειδικότερα συλλαβική
-Φαίνεται να υπάρχει σχέση μεταξύ της γραφής του δίσκου και των λεγομένων κρητικών ιερογλυφικών χωρίς όμως και να αποδεικνύεται. Ο εντονότερα εικονιστικός χαρακτήρας των γραμμάτων του δίσκου οφείλεται στο ότι πρόκειται για γράμματα που δεν χαράχθηκαν αλλά τυπώθηκαν με σφραγίδες.
-Η επανάληψη των ίδιων γραμμάτων σε επιλεγμένες θέσεις στο τέλος ομάδων γραμμάτων δηλώνει κάποιο είδος ομοιοκαταληξίας
-Το σκόπιμο ψήσιμο του δίσκου, η προσεκτική αποτύπωση των γραμμάτων του με σφραγίδες και ο χώρος στον οποίο βρέθηκε συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι πρόκειται για θρησκευτικό κείμενο. Η ομοιοκαταληξία σε ένα θρησκευτικό κείμενο δηλώνει θρησκευτικό ύμνο. Θρησκευτικός ύμνος στη μινωική Κρήτη σημαίνει ύμνος προς τη μεγάλη μητέρα θεά.
-Η γλώσσα του κειμένου πρέπει να είναι η γλώσσα της μινωικής Κρήτης που παραμένει άγνωστη. Ο Όουενς θεωρεί ότι πρόκειται για γλώσσα ινδοευρωπαϊκή, συγγενική προς την ελληνική, την σανσκριτική και την αρμενική.

Το δεύτερο ερώτημα είναι: «Γιατί διακρίνω τους Μινωίτες από τους Έλληνες;»
Η απάντησή μου είναι απλή. Οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι Έλληνες είχαν διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές θεότητες, διαφορετικούς τύπους λατρείας, διαφορετικούς τάφους και διαφορετικά έθιμα ταφής. Ακόμη ανέπτυξαν, όχι την ίδια περίοδο, ξεχωριστούς πολιτισμούς. Τον Μινωικό οι μεν, τον Μυκηναϊκό υπό Μινωική επίδραση οι δε. Επί αυτών δεν έχει αναπτυχθεί κανενός είδους αντίλογος.
Η ελληνική Κρήτη που πήρε μέρος και στην εκστρατεία κατά της Τροίας, δημιουργήθηκε αργότερα. Ο πληθυσμός της προερχόταν και από Μινωίτες και από Μυκηναίους αλλά ήταν πλήρως εξελληνισμένος.

Ιωάννης Κουμερτάς (Περιηγητής)