8 Οκτ 2012

Το αλφάβητο: H πορεία προς το αλφάβητο (Oι προαλφαβητικές γραφές)




Κάνετε αριστερό κλικ εδώ







Η σχετική βιβλιογραφία και πληροφορίες για τους αναφερόμενους παρατίθενται στην ανάρτηση Αλφάβητο και αλφαβητική γραφή  που περιλαμβάνει και το περιεχόμενο των  υπολοίπων πέντε αναρτήσεων όπως είχε διαμορφωθεί το 2013 (χωρίς να ενημερώνεται αυτή η ανάρτηση με νεώτερες προσθήκες και διορθώσεις)


Άλλες αναρτήσεις με θέμα ιστορικό και γλωσσολογικό 

1. Ο Νικόλαος Ανδριώτης για τους αρχαίους Μακεδόνες και την αρχαία μακεδονική γλώσσα
2. Η γλώσσα της πλειονότητας στο κράτος των Σκοπίων






Το αλφάβητο: Η πορεία προς το αλφάβητο (Οι προαλφαβητικές γραφές)


Περιεχόμενα


1. Οι πρώτες γραφές και η γραμμή εξέλιξης προς την αλφαβητική γραφή
2. Η αιγυπτιακή γραφή
3. Οι δυτικοσημιτικές γραφές
4 Στην αιγυπτιακή γραφή και στις σημιτικές γραφές, τα γράμματα ήταν σύμβολα συμφώνων ή      σύμβολα συλλαβών;
5. Η γραφή γραμμική Α
6. Η γραφή γραμμική Β
7. Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή (το κυπριακό συλλαβάριο)
8. Παραδείγματα γραφής και ανάγνωσης στις διάφορες γραφές.
9. Η συνεισφορά και τα όρια των συλλαβικών συστημάτων γραφής




Οι πρώτες γραφές και η πορεία προς την αλφαβητική γραφή


Γραπτά σύμβολα εχρησιμοποιούντο για λατρευτικούς ή τελετουργικούς σκοπούς από πολύ παλιά. Στη Γαλλία στο σπήλαιο Mas d' Azil έχουν βρεθεί σε βότσαλα τέτοια σύμβολα που χρονολογούνται ως ηλικίας μεγαλύτερης των 10000 ετών και λίγα από αυτά μοιάζουν με γράμματα σημερινών γραφών. Σε άλλο σπήλαιο της Ν.Δ. Γαλλίας, αναφέρεται ότι υπάρχουν παλαιότερα δείγματα. Σύμβολα από αυτές τις πολύ μακρινές εποχές χρησιμοποιήθηκαν αργότερα για να εξυπηρετήσουν ανάγκες επικοινωνίας.



Βότσαλα με γραπτά, ίσως λατρευτικά ή τελετουργικά σύμβολα, από το σπήλαιο Mas d' Azil στη Γαλλία χρονολογημένα ως ηλικίας 10 με 11 χιλιάδων ετών. (Παντελή Καρύκα: Ελληνική Γραφή.  Από το περιοδικό Ελλήνων Ιστορία.)


Επιλογή  συμβόλων από σπήλαιο της Μαγδαληναίας εποχής (14000 - 8000 π.Χ. , νεότερη παλαιολιθική).
Από το βιβλίο της  Mary Settegast, Plato Prehistorian 

Οι πρώτες απόπειρες συστηματικής γραφής όμως εμφανίστηκαν όχι σε σπήλαια αλλά σε ποτάμια συστήματα στα οποία  αναπτύχθηκαν μεγαλύτεροι οικισμοί. Πρόκειται για το ποτάμιο σύστημα του Δούναβη και των παραποτάμων του, για το αντίστοιχο ποτάμιο σύστημα της κοιλάδας του Ινδού ποταμού, για το ποτάμιο σύστημα Τίγρη Ευφράτη  στη Μεσοποταμία και  για την κοιλάδα του Νείλου. Τα ποτάμια συστήματα έφερναν άφθονο νερό για την άρδευση της περιοχής και ταυτόχρονα μπορούσε  να χρησιμοποιηθούν ως μεγάλοι και γρήγοροι δρόμοι.

Στην κοιλάδα του Ινδού η γεωργία εμφανίστηκε  από το 7000 π.Χ.. Από το 5500 εμφανίζεται και κεραμική. Από το 3800 αναπτύσσεται η επεξεργασία του χαλκού και από το 3200 αρχίζουν να εμφανίζονται πολίχνες σε υψίπεδα της κοιλάδας.
Προβαθμίδες γραφής, αναπτύχθηκαν από το 3100 π.Χ.στις πόλεις της κοιλάδας του Ινδού χωρίς  να εξελιχθούν και να αποτελέσουν σύστημα γραφής επαρκές για τη γραπτή απόδοση μιας γλώσσας, αν και στην κοιλάδα του Ινδού είχαν αναπτυχθεί από το 2700 π.Χ.  εντυπωσιακά μεγάλες πόλεις . Οι  πολίχνες και οι πόλεις υπήρξαν και κέντρα βιοτεχνικής παραγωγής υψηλής ποιότητας.
Οι πόλεις της κοιλάδας του Ινδού είχαν να επιδείξουν πολυώροφα κτήρια, σχεδιασμένη ρυμοτομία, φαρδείς δρόμους, μεγάλα οικοδομικά ορθογώνια συγκροτήματα, αποχετευτικό σύστημα και υπερυψωμένες ακροπόλεις που παρείχαν προστασία κατά τις πλημμύρες του ποταμού. Είχαν έκταση 15 – 18 τετρ. χιλιόμετρα, πληθυσμό 20000 – 50000 κατοίκους και άφθονο πλούτο. Ήταν κέντρα τεράστιων περιοχών και το εμπόριο τους έφτανε μέχρι τη Μεσοποταμία.  Η γραφή που ανέπτυξαν είχε περί τα 250 σύμβολα. Δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και δεν επηρέασε άλλες γραφές.
Περί το 2000 άρχισε να ξηραίνεται ο ποταμός Σαρασουάτι, βασικό στοιχείο για τη γεωργία του πολιτισμού του Ινδού. Περί το 1800 παρακμάζουν οι πόλεις και οι πολίχνες της κοιλάδας , σταματά το διεθνές εμπόριο και αγροτικές κοινότητες με ρίζες στον πολιτισμό του Ινδού εμφανίστηκαν στη συνέχεια στις γειτονικές περιοχές όπου υπήρξε  μεγάλη υποβάθμιση των συνθηκών ζωής σε σχέση  με το επίπεδο ζωής που είχε υπάρξει στις πόλεις. Περί το 300 π.Χ., υιοθέτησαν στην Ινδία γραφή προερχόμενη από τη γραφή της Περσικής αυτοκρατορίας που χρησιμοποιούσε τότε την αραμαϊκή γραφή.

Ανάπτυξη ολοκληρωμένου συστήματος γραφής, είχαμε για πρώτη φορά από τους Σουμέριους  (δραβιδικό φύλλο), το 3400 π.Χ. , στις πόλεις της κοιλάδας του Τίγρη και του Ευφράτη στο σημερινό Ιράκ. Πόλεις των Σουμερίων είχαν εμφανισθεί από το 3500 ενώ συστηματική γεωργία στη Μεσοποταμία είχε εμφανιστεί από το 8000 π.Χ.. Στην κοιλάδα του Νείλου οι Αιγύπτιοι ανέπτυξαν γεωργία από το 5000 π.Χ.  και σύστημα γραφής γύρω στο 3100 π.Χ. . Στο Ιράκ επομένως μπορούμε να πούμε ότι δημιουργήθηκε για πρώτη φορά "επαρκές" σύστημα γραφής.
Οι πόλεις-κράτη των Σουμερίων είχαν να επιδείξουν μεγαλοπρεπείς ναούς, αποστράγγιση εδαφών, εντυπωσιακές αρδευτικές εγκαταστάσεις, μεταλλουργία, δίτροχα άρματα, λογιστικό και αριθμητικό σύστημα (εξηκονταδικό), συστήματα μέτρων και σταθμών. Οι μονάδες για τη μέτρηση γωνιών και για τη μέτρηση του χρόνου, προέρχονται από τους Σουμέριους. Το μέγιστο όμως επίτευγμά τους ήταν η δημιουργία για πρώτη φορά στην ιστορία, συστήματος γραφής επαρκούς για τη γραφή μιας γλώσσας. Στο σύστημα γραφής των Σουμερίων εμφανίζονται τελικά περί τα 1200 σύμβολα. Οι Σουμέριοι κατέγραψαν χίλια χρόνια πριν τον Όμηρο και τη λογοτεχνία τους που περιλαμβάνει μύθους, ύμνους, θρήνους και αφηγήσεις για τα σύγχρονα τους γεγονότα. Περιστατικά της Παλαιάς Διαθήκης και το βαβυλωνιακό έπος του Γιλγαμές, μοιάζουν με αντίστοιχους προγενέστερους σουμεριακούς μύθους και αφηγήσεις.

Τα συστήματα γραφής που αναπτύχθηκαν αρχικά ήταν λεξιγραφικά (λογογραφικά). Αρκετά γρήγορα στο  Ιράκ και στην Αίγυπτο δημιουργήθηκαν λογοσυλλαβικές και τελικά συλλαβικές γραφές που αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης των συστημάτων γραφής και άλλων λαών.
Και στο λογογραφικό (σημασιογραφικό) σύστημα γραφής των Σουμερίων, τα γράμματα παρίσταναν τις λέξεις ως έννοιες και όχι ως γλωσσικούς ήχους. Οι Σουμέριοι ήταν όμως και οι πρώτοι που πέρασαν από λογογραφικό σύστημα γραφής σε λογοσυλλαβικό παριστάνοντας για πρώτη φορά με κάποια από τα γράμματα γλωσσικούς ήχους και όχι λεκτικές έννοιες.
Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα γράμματα, που στη λογογραφική γραφή παρίσταναν έννοιες οι οποίες αποδίδονταν στον προφορικό λόγο με μονοσύλλαβες λέξεις, χρησιμοποιήθηκαν για να παριστάνουν τους ήχους αυτών των λέξεων ως ήχους συλλαβών πολυσύλλαβων λέξεων. Τα λογοσυλλαβικά συστήματα γραφής που δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο δεν είχαν άμεση επίδραση στη δημιουργία του αλφαβήτου. Οι λογοσυλλαβικές γραφές εξελίχθηκαν σε (οικονομικές) συλλαβικές γραφές.
Έτσι το σημασιογραφικό σύστημα γραφής των Σουμερίων εξελίχθηκε σχετικά γρήγορα σε φωνητικό λεξισυλλαβικό σύστημα γραφής. Χρησιμοποιήθηκε και από λαούς που μιλούσαν ακκαδικές γλώσσες και από αυτό προήλθαν τα συλλαβικά συστήματα γραφής των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων (σφηνοειδείς συλλαβικές γραφές).
Υπό αιγυπτιακή κυρίως επιρροή  δημιουργήθηκαν οι σημιτικές γραφές. Από αυτές η Αραμαϊκή υιοθετήθηκε  από την Περσική αυτοκρατορία και αποτέλεσε το πρότυπο για τις ινδικές γραφές. Η εβραϊκή και η αραβική  είναι σημιτικές γραφές,  η  ινδική και  η αιθιοπική  προήλθαν από σημιτικές γραφές. Και οι τέσσερις διαμορφώθηκαν τελικά υπό την επιρροή της ελληνικής αλφαβητικής γραφής, και έτσι διαμορφωμένες επιζούν έως σήμερα.

Γραπτά σύμβολα που  προέρχονται από τον ευρωπαϊκό χώρο, κυρίως από οικισμούς της κοιλάδας του Δούναβη, φαίνεται πιθανό να είχαν χρησιμοποιηθεί για μετάδοση μηνύματος.  To  σημαντικό είναι ότι βρέθηκαν σε αρχαιολογικά ευρήματα που χρονολογούνται από την πέμπτη και την έκτη χιλιετία π.Χ..
Την περίοδο 5500 - 3500 π.Χ., η περιοχή της κοιλάδας του Δούναβη βόρεια του σημερινού ελληνικού χώρου, εξελίχθηκε  σε  σημαντικό πολιτιστικό κέντρο. Η περιοχή ευνοούσε την ανάπτυξη γεωργοκτηνοτροφικών δραστηριοτήτων αλλά εξελίχθηκε και σε κέντρο μεταλλουργίας κυρίως χαλκού και χρυσού. Η ανάπτυξη μεταλλουργίας εκείνη την εποχή σηματοδοτεί μια ιστορική περίοδο που ονομάζεται χαλκολιθική.
Γύρω στο 5500 έχουμε τον πολιτισμό της Βίντσα, τοποθεσία κοντά στο Βελιγράδι. Χαρακτηρίζεται από ιδιότυπη στιλβωτή κεραμική που έφθασε ως τo Σέσκλο και το Διμηνιό, από την κατασκευή ιδιόμορφων ανθρώπινων ειδωλίων και από την εμφάνιση μιας πρωτογραφής. Ο καθηγητής και ερευνητής Αδαμάντιος Σάμψων δήλωσε ότι στο Νόβι Σαντ της Σερβίας υπάρχει έκθεση με περίπου 5000 δείγματα αυτής της γραφής  από διάφορες θέσεις των Βαλκανίων και ότι αρκετά από τα χρησιμοποιούμενα σύμβολα μοιάζουν με μινωικά και ελληνικά γράμματα.


  Μικρό δείγμα συμβόλων της πρωτογραφής της κοιλάδας του Δούναβη

Δείγματα αυτής της πρωτογραφής έχουμε και στο σημερινό ελληνικό χώρο που αποτελούσε άλλωστε μέρος της περιφέρειας αυτού του πολιτισμού. Πρόκειται για τα δείγματα γραφής από το Δισπηλιό Καστοριάς, τα Γιαννιτσά, τα Γιούρα, το Ντικιλί Τας κοντά στους Φιλίππους, και αργότερα από τη Φτελιά της Μυκόνου, από το Γυαλί της Νισύρου και από αλλού. (Θεόδωρος Γιαννόπουλος  "Πόθεν και πότε οι Έλληνες;" Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2012, Αδαμάντιος Σάμψων).

Στην πρώτη στήλη σύμβολα
από την ξύλινη πινακίδα του
Δισπηλιού χρονολογημένη με 
C14 στα 5260 π.Χ. Στις άλλες
δύο στήλες σύμβολα από
παλαιοευρωπαϊκές πήλινες 
πινακίδες. (Από το βιβλίο "το 
Δισπηλιό Καστοριάς" του
καθηγητή Γεωργίου Χ.  
Χουρμουζιάδη). 
Φυσικά δεν πρόκειται για γράμματα κάποιων σχετικά ολοκληρωμένων συστημάτων γραφής, αλλά το πολύ για γράμματα προβαθμίδων γραφής. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι τα γράμματα με σχήματα  παρόμοια σχημάτων γραμμάτων ολοκληρωμένων συστημάτων γραφής συλλαβικών και αλφαβητικών, τα συναντάμε  ανάμεσα στα γραπτά σύμβολα αυτών των πολύ μακρινών εποχών. Για το θέμα αυτό θα επανέλθουμε. Το θέμα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το πότε και ποια είδη συστημάτων γραφής αναπτύχθηκαν και το πώς φθάσαμε στην αλφαβητική γραφή.

Τα δείγματα των προβαθμίδων γραφής του ευρωπαϊκού χώρου εκείνης της εποχής  περιλαμβάνουν μερικές δεκάδες διαφορετικών συμβόλων. Αλλά τα πρώτα συστήματα γραφής ήταν λεξιγραφικά και κάθε γράμμα τους παρίστανε μια λέξη. Χρειάζονταν επομένως τόσα διαφορετικά μεταξύ τους γράμματα, όσες ήταν και οι διαφορετικές μεταξύ τους λέξεις που θα έγραφαν. Για το λόγο αυτόν δεν μπορούμε να σκεφτούμε κάτι πιο ολοκληρωμένο από προβαθμίδες γραφής ή αλλιώς για πρωτογραφή. Αν τα σύμβολα ήταν ακόμη λιγότερα θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι πρόκειται για λατρευτικά, τελετουργικά  και παρόμοια σύμβολα και όχι για σύμβολα επικοινωνίας.
Στον Ευρωπαϊκό χώρο τα πρώτα συστήματα γραφής που ήταν επαρκή για την απόδοση μιας γλώσσας πρωτοεμφανίστηκαν  γύρω στο 2200 π.Χ., και ήταν οι μινωϊκές συλλαβικές γραφές που αναπτύχθηκαν στα κέντρα διοίκησης των μινωικών πόλεων για την εξυπηρέτηση αναγκών που συνδέονταν με σύνθετες λογιστικές, οικονομικές διοικητικές δραστηριότητες της κρατικής γραφειοκρατίας. Αρκετά γράμματα της γραμμικής Α και των απογόνων της, προέρχονται από σύμβολα προβαθμίδων γραφής του ευρωπαϊκού χώρου και από προγενέστερα σύμβολα (λατρευτικά, τελετουργικά, μαγικά ή δηλωτικά προσώπου).
Τις μινωικές γραφές ακολούθησαν οι κυπρομινωϊκές γραφές, η γραμμική Β, η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή. Συλλαβικές γραφές όλες αυτές. Ακολούθησε το αλφάβητο, η ελληνική αλφαβητική γραφή.
Όλες αυτές οι γραφές φαίνεται να μοιράζονται, η μία με την άλλη κοινούς χαρακτήρες (σχέδια γραμμάτων) που προέρχονται από το σύνολο των γραπτών συμβόλων των πολιτισμών της κοιλάδας του Δούναβη.
Οι μινωϊκές και οι κυπρομινωϊκές δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί.
Η γραμμική Β, η ελληνική κυπριακή γραφή και το αλφάβητο ήταν ελληνικές γραφές. Οι δύο πρώτες είναι συλλαβικές και προήλθαν από τις μινωικές, ενώ η εμφάνιση του αλφαβήτου αποτελεί σημείο ασυνέχειας στην εξέλιξη των συστημάτων γραφής, αν και προήλθε από συνειδητή προσπάθεια βελτίωσης της λειτουργικότητας των ελληνικών  γραφών.
Το αλφάβητο αποτέλεσε  επαναστατική και απολύτως επιτυχή καινοτομία που τερμάτισε την εξέλιξη των συστημάτων γραφής. Μοιράζεται όμως με τη γραμμική Β και με την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή μερικά κοινά χαρακτηριστικά.
Υπάρχει και στις τρεις γραφές φροντίδα για την  εξασφάλιση του μονοσήμαντου της ανάγνωσης που όμως επιτυγχάνεται απόλυτα και με απλό τρόπο μόνο στο αλφάβητο. Υπάρχουν ακόμη και στις τρεις γραφές πέντε φωνηεντικά γράμματα που αποδίδουν τους πέντε φωνηεντικούς ήχους του αλφάβητου. Στις δύο άλλες γραφές, άλλα γράμματα παριστάνουν τους ίδιους πέντε φωνηεντικούς ήχους αλλά μόνο στις περιπτώσεις που είναι ακέραιοι συλλαβικοί ήχοι.

Στην Britannica 2010, στο άρθρο Alphabet, αναφέρεται ότι στη διαδικασία δημιουργίας της αλφαβητικής γραφής ξεχωρίζουν δύο σημαντικά επιτεύγματα. Το πρώτο χρονολογικά ήταν η επινόηση από τους Σημίτες του συμφωνογραφικού συστήματος γραφής και το δεύτερο η επινόηση από τους Έλληνες γραμμάτων που παριστάνουν τα φωνήεντα. «Αν και πολλοί θεωρούν » , αναφέρεται στη συνέχεια, « το πρώτο ως αφωνηεντικό  συλλαβάριο (unvocalized syllabary) και το σύστημα γραφής που δημιούργησαν οι Έλληνες ως το αληθινό αλφάβητο, στο άρθρο θεωρούνται και οι δύο γραφές ως μορφές του αλφαβήτου». Σε άλλη παράγραφο, το ελληνικό αλφάβητο αναφέρεται από τους συγγραφείς του άρθρου (David Diringer και David Olson) ως το αληθινό αλφάβητο1.

Στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα στο άρθρο Γραφή ο Ignace Gelb (συντάκτης του άρθρου), αναφέρει τις σημιτικές γραφές κατά απόλυτο τρόπο ως συλλαβικές και το αλφάβητο ρητά ως ελληνική ανακάλυψη. Το άρθρο αυτό αποτελεί μετάφραση του άρθρου Writing της Britannica στην έκδοση την αμέσως προηγούμενη από την παραπάνω..
Ο Gelb, στο βιβλίο του A Study of Writing (σελίδα 205), αναφέρει ότι η εξέλιξη της γραφής ήταν από την Αιγυπτιακή λογοσυλλαβική γραφή προς τις δυτικοσημιτικές καθαρά συλλαβικές γραφές και από τις δυτικοσημιτικές συλλαβικές γραφές προς το ελληνικό αλφάβητο. Ο Gelb θεωρεί ότι οι ΄Ελληνες  μπορεί να χρησιμοποίησαν συστηματικά τα διακριτικά που χρησιμοποιήθηκαν ελάχιστα και περιστασιακά από τους Σημίτες και ξεχώριζαν μεταξύ τους συλλαβές που γράφονταν με το ίδιο γράμμα, και ότι αυτά τα διακριτικά μετατράπηκαν συν τω χρόνω σε ανεξάρτητα σύμβολα φωνηέντων. Ο Gelb διευκρίνισε ωστόσο ότι οι Έλληνες στο αλφάβητο με κάθε γράμμα παρίσταναν σε όλες τις περιπτώσεις ένα καθαρό σύμφωνο ή ένα καθαρό φωνήεν και όχι μια συλλαβή (που περιελάμβανε εν γένει σύμφωνο και φωνήεν ή αποτελείτο από ένα σύμφωνο), όπως οι Σημίτες. Πέρα από αυτά ο Gelb ήταν ο πρώτος που επεσήμανε την ιδιαίτερη αξία της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής.

Ο Barry Powell το 1991 επεσήμανε ότι δεν βρέθηκαν ποτέ ελληνικές γραφές χωρίς γράμματα φωνηέντων και ότι όλες οι ελληνικές αλφαβητικές γραφές γράφονταν αποκλειστικά με γράμματα που το καθένα παρίστανε ενα φωνήεν ή ένα σύμφωνο ως μέρος του ήχου μιας συλλαβής. Επεσήμανε ακόμη ότι δεν βρέθηκαν ποτέ ελληνικές γραφές με τα σημιτικής έμπνευσης διακριτικά ομογράμματων συλλαβών και ότι κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί κάποτε να βρεθούν. Κατά τα λοιπά ο Powell αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα τις κατά Gelb διαφορές του αλφαβήτου από τις σημιτικές γραφές καθώς και το ότι οι σημιτικές γραφές είναι συλλαβικές, και αναφερόμενος σε σύγκριση προαλφαβητικών γραφών υπογράμμισε ότι το κυπριακό συλλαβάριο είναι ένα σύστημα γραφής αξιοθαύμαστης απλότητας και καθαρότητας, που σε αντίθεση με τη φοινικική γραφή, λίγο υστερούσε από το αλφάβητο στην ακρίβεια της απόδοσης των ήχων της Ελληνικής. Στερούσε σημαντικά σε απλότητα συμπληρώνω εγώ.

Ο Roger Woodard το 1997 παρατήρησε ότι
Και στη γραμμική Β και στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή χρησιμοποιούνται σύμβολα φωνηέντων όταν τα φωνήεντα σχηματίζουν συλλαβή μόνα τους. Επεσήμανε ακόμη  ότι 
Και στις δύο γραφές χρησιμοποιείται ορθογραφία που επιτρέπει την ακριβή γραφή και ανάγνωση συμπλεγμάτων συμφώνων και ότι 
αυτό διευκόλυνε την ανάλυση των συλλαβικών ήχων σε απλούς (φθογγικούς) γλωσικούς  ήχους  και δημιούργησε έτσι γέφυρες προς το αλφάβητο.
Μέσω και άλλων επισημάνσεων  συμπεραίνει ότι 
Η ανακάλυψη του αλφαβήτου έγινε από άτομο χρήστη της κυπριακής συλλαβικής γραφής. και ότι
Η γραμμική Β και η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή προήλθαν, αμέσως η πρώτη και αμέσως ή εμμέσως η δεύτερη, από μινωική γραφή και συγκεκριμένα από τη συλλαβική γραμμική Α, και πιθανώς αυτά τα γνωρίσματα των δύο ελληνικών συλλαβικών γραφών να προέρχονται από την μινωική γραμμική Α.
Ο Woodard καταλήγει στο ότι
Η γραμμική Β, το κυπριακό συλλαβάριο και η αλφaβητική γραφή αποτελούν σημεία μιας συνεχούς εξέλιξης των ελληνικών γραφών από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Ο καθηγητής Ανδρόνικος παρατηρεί ότι,
ενώ η ελληνική μεταμυκηναϊκή γλώσσα είχε τουλάχιστον επτά φωνηεντικούς φθόγγους, στο αλφάβητο εισάγονται μόνο πέντε γράμματα ως σύμβολα φωνηεντικών φθόγγων, όσα ήταν δηλαδή τα γράμματα που και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο παρίσταναν φωνηεντικές συλλαβές


Στην εγκυκλοπαίδεια "Britannica" (2011) στο άρθρο Writing ( συντάκτης ο David Olson), στο τμήμα "αλφαβητικά συστήματα γραφής" αναφέρεται αρχικά ότι
"Το πρώτο σύστημα γραφής που απέδωσε με συνέπεια τους συλλαβικούς ήχους μιας γλώσσας ήταν η γραμμική Β"  και ότι
"Η γραφή αυτή ήταν ελληνική και καθαρά συλλαβική ."
Αναφέρεται στη συνέχεια ότι "Το τελικό στάδιο στην ανάπτυξη των συστημάτων γραφής ήταν  η ανακάλυψη της αλφαβητικής αρχής, δηλαδή η ανάλυση των συλλαβικών ήχων  στους υποκείμενους συστατικούς τους συμφωνικούς και φωνηεντικούς ήχους", και αυτό συμπληρώνω εγώ, αποτελεί κοινό τόπο των απανταχού ειδικών.
Αναφέρεται ακόμη ότι
"Η δημιουργία τής αλφαβητικής γραφής είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης των συστημάτων γραφής που ολοκληρώνεται με την ελληνική επινόηση του αλφαβήτου."
Προστίθεται τέλος ότι,
Η ανακάλυψη του αλφαβήτου αποτελεί ένα μοναδικό και μείζον επίτευγμα του δυτικού πολιτισμού 
και ότι
Το αλφάβητο ανακαλύφθηκε μια φορά


Για τους λόγους αυτούς και για άλλους που θα αναφερθούν στη συνέχεια, και σε αυτήν αλλά και σε άλλες παραγράφους, στο κείμενο που διαβάζετε υιοθετείται απολύτως η πολύ ισχυρή σήμερα άποψη ότι
η γραμμή εξέλιξης των συστημάτων γραφής ήταν από τη μινωϊκή συλλαβική γραμμική Α προς τις ελληνικές συλλαβικές γραφές, και από εκεί προς την ελληνική αλφαβητική γραφή3,4 .

Στον ευρύτερο ελληνικό χώρο δημιουργήθηκαν τουλάχιστον η  κυπρομινωική Ι και πέντε ακόμη συστήματα γραφής έκ των οποίων τα δύο παλαιότερα ήταν μινωικά ενώ τα τρία νεώτερα δημιουργήθηκαν από Έλληνες για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας. Η πρώτη ελληνική γραφή από τη μινωική γραμμική Α προήλθε. Κάθε νεότερη γραφή παρουσίαζε νέα γνωρίσματα. Το τελευταίο ελληνικό σύστημα γραφής, η αλφαβητική γραφή, ήταν γραφή εντελώς διαφορετική από κάθε προηγούμενη γραφή ελληνική ή ξένη. Ήταν ένα νέο είδος συστημάτων γραφής. Η ανακάλυψή της όμως μπορεί να εξηγηθεί από τα γνωρίσματα και την εξέλιξη των προγενέστερων ελληνικών και μινωϊκών γραφών.
Συγκεκριμένα:

-Γράμματα της γραμμικής Α, της γραμμικής Β, της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής και περισσότερο της αλφαβητικής γραφής μοιάζουν με  γράμματα της πρωτογραφής του πολιτισμού της κοιλάδας του Δούναβη και της περιφέρειάς του.
-Στις μινωικές γραφές πρωτοεμφανίσθηκαν χαρακτηριστικά που μπορούσε να διευκολύνουν την περαιτέρω εξέλιξη της γραφής προς την αλφαβητική.
Η γραμμική Α είχε σύμβολα φωνηεντικών συλλαβικών ήχων κάτι που διατηρήθηκε και στις ελληνικές γραφές.
-Στις ελληνικές γραφές παρατηρείται ακόμη μια προσπάθεια να αποδοθούν με ακρίβεια συμπλέγματα συμφώνων. Πληρέστερα αυτό γίνεται στην ελληνική κυπριακή γραφή.
Τα γνωρίσματα αυτά των ελληνικών γραφών και η έγνοια για βελτίωσή τους, βοήθησαν στο να επιτυχθεί η ανάλυση των συλλαβικών ήχων στους απλούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται. Το αλφάβητο έχει άμεσο πρόγονο την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή.

Όλες οι προαλφαβητικές γραφές που αναφέρθηκαν εδώ αποδεικνύονται αβίαστα και αναμφίβολα συλλαβικές. Στην προαλφαβητική περίοδο συμφωνογραφικά συστήματα γραφής δεν υπήρξαν. Η δημιουργία συμφωνογραφικών συστημάτων προϋποθέτει τη γνώση του συμφωνικού ήχου ως μέρους του ήχου της συλλαβής, προϋποθέτει δηλαδή την ανάλυση του ήχου των συλλαβών σε απλούς ήχους ή ισοδύναμα την ανακάλυψη του αλφαβήτου. 



Όλες οι σημιτικές γραφές είναι μεταγενέστερες της γραμμικής Α και η ουγγαριτική, η φοινικική και κάποιες άλλες είναι μεταγενέστερες και της γραμμικής Β. Αποτελούν όλες μορφές ενός συστήματος γραφής που προήλθε από αιγυπτιακό πρότυπο. Οι σημιτικές γραφές δεν διαφέρουν σε δομή και λειτουργία η μία από την άλλη ούτε από το αιγυπτιακό πρότυπό τους. Διαφέρουν μόνο στα χρησιμοποιούμενα γράμματα. Έγνοια για εξέλιξη της δομής και της λειτουργίας των σημιτικών γραφών δεν παρατηρείται. Υπήρξε μόνο έγνοια για τη βελτίωση των γραμμάτων.
Ειδικότερα η φοινικική γραφή έχει στενή σχέση με τη γραφή της Βύβλου που κατά τον καθηγητή Gelb  ανήκει στην αιγαιακή ομάδα γραφών. Κείμενα κυπρομινωικής γραφής έχουν βρεθεί στην ασιατική  περιοχή που βρίσκεται απέναντι από το ανατολικότερο ακρωτήριο της Κύπρου.

Σε επόμενο κεφάλαιο θα δούμε το πώς φθάσαμε στην ανακάλυψη του αλφαβήτου. Σε αυτό το κεφάλαιο παρατίθενται στοιχεία για την αιγυπτιακή λογοσυλλαβική γραφή, τις δυτικοσημιτικές γραφές, τη γραμμική Α, και τις ελληνικές συλλαβικές γραφές (γραμμική Β και κυπριακό συλλαβάριο) 2.
Γίνεται λόγος για την σημασία τους, για το τι τις χαρακτήριζε, για το πώς γράφουμε και διαβάζουμε με αυτές τις γραφές, για τις σχέσεις τους , για την αξία τους, για τα προβλήματά τους, για τα όριά τους. Είναι χρήσιμο να έχει κατά νου ο αναγνώστης τη σειρά αρχαιότητας αυτών των γραφών. Την αναφέρω αρχίζοντας από την αρχαιότερη.

- αιγυπτιακή από το 3100
- κρητικά ιερογλυφικά από το 2200
- γραμμική Α από το 1750
- πρωτοσιναιτική (η πρώτη σημιτική γραφή) από το 1650
- κυπρομινωικές γραφές από το 1550
- γραμμική Β από το 1500
- ουγγαριτική (μια σημιτική γραφή) από το 1400
- γραφή της Βύβλου από το 1300
- φοινικική από το 1100
- ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή από το 1050
- αλφαβητική γραφή 850 - 800

Όλες οι χρονολογίες είναι π.Χ.

Σημειώσεις

1. Έχει ενδιαφέρον το να δούμε λίγο πληρέστερα το τι γράφουν οι Olson και Diringer στο άρθρο Alphabet της Britannica για το ελληνικό αλφάβητο. Γράφουν:
"Όπως σε πολλά άλλά θέματα, η συνεισφορά των Ελλήνων στην ιστορία του αλφαβήτου είναι μεγίστη (paramount). Όλα τα αλφάβητα που είναι σήμερα σε χρήση σε ευρωπαϊκές γλώσσες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το ελληνικό. ...Στο ελληνικό αλφάβητο, σύμφωνα και φωνήεντα μαζί δημιούργησαν ένα σύστημα γραφής που ήταν ταυτόχρονα και οικονομικό και αναμφίβολο. Το αληθινό αλφαβητικό σύστημα παραμένει επί 3000 χρόνια, με ελαφρές προσαρμογές μόνο, ένα μοναδικό και εντελώς διαφορετικό (unparalleled) όχημα έκφρασης και επικοινωνίας μέσα και μεταξύ των πιο διαφορετικών εθνοτήτων και των πιο διαφορετικών γλωσσών."

2. O Gelb γράφει ότι σε συλλαβικές γραφές των λαών της Μεσοποταμίας η λέξη mali για παράδειγμα, γραφόταν ως (ma)(a)(li)(i), όπου το (ma) εννοείται ως το γράμμα σύμβολο που είχαν για τη συλλαβή [ma], το (a) εννοείται ως το γράμμα σύμβολο που είχαν για τη συλλαβή [a] κ.ο.κ.. Είναι σαφές ότι το σύμβολο της συλλαβής [ma] χρησιμοποιείτο σαν σύμβολο του ήχου [m] και το σύμβολο της συλλαβής [li] σαν σύμβολο του ήχου [l]. Αυτό δείχνει ότι θα μπορούσε ενδεχομένως οι χειριστές αυτών των γραφών, όπως και χειριστές της χουριτικής γραφής που έγραφαν σε κάποιες περιπτώσεις με παρόμοιο τρόπο, να οδηγηθούν στην ανακάλυψη των ήχων από τους οποίους συντίθενται οι συλλαβές. Αν και το βήμα αυτό δεν το έκαναν ποτέ, μπορεί να υποστηριχθεί ότι φαίνεται πως είχαν ήδη κάνει βήματα που διευκόλυναν μια τέτοια εξέλιξη. Τα βήματα αυτά όμως ήταν άγνωστα και στους Φοίνικες και στους Έλληνες, και γι αυτό οι γραφές αυτές δεν παρουσιάζονται στο άρθρο ως γραφές πρόδρομες της αλφαβητικής.

3. Το ότι και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο υπήρχαν πέντε γράμματα που παρίσταναν φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους οδηγεί στη σκέψη ότι το ίδιο συνέβαινε και στη μινωική γραμμική Α από την οποία οι δύο αυτές γραφές κατάγονται (άμεσα η πρώτη, εμμέσως η δεύτερη). Εφ’ όσον αυτό είναι αλήθεια τότε η γραμμική Α είναι πρόγονος του αλφαβήτου. Ακόμη όμως αυτό θα σήμαινε ότι και στη μινωική γλώσσα τα φωνήεντα σχημάτιζαν συλλαβές και μόνα τους και επομένως η μινωική γλώσσα θα πρέπει να ήταν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Ο Γκάρεθ Όουενς θεωρεί ότι οι Μινωίτες ήταν ινδοευρωπαϊκό φύλλο που είχε μετοικίσει από τη νότια Μικρά Ασία στην Κρήτη περί το 7000 π.Χ. και είχε αναπτύξει εκεί πριν τον μινωικό πολιτισμό και έναν νεολιθικό πολιτισμό.

4. Το ότι οι κυπρομινωικές γραφές ΙΙ και ΙΙΙ είχαν χρησιμοποιηθεί σε περιοχές κοντά στις σημερινές ακτές της Συρίας του Λιβάνου και της Παλαιστίνης εξηγεί την ομοιότητα μερικών γραμμάτων της φοινικικής γραφής με χαρακτήρες της προγενέστερης γραμμικιής Α, αφού οι κυπρομινωικές γραφές προέρχονταν από την γραμμική Α.




Η Αιγυπτιακή γραφή

Η Αιγυπτιακή γραφή εμφανίστηκε περί το 3100 π.Χ. και αρχικά ήταν λογογραφική. Περί το 2700 π.Χ. είχε εξελιχθεί σε λογοσυλλαβική και το φωνητικό της τμήμα περιελάμβανε και ένα σύνολο 23 χαρακτήρων που παρίσταναν συλλαβικούς ήχους του τύπου σύμφωνο-φωνήεν. Τα γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονταν από τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά. Ήταν όμορφα και επιμελημένα αλλά εικονογραφικά. Τα χρησιμοποίησαν κυρίως μαζί με άλλα γράμματα. (80 περίπου γράμματα σύμβολα συλλαβών με δύο σύμφωνα και φωνήεν, 40 περίπου γράμματα σύμβολα συλλαβών με τρία σύμφωνα και φωνήεν και μεγάλος αριθμός λογογραμμάτων που παρίσταναν τη σημασία και όχι τον ήχο λέξεων). Συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους παριστάνονταν με το ίδιο γράμμα.

Μόνο του, το σύνολο των 23 χαρακτήρων είχε περιορισμένη χρήση. Χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός προφοράς και για τη μεταγραφή ξένων ονομάτων και λέξεων στα Αιγυπτιακά. Το παραπάνω σύνολο των 23 ιερογλυφικών γραμμάτων της φωνητικής αιγυπτιακής γραφής έχει αναφερθεί από κάποιους αιγυπτιολόγους ως αλφάβητο ενώ τα υπόλοιπα γράμματά της έχουν γενικά χαρακτηρισθεί ως συλλαβικά. Αλλά είναι φυσικά αδιανόητο σε μια φωνητική γραφή να χρησιμοποιούνται ένα αλφάβητο και πολλά συλλαβικά σύμβολα. Μόνο του ένα αλφάβητο θα αρκούσε για την πλήρη και ακριβή γραπτή απόδοση όλων των ήχων της γλώσσας. Τα 23 γράμματα συλλαβικών ήχων του τύπου σύμφωνο + φωνήεν δεν αποτελούσαν και δεν χρησιμοποιούντο ως αλφάβητο. Είχαν ακριβώς την ίδια χρήση με τα υπόλοιπα συλλαβικά σύμβολα της αιγυπτιακής φωνητικής γραφής.

Η κατάταξη των συλλαβών σε ομάδες παρόμοιων ηχητικά συλλαβών που περιγράφουμε παραπάνω, υιοθετήθηκε αργότερα και στις σημιτικές γραφές όπου περιορίστηκαν μόνο σε συλλαβές του τύπου σύμφωνο και στις συλλαβές του τύπου σύμφωνο+φωνήεν. Αυτό οδήγησε σε συστήματα γραφής με 20 έως 30 γράμματα στα οποία όμως η ακρίβεια απόδοσης των γλωσσικών ήχων ήταν περιορισμένη. Άλλοι λαοί κατέταξαν τους συλλαβικούς ήχους σε ηχητικά παρόμοιους με δικό τους και πιο εξεζητημένο τρόπο, γεγονός που βοήθησε την απόδοση των γλωσσικών ήχων με μεγαλύτερη ακρίβεια αλλά οδήγησε σε συστήματα γραφής με 50 έως 100 γράμματα.
Oι Σημίτες από τους Αιγύπτιους γνώρισαν τη γραφή. Οι Κρήτες όμως προηγήθηκαν κατά πολύ των Σημιτών, και η γραφή τους είχε γνωρίσματα που δεν ανάγονται στην αιγυπτιακή γραφή.

Οι δυτικοσημιτικές γραφές

Ο όρος «δυτικοσημιτικές γραφές» αφορά εδώ τις γραφές βορειοδυτικοσημιτικών γλωσσών. Η πρωτοσιναϊτική και η πρωτοπαλαιστινιακή γραφή είναι οι παλαιότερες γραφές αυτής της κατηγορίας. Εμφανίζονται περί το 1650 π.Χ. και θεωρούνται μορφές ενός συστήματος γραφής που ήταν σε χρήση σε ολόκληρη τη Συρία, την Παλαιστίνη και το Σινά την περίοδο 1650 -1100 π.Χ. Διάφορες μορφές της γραφής αυτής ξεφύτρωναν εδώ και εκεί όλη αυτήν την περίοδο, υπάρχει όμως πολύ μικρός αριθμός δειγμάτων τους.


Γράμματα πρωτοσιναϊτικών γραφών από το 1650 π.Χ. περίπου.   (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδες 124, 125) Οι πρωτοσιναϊτικές γραφές είναι γραφές μεταγενέστερες της γραμμικής Α και προγενέστερες της γραμμικής Β. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδες 124, 125)


Τα γράμματά τους εξελίσσονταν συν τω χρόνω από εικονογραφικά σε γραμμικά όπως φαίνονται στην παραπάνω εικόνα,  αλλά η χρήση τους παρέμενε ίδια με τη χρήση των 23 γραμμάτων του αιγυπτιακού φωνητικού συστήματος. Κάθε γράμμα διαβαζόταν ως μια συλλαβή από ομάδα συλλαβών του τύπου σύμφωνο ή σύμφωνο+φωνήεν. Μιλώντας με σημερινούς όρους μπορούμε να πούμε ότι συλλαβές που διέφεραν μεταξύ τους μόνο κατά το φωνήεν τους παριστάνονταν με το ίδιο γράμμα.
Στις σημιτικές γραφές όμως, αντίθετα με ότι συνέβαινε στην αιγυπτιακή, δεν εχρησιμοποιούντο άλλα γράμματα. Εξ αιτίας αυτού, άλλοι μεταξύ των ειδικών έχουν τη γνώμη ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι τα γράμματα παρίσταναν το κοινό σύμφωνο των συλλαβών κάθε ομάδας και άλλοι ότι ήταν συλλαβογράμματα.

Μεταξύ των γραφών που προέκυψαν, η ουγκαριτική είχε σφηνοειδείς και επομένως γραμμικούς χαρακτήρες. Σώζονται χιλιάδες πινακίδες της. Είναι πολύ μεταγενέστερη της Μινωικής Γραμμικής Α αλλά και μεταγενέστερη της Μυκηναϊκής Γραμμικής Β. Χρησιμοποιήθηκε από το 1400 π.Χ., περίπου για τη γραφή μιας σημιτικής γλώσσας συγγενικής προς την φοινικική καθώς και για τη γραφή της χουριτικής γλώσσας, γλώσσας λαού της αρχαίας Ανατολίας.
 Οι 27 χαρακτήρες της ουγκαριτικής γραφής διαβάζονταν όπως οι χαρακτήρες όλων των σημιτικών γραφών. Με κάθε γράμμα διαβαζόταν μια συλλαβή του τύπου σύμφωνο + φωνήεν ή του τύπου σύμφωνο. Συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους γράφονταν με το ίδιο γράμμα. Τρεις επιπλέον χαρακτήρες που εχρησιμοποιούντο μόνο για τη γραφή της Χουριτικής γλώσσας, παρίσταναν φωνηεντικούς ήχους που όπως και στη  γραμμική Β των Μυκηναίων, γραφή προγενέστερη της ουγγαριτικής επαναλαμβάνω, εχρησιμοποιούντο μόνον όταν ένα φωνήεν αποτελούσε μόνο του συλλαβικό ήχο. Αυτό  επιβεβαιώνει το συλλαβικό χαρακτήρα αυτών των γραφών. Με τα γράμματα έγραφαν συλλαβές. 

Για τη γραφή της σημιτικής γλώσσας οι τρεις φωνηεντικοί χαρακτήρες δεν εχρησιμοποιούντο γιατί στις σημιτικές γλώσσες τα φωνήεντα δεν σχηματίζουν μόνα τους συλλαβές.

 Η φοινικική γραφή προήλθε από  εξέλιξη της  γραφής της Βύβλου που είχε δημιουργηθεί υπό έμμεση μινωική επιρροή μέσω των κυπρομινωικών ΙΙ και ΙΙΙ. H γραφή της Βύβλου ήταν η πρωτοφοινικική γραφή. Η φοινικική ήταν μακράν η πιο επιτυχής σημιτική γραφή. Περιελάμβανε 22 καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, απλούς στο γράψιμο και εύκολα αναγνωρίσιμους. Το ότι οι κυπρομινωικές γραφές ΙΙ και ΙΙΙ είχαν χρησιμοποιηθεί σε περιοχές κοντά στις σημερινές ακτές της Συρίας του Λιβάνου και της Παλαιστίνης και επηρέασαν άμεσα τη γραφή της Βύβλου εξηγεί την ομοιότητα των  γραμμάτων της φοινικικής γραφής με χαρακτήρες της προγενέστερης γραμμικιής Α, αφού οι κυπρομινωικές γραφές προέρχονταν από την γραμμική Α.

Τα γράμματα της φοινικικής μοιάζουν και με  ελληνικούς πρωτοαλφαβητικούς χαρακτήρες που εμφανίστηκαν αρκετά αργότερα1, αν και μοιάζουν με μικρά γράμματα και όχι με κεφαλαία. Η ομοιότητα οφείλεται και στο ότι δέχτηκαν κοινές επιρροές.


Από το βιβλίο του Ignace Gelb A Study of Writing, σελίδα 133

Η φοινικική γραφή εμφανίστηκε κατά τον 11ο αιώνα π.Χ.


Η φοινικική θεωρήθηκε αλφαβητική. Όμως, είτε οι 22 χαρακτήρες θεωρηθούν ως σύμβολα των συμφώνων της γλώσσας είτε ως σύμβολα ατελώς προσδιοριζομένων συλλαβών, η φοινικική γραφή στερείται συμβόλων για τα φωνήεντα που τα αφήνει απροσδιόριστα, και γι αυτό δεν ανταποκρίνεται ούτε στον ορισμό του αλφαβήτου που δίδεται σε αυτό το κείμενο, ούτε σε άλλους σημερινούς ορισμούς του. Επίσης δεν είναι αλφαβητική ούτε με τη διευρυμένη έννοια του όρου αφού οι γραφές θεωρούνται αλφαβητικές με τη διευρυμένη ή υπό την ακριβή έννοια του όρου αναλόγως του τρόπου δηλώσεως των φωνηέντων των συλλαβών (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, άρθρο Γραφή), και στη φοινικική γραφή τα φωνήεντα αγνοούνται παντελώς.

 Ο Diringer, ο Naveh και άλλοι έχουν θεωρήσει τις σημιτικές γραφές ως αλφαβητικές, αλλά αυτό αντίκειται στην αλφαβητική αρχή που ο ίδιος ο Diringer διατύπωσε, σύμφωνα με την οποία στις αλφαβητικές γραφές κάθε γράμμα παριστάνει γενικά έναν φθόγγο και κάθε φθόγγος παριστάνεται από ένα τουλάχιστον γράμμα. Στις σημιτικές γραφές όμως δεν υπήρχαν καθόλου γράμματα για τα φωνήεντα. Αλλά και μια λιγότερο αυστηρή διατύπωση της αλφαβητικής αρχής ορίζει ότι στις αλφαβητικές γραφές αποδίδεται χονδρικά το σύνολο του φωνολογικού συστήματος της γλώσσας και όχι μέρος του (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος Ελλάς, άρθρο Γραφές και Αλφάβητα: Αλφαβητική Γραφή). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ίδιος ο Diringer, στο άρθρο Alphabet της Britannica (2010) που συνυπογράφει μαζί με τον Olson, χαρακτηρίζει πλέον τις σημιτικές γραφές ως συμφωνογραφικές.

 Πέραν αυτού, οι πλείστοι από τους σημαντικούς γλωσσολόγους συμφωνούν ότι οι δυτικοσημιτικές γραφές έχουν τη δομή συλλαβικών γραφών. Ο Gelb αναφέρει τους F. Praetorious, A. Seidel, E. Schwyzer, S. Yeivin, A. Poebel, E. H. Sturtevant, H. Pedersen, R. B. Kent, D. C. Swanson, M. Cohen, E. Sollberger, και ως μέγιστο όλων, τον Γάλο A. Meillet. Σ’ αυτόν τον κατάλογο μπορεί να προστεθεί ο Άγγλος γλωσσολόγος Robert Robins.
 Άλλωστε στις σημιτικές γραφές γράφεται για κάθε συλλαβή ένα γράμμα και για κάθε γράμμα διαβάζεται μια συλλαβή όπως ακριβώς θα γινόταν σε μια τυπική συλλαβική γραφή και εντελώς διαφορετικά από αυτό που γίνεται στις αλφαβητικές γραφές. Στις αλφαβητικές γραφές δεν διαβάζουμε τα γράμματα μόνα τους. Διαβάζουμε ομάδες διαδοχικών γραμμάτων κάθε μια από τις οποίες συνιστά έναν ακέραιο συλλαβικό ήχο.

Επιπλέον στις σημιτικές γραφές η συλλαβή που ο αναγνώστης θα διαβάσει με κάθε γράμμα είναι ατελώς προσδιορισμένη και εξ αιτίας αυτού το διάβασμα γίνεται δύσκολο ή πολύ δύσκολο και το διάβασμα άγνωστων λέξεων είναι αδύνατο. Ο καθένας μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του. Αρκεί να μεταγράψει οποιαδήποτε παράγραφο τριών - τεσσάρων σειρών από αυτό ή άλλο άρθρο γράφοντας μόνο τα σύμφωνα, και να δώσει το μεταγραμμένο κείμενο σε κάποιον να το διαβάσει. Θα δυσκολευτεί πολύ. Και αν την επομένη ημέρα δοκιμάσει ο ίδιος να το διαβάσει, θα συναντήσει και ο ίδιος σημαντικές δυσκολίες. Λείπει τελείως από τις σημιτικές γραφές το βασικό γνώρισμα-πλεονέκτημα των αλφαβητικών γραφών, το ότι δηλαδή στις αλφαβητικές γραφές οι συλλαβές απεικονίζονται πλήρως μέσω γραμμάτων που παριστάνουν τους φθόγγους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται, και το ότι εξ αιτίας αυτού η αλφαβητική γραφή ηχοποιείται αυτόματα από εκείνον που έχει μάθει να αναγνωρίζει αυτά τα γράμματα. Αντιθέτως, όπως έχει ήδη λεχθεί,
στις σημιτικές γραφές η ανάγνωση είναι δύσκολη και αμφίβολη, και η ανάγνωση άγνωστων λέξεων είναι αδύνατη.

Γράφεται όμως κάτι μόνον όταν αυτός που το γράφει πιστεύει ότι θα διαβαστεί. Γι αυτό, οι σημιτικές γραφές δεν ήταν δυνατόν να συνεισφέρουν σημαντικά ούτε στη γενίκευση της χρήσης της γραφής, ούτε στον εμπλουτισμό και την ανανέωση του λεξιλογίου, ούτε στη δημιουργία επιστημονικών όρων, ούτε στην εξέλιξη του συντακτικού της γλώσσας, ούτε στη μεγάλη αύξηση του όγκου των γραπτών κειμένων, ούτε στην σε μεγάλη κλίμακα χρησιμοποίηση της γραφής για την μετάδοση και επεξεργασία πληροφοριών, σκέψεων, ιδεών, απόψεων και την παρουσίασή τους με πληρότητα. Αυτό το έργο το εξυπηρέτησε η αλφαβητική γραφή.

Σημειώσεις

1. Οι Steven Fisher ( στο A History of Writing 2001) και W. V. Davies (Στο Egyptian Hieroglyphs, ένα κεφάλαιο του βιβλίου Reading the Past 1990) παραθέτουν πίνακα, όχι καθολικά αποδεκτό αναφέρει ο Davies, που δείχνει έντεκα φοινικικά γράμματα ως προερχόμενα μέσω της πρωτοσιναϊτικής γραφής από απλοποίηση αιγυπτιακών ιερογλυφικών γραμμάτων. 
Εξάλλου ο Arthur Evans είχε παρατηρήσει προφανή ομοιότητα μεταξύ γραμμάτων της γραμμικής Α, ( μερικά από αυτά τα γράμματα αυτά είχαν περάσει από τη γραμμική Α και στη γραμμική Β), και γραμμάτων της φοινικικής γραφής. (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη, άρθρο Αλφάβητο) και είχε υποστηρίξει ότι   η φοινικική γραφή να προέρχεται από τις κατά πολύ προγενέστερες της μινωικές γραφές. Σήμερα μπορεί να επισημανθούν αρκετά γράμματα της φοινικικής γραφής ως παρόμοια με γράμματα της γραμμικής Α. (Gelb: A Study of Writing, πίνακες των σελίδων 93 και 137).




Στην αιγυπτιακή γραφή και στις σημιτικές γραφές, τα γράμματα ήταν σύμβολα συμφώνων ή σύμβολα συλλαβών;

Οι Diringer και Olson αναφέρουν στο άρθρο Alphabet της Britannica τις σημιτικές γραφές ως συμφωνογραφικές. Ο Olson στο άρθρο Writing αναφέρει ότι η παλιά αντιδικία μεταξύ εκείνων που θεωρούν τις σημιτικές γραφές αλφαβητικές και εκείνων που τις θεωρούν συλλαβικές αίρεται αν ακολουθώντας τον Sampson, θεωρήσουμε αυτές τις γραφές ως συμφωνογραφικές. (Εγκυκλοπαίδεια Britannica, 2010). Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης στο βιβλίο του Σύντομη Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει την φοινικική γραφή ως συμφωνογραφική, οιονεί συλλαβογραφική. Ο Robert Robins αναφέρει στο άρθρο Language της Britannica τη φοινικική γραφή ως ένα συλλαβικού τύπου σύστημα γραφής στο οποίο αναγράφονται μόνο τα σύμφωνα των συλλαβών. Στο βιβλίο "Οι Γλώσσες του Κόσμου",  o Roger Woodard αναφέρει τις σημιτικές γραφές που εμφανίσθηκαν πριν το ελληνικό αλφάβητο ως συμφωνογραφικές. Στο ίδιο βιβλίο η ινδική και η αιθιοπική γραφή που προήλθαν από τις σημιτικές και διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές μόνο κατά το ότι χρησιμοποιούσαν διαφορετικά σύμβολα, χαρακτηρίζονται ως συλλαβικές γραφές.
Συλλαβικές χαρακτηρίζει η Henriette Walter τις σημιτικές γραφές στο βιβλίο της "Η Περιπέτεια των Γλωσσών της Δύσης". Συλλαβικές επίσης τις θεωρούσε ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος , ο καθηγητής Ignace Gelb, ο Άγγλος ελληνιστής φιλόλογος και καθηγητής κορυφαίων αμερικανικών και καναδικών πανεπιστημίων Eric Havelock και συλλαβικές τις θεωρεί ο καθηγητής Burry Powell.
Ο Ignace Gelb γράφει στο άρθρο Γραφή ( Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα ) , ότι οι Σημίτες της Παλαιστίνης και της Συρίας δανείστηκαν από τους Αιγυπτίους τη γενικότερη αρχή να γράφουν τις συλλαβές χωρίς να δηλώνουν τις διαφορές των φωνηέντων τους και παραθέτει στο βιβλίο του "A study of Writing", (σελίδες 78-80 και 148-150), σειρά επιχειρημάτων για να στηρίξει την άποψή του. Μερικά από τα επιχειρήματά του αναφέρονται στη συνέχεια.
Ο Burry Powell στο βιβλίο του "Homer and the Origin of the Greek Alphabet", περιλαμβάνει στις σελίδες 101-106, ιδιαίτερο κεφάλαιο με τον τίτλο "How Syllabic Writing Works: Phoenician".

Έχει ήδη αναφερθεί ότι στις σημιτικές γραφές, ο αναγνώστης διάβαζε μια συλλαβή με κάθε γράμμα. Γι αυτό και μόνο το λόγο θα πρέπει να θεωρηθούν οι σημιτικές γραφές ως γραφές με συλλαβική δομή ή γραφές οιονεί συλλαβογραφικές. Το ερώτημα όμως είναι αν υπήρχε η συνείδηση ότι σε αυτές τις γραφές τα γράμματα παρίσταναν συλλαβές ατελώς καθορισμένες ή ότι αντιθέτως τα γράμματα παρίσταναν τα σύμφωνα των συλλαβών. Το σύμβολο κ για παράδειγμα θεωρούσαν ότι παρίστανε μια συλλαβή από τις συλλαβές κ, κα, κε , κι, κο, κου ή το κοινό σύμφωνο αυτών των συλλαβών; Και στη μία και στην άλλη περίπτωση η συλλαβή κα θα γραφόταν κ και θα ήταν αμφίβολο αν το γράμμα κ πρέπει να διαβαστεί κ, κα, κε, κι, κο ή κου.
Η πλευρά που θεωρεί τις σημιτικές γραφές συμφωνογραφικές επισημαίνει ότι και μόνο η κατάταξη των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες δείχνει ότι διαισθητικά τουλάχιστον οι Σημίτες αντιλαμβάνονταν τις συλλαβές ως σύνθετους ήχους. Παρατηρεί ακόμη ότι αν έγραφαν τα σύμφωνα των συλλαβών θα έγραφαν με τον τρόπο που έγραφαν, και γι αυτό το λόγο θεωρεί ότι οι σημιτικές γραφές μπορεί  να χαρακτηρισθούν συμφωνογραφικές.
Η άλλη πλευρά αντιτείνει ότι η κατάταξη των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες ήταν κοινό γνώρισμα όλων των συλλαβικών γραφών και επιχειρηματολογεί για το
αν οι Αιγύπτιοι πριν το 2000 π.Χ. μπορούσαν να ξέρουν και για το αν οι Σημίτες ήξεραν τους συμφωνικούς ήχους ως μέρος του ήχου των συλλαβών και αυτούς παρίσταναν με τα γράμματά τους -ή ήξεραν μόνο ακέραιους συλλαβικούς ήχους, οπότε και θεωρούσαν τα γράμματά τους σύμβολα αυτών των ήχων.
Ας δούμε όμως κάποια από τα επιχειρήματα αυτής της πλευράς:

1. Η φωνητική αιγυπτιακή γραφή αναπτύχθηκε από ένα λογογραφικό (σημασιογραφικό) σύστημα γραφής πριν το 2500 π.Χ.. Δεν ήταν δυνατό να αναγνωρίσουν οι Αιγύπτιοι σε αυτήν τη φάση ότι οι λέξεις σχηματίζονται από ήχους συμφώνων και φωνηέντων. Η πρώτη ανάλυση των λεκτικών ήχων οδηγεί εύκολα στην ανακάλυψη των συλλαβικών ήχων και εκεί σταματά. Από ψυχολογική άποψη αυτό είναι το φυσικό. Είναι δεκάδες οι περιπτώσεις που συλλαβικά ή λογοσυλλαβικά συστήματα γραφής αναπτύχθηκαν από λογογραφικά συστήματα κατά την αρχαιότητα. Και στη σύγχρονη εποχή πολλά φύλα γηγενών της Αμερικής και της Αφρικής που ενθαρρύνθηκαν να εγκαταλείψουν τη λογογραφική τους γραφή και να αναπτύξουν φωνητικά συστήματα γραφής, στα συλλαβικά συστήματα γραφής έφτασαν και εκεί σταμάτησαν. Ήταν απαγορευτικά δύσκολο να αναλύσουν τους ήχους των λέξεων στους απλούς στοιχειώδεις συστατικούς τους ήχους. Αυτό απαιτούσε μετά την ανάλυση των ήχων των λέξεων σε συλλαβές, ένα δεύτερο στάδιο ανάλυσης των ήχων των συλλαβών σε όχι αυτόνομους ηχητικά και γι’ αυτό μη αντιληπτούς με την ακοή ήχους. Ήταν πολύ δύσκολο και δεν υπήρχε κανένα κίνητρο να ψάξουν για κάτι τέτοιο. Η ανάλυση των λέξεων σε συλλαβές, τους είχε μόλις προσφέρει μια σημαντική βελτίωση του συστήματος γραφής.
Στις σημιτικές γραφές, τα γράμματα χρησιμοποιούντο και οι λέξεις γράφονταν και διαβάζονταν με τον ίδιο τρόπο που αυτό γινόταν στην αιγυπτιακό οδηγό προφοράς με τα 23 σύμβολα. Επ’ αυτού δεν υπήρξε καμιά καινοτομία. Εξ άλλου τα γράμματα των πρώιμων σημιτικών γραφών (1600 π.Χ.), δείχνουν γραφή που μόλις έχει ξεφύγει από την εικονογραφική. Η μετέπειτα εξέλιξη των σημιτικών γραφών αφορούσε μόνο τα σχήματα των γραμμάτων.

2. Οι άνθρωποι τους συλλαβικούς ήχους ανακάλυψαν μετά τους ήχους των λέξεων και με τις διάφορες φωνητικές γραφές τους ήχους των συλλαβών θέλησαν να αποδώσουν. Είναι αδιανόητο να παραιτήθηκαν από την επιδίωξη αυτή. Και στις αλφαβητικές γραφές οι ήχοι των συλλαβών αποδόθηκαν πλήρως και με ακρίβεια μέσω γραμμάτων που παριστάνουν τους απλούς στοιχειώδεις ήχους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται. Αν στις σημιτικές γραφές τα γράμματα παρίσταναν τα σύμφωνα (το συμφωνικό μέρος του ήχου των συλλαβών), τις συλλαβές πώς τις παρίσταναν;
Άλλωστε αργότερα όταν οι Σημίτες γνώρισαν την αλφαβητική γραφή και εξ αιτίας αυτού πρόσθεσαν στα γράμματά τους διακριτικά για να καθορίσουν με ακρίβεια το ποια συλλαβή θα έπρεπε να διαβάσουν με κάθε γράμμα, πάλι τη συλλαβή ως σύνολο καθόρισαν και όχι τους φθόγγους από τους οποίους σχηματίζεται η συλλαβή. Τα διακριτικά που χρησιμοποίησαν (τελίτσες, παύλες σε ποικίλες θέσεις) δεν χρησιμοποιούντο και δεν χρησιμοποιούνται ως σύμβολα φωνηέντων. Το σύνολο του αρχικού γράμματος και του διακριτικού σε συγκεκριμένη θέση παριστάνει μια μονοσήμαντα καθορισμένη συλλαβή. Όλες οι συλλαβές είναι του τύπου συμφωνο ή σύμφωνο + φωνήεν. Δεν μπορεί όμως να άλλάζοντας τη θέση του διακριτικού να γίνει για παράδειγμα "αν" η συλλαβή "να". Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του το διακριτικό ως φωνηεντικός συλλαβικός ήχος. Πάλι συλλαβές έγραψαν. Και επειδή στις γλώσσες τους, το "α" για παράδειγμα δεν μπορεί να αποτελεί μόνο του συλλαβικό ήχο, δεν προνόησαν να υπάρχει απλό σύμβολο ή σύμπλεγμα που να διαβάζεται α.

3. H λέξη συλλαβή από το συλλαμβάνω = συν (μαζί) + λαμβάνω, σημαίνει ομάδα ήχων που δεν εκφέρονται ανεξάρτητα ο καθένας από τους άλλους αλλά συνεκφέρονται και συναποτελούν έτσι έναν αυτοτελή ήχο. Οι αρχαίοι Έλληνες τα γράμματα τα έλεγαν και στοιχεία. Η λέξη ψηφία μπορεί να θεωρηθεί ως συνώνυμη με τη λέξη στοιχεία. Οι όροι συλλαβές, στοιχεία, γράμματα (από το γράφω = χαράσσω, γρατζουνίζω, σχεδιάζω), φωνήεντα, σύμφωνα, φθόγγοι, δημιουργήθηκαν στην ελληνική γλώσσα μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου. Στις σημιτικές γλώσσες δεν είχε δημιουργηθεί αντίστοιχο σύνολο όρων. Θα ήταν όμως αδύνατο ένας λαός να έχει αναλύσει τους ήχους των συλλαβών στους στοιχειώδεις, στους απλούς φωνηεντικούς και συμφωνικούς ήχους δηλαδή στους φθόγγους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται, και να μην έχει δημιουργήσει λέξεις που να σημαίνουν τα σύμφωνα, τα φωνήεντα, τους φθόγγους, τις συλλαβές.

4. Όταν μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου και υπό την επιρροή της αλφαβητικής γραφής οι Σημίτες δημιούργησαν και χρησιμοποίησαν κατά συστηματικό τρόπο διακριτικά σημεία, τα οποία συνδεόμενα με τα γράμματά τους προσδιόριζαν πλήρως τη συλλαβή, εισήγαγαν διακριτικό, (shewa ονομαζόταν στα Εβραϊκά, sukum στα Αραβικά), ακόμη και για την περίπτωση που το σύμφωνο δεν συνδυαζόταν με φωνήεν αλλά σχημάτιζε συλλαβή μόνο του. Το γράμμα κ για παράδειγμα με ένα συγκεκριμένο διακριτικό δίπλα του, που ήταν το ίδιο και για το γράμμα κ και για όλα τα γράμματά τους, διαβαζόταν [κα], με άλλο διακριτικό διαβαζόταν [κε], με άλλο [κι] κ.ο.κ., ενώ με το διακριτικό shewa ή sukum, διαβαζόταν [κ]. Αν οι Σημίτες θεωρούσαν το γράμμα κ σύμβολο του ήχου [κ], σύμβολο του συμφώνου δηλαδή, δεν θα είχαν εισαγάγει ιδιαίτερο διακριτικό για την παράσταση αυτού του ήχου. Η επισήμανση ότι το διακριτικό αυτό χρησιμοποιήθηκε μεν από τους Εβραίους και τους Άραβες αλλά δε χρησιμοποιήθηκε από τους Άραβες της Συρίας δεν αναιρεί και δεν αδυνατίζει το επιχείρημα. Το ίδιο ισχύει και για την επισήμανση ότι η εισαγωγή του διακριτικού έγινε πολύ αργά από γραμματικούς που δεν ήξεραν την ιστορία των σημιτικών γραφών.
Το ουσιαστικό είναι ότι και μετά την ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής Σημίτες αντιλαμβάνονταν τα αρχικά σύμβολα της γραφής τους ως συλλαβικά.


5. Οι Ινδοί είχαν ακολουθήσει τον τύπο των σημιτικών γραφών. Αργότερα και υπό την επήρεια της αλφαβητικής γραφής και για να προσδιορίσουν με ακρίβεια τη συλλαβή, υιοθέτησαν τη χρήση διακριτικών. Εισήγαγαν έναν διαφορετικό διακριτικό για σχηματισμό κάθε συλλαβής που περιλαμβάνει το [ε], το [ι], το [ο], ή το [ου] καθώς και για την περίπτωση που η συλλαβή δεν περιελάμβανε φωνήεν. Τα αρχικά γράμματα χωρίς κανένα πρόσθετο διακριτικό χρησιμοποιήθηκαν για να δείξουν σχηματισμό συλλαβής σε συνδυασμό με το φωνήεν [α]. Το γράμμα κ δηλαδή μαζί με ένα συγκεκριμένο διακριτικό παρίστανε τον ήχο [κ], ενώ μόνο του και χωρίς καμιά προσθήκη έδειχνε τον ήχο [κα], γεγονός που δείχνει ότι οι Ινδοί θεωρούσαν τα αρχικά σύμβολα της γραφής τους ως συλλαβικά. Και η γραφή τους είχε σημιτικό πρότυπο.
Τα ίδια ακριβώς που ισχύουν για τους Ινδούς ισχύουν και για τους Αιθίοπες. Οι Αιθίοπες είχαν ακολουθήσει τον τύπο των σημιτικών γραφών και εισήγαγαν διακριτικά όπως οι Άραβες για να προσδιορίσουν με ακρίβεια τις συλλαβές. Το αρχικό γράμμα, έστω το κ, μαζί με ένα συγκεκριμένο διακριτικό παρίστανε τον συλλαβικό ήχο [κ], ενώ μόνο του παρίστανε τη συλλαβή [κα].


Μερικά γράμματα της αιθιοπικής γραφής. Το πρώτο γράμμα καθε σειράς είναι το αρχικό σύμβολο που πριν την τροποποίηση της αιθιοπικής υπό την επίδραση της αλφαβητικής γραφής (λίγους αιώνες μ.Χ.),παρίστανε όλες τις συλλαβές της σειράς. Σήμερα παριστάνει συλλαβή του συμφώνου με το φωνήεν α. Τα γράμματα για τις συλλαβές με διαφορετικά φωνήεντα σχηματίζονται με καθορισμένη τροποποίηση του βασικού συμβόλου. Το ίδιο συμβαίνει και στις ινδικές γραφές. Στις σημιτικές γραφές αντί τροποποίησης του βασικού συμβόλου προστίθενται σε κατάλληλη θέση του, διακριτικά όπως στιγμές ή παύλες που προσδιορίζουν σε ποια συλλαβή αντιστοιχεί το συμπληρωμένο σύμβολο. Στις περισσότερες σημιτικές γραφές, το αρχικό βασικό σύμβολο μόνο του δεν χρησιμοποιείται για καμμιά συλλαβή. Επιπλέον στις σημιτικές γραφές, ακόμη και όταν τα σύμφωνα σχηματίζουν συλλαβή μόνα τους χρησιμοποιείται συνήθως για την παράστασή αυτής της συμφωνικής συλλαβής το αρχικό σύμβολο μαζί με κάποιο ιδιαίτερο διακριτικό, όπως συμβαίνει και στις συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν



6. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, για τον τρόπο γραφής και ανάγνωσης διαφορά ανάμεσα στις δύο απόψεις δεν υπάρχει.
Κατά τη μία άποψη το σύμβολο κ μπορεί να παριστά οποιοδήποτε από τους ήχους [κ], [ κα ], [ κε ], [ κι ], [ κο] κ.λ.π. και ο αναγνώστης καλείται να μαντέψει ποιόν από αυτούς τους ήχους παριστά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά την άλλη άποψη το σύμβολο κ παριστά τον ήχο [κ] του συμφώνου της συλλαβής και ο αναγνώστης καλείται να μαντέψει με ποιο φωνηεντικό ήχο θα συνδυάσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τον συμφωνικό ήχο [κ] για να αναγνωρίσει τον ζητούμενο κατά την ανάγνωση συλλαβικό ήχο.
Για να παρίσταναν όμως τον ήχο του συμφώνου της συλλαβής θα πρέπει να είχαν κάνει τον κρίσιμο διαχωρισμό του ήχου του συμφώνου από τον συνολικό ήχο της συλλαβής. Στην περίπτωση όμως αυτή, θα είχαν ξεχωρίσει και τον ήχο του φωνήεντος της συλλαβής. Αν δηλαδή είχε γίνει κατανοητό ότι ο ήχος [κα] προκύπτει από διαδοχική εκφορά του ήχου [κ] και ενός άλλου ήχου θα είχε γίνει αντιληπτό ότι αυτός ο άλλος ήχος είναι ο ήχος [α]. Τότε όμως με την ίδια σκέψη που απέδωσαν ένα σύμβολο στη ήχο [κ] θα είχαν αποδώσει και ένα σύμβολο στον ήχο [α]. Είναι αδύνατο να είχαν ανακαλύψει ότι οι συλλαβές είναι σύνθετοι ήχοι που σχηματίζονται από τη συνεκφορά διακριτών γλωσσικών ήχων, συμφώνων και φωνηέντων εν γένει, και να μη δημιούργησαν σύμβολα και για τα σύμφωνα και για τα φωνήεντα.

7. Η περίπτωση μιας από τις σημιτικές γραφές, της ουγκαριτικής, ενισχύει περαιτέρω το προηγούμενο επιχείρημα. Στην ουγκαριτική γραφή υπήρχαν 27 γράμματα που κατά τη μία άποψη παρίσταναν συλλαβές του τύπου σύμφωνο ή σύμφωνο-φωνήεν με τον ίδιο τρόπο που αυτό γινόταν σε όλες τις σημιτικές γραφές και 3 γράμματα που παρίσταναν συλλαβές που σχηματίζονταν από ένα μόνο φωνήεν, όπως αυτό το τελευταίο γινόταν και στη γραμμική Β. Κατά την άλλη άποψη τα 27 γράμματα παρίσταναν τα σύμφωνα που τα είχαν αναγνωρίσει ως ήχους - μέρος του ήχου των συλλαβών, ενώ τα τρία επιπλέον γράμματα παρίσταναν φωνήεντα που επίσης τα είχαν αναγνωρίσει ως ήχους - μέρος του ήχου των συλλαβών. Τότε όμως ξέροντας ότι ο συλλαβικός ήχος [κα] αποτελείται από το συμφωνικό ήχο [κ] και το φωνηεντικό ήχο [α], τη συλλαβή [κα] θα την έγραφαν κα. Την έγραφαν όμως κ, όπως έγραφαν και τις συλλαβές [κ], [κε], [κι], [κο] κ.λ.π. Ο ήχος της λέξης [κακία] για παράδειγμα γραφόταν κκα. Το πρώτο γράμμα αυτής της λέξης διαβαζόταν [κα], το δεύτερο [κι] και το τρίτο [α]. Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν είχαν αναλύσει τις συλλαβές στους απλούς συστατικούς τους ήχους, ότι δεν ήξεραν ούτε σύμφωνα ούτε φωνήεντα αλλά γνώριζαν και αναγνώριζαν μόνον ακέραιους συλλαβικούς ήχους και φυσικά αυτούς τους συλλαβικούς ήχους παρίσταναν με τα γράμματα της γραφής τους.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα 27 γράμματα παρίσταναν "σύμφωνα-φθόγγους" και τα 3 φωνηεντικές συλλαβές. Αλλά αν είχαν ανακαλύψει τα "σύμφωνα-φθόγγους", θα είχαν ανακαλύψει και τα "φωνήεντα-φθόγγους". Τότε όμως γιατί θα πρόκριναν σύμβολα μόνο για τις φωνηεντικές συλλαβές; Τα ίδια σύμβολα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν και ως σύμβολα για τα φωνήεντα και όταν τα φωνήεντα αποτελούσαν φθογγικούς ήχους, μέρος του ήχου συλλαβών.


Η γραφή γραμμική Α

Η παλαιότερη μινωική γραφή είναι η κρητική ιερογλυφική γραφή που ήταν  γραφή συλλαβική.  Οι Κρήτες είχαν  γνωρίσει γράμματα που προέρχονταν από τις απόπειρες δημιουργίας γραφής στην κοιλάδα του Δούναβη και στον βορειοελλαδικό χώρο και σε κάθε περίπτωση δημιούργησαν γραφές  πρωτότυπες με δικά τους ιδιαίτερα γνωρίσματα.   Η κρητική ιερογλυφική γραφή  χρησιμοποιήθηκε από το 2000 ή και νωρίτερα, έως το 1500 π.Χ. περίπου. Ονομάστηκε έτσι γιατί γραφόταν αρχικά με σφραγίδες και τα στοιχεία της ήταν γεγλυμένα. Δεν ήταν μίμηση της αιγυπτιακής ιερογλυφικής. Μια δεύτερη εικονογραφική μορφή της εκπροσωπείται από ένα μόνο δείγμα, το «Δίσκο της Φαιστού»1.
Από την κρητική ιερογλυφική γραφή προήλθε κατά μία άποψη η γραμμική Α. Κατά άλλη άποψη (Godart) δημιουργήθηκε ανεξάρτητα και παράλληλα με την ιερογλυφική. Χρησιμοποιήθηκε από το 1750 έως το 1450 π.Χ. για τη γραφή της κρητικής μινωικής γλώσσας και είναι η πρώτη ολοκληρωμένη γραφή που γνώρισαν οι Έλληνες. Μαρτυρείται και εκτός Κρήτης στην Κέα, στη Μήλο, στα Κύθηρα, στη Θήρα, στη Νάξο, στη Σαμοθράκη, στη Μίλητο, στο Τελ Χάρορ του Ισραήλ.
Σώζονται περίπου 1400 ευρήματα με γραφή γραμμική Α εκ των οποίων περίπου 500 είναι ευμεγέθεις επιγραφές, ενώ τα υπόλοιπα είναι πινακίδες, σφραγίδες, σφραγίσματα, δισκία, κομμάτια αγγείων, λίθινα και μεταλλικά αντικείμενα. Φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε και για την εξυπηρέτηση της διοίκησης αλλά και στη θρησκευτική λατρεία, και ότι είχε αξιόλογη διάδοση μεταξύ του πληθυσμού και εκτός των ανακτορικών τειχών. Υπάρχουν και ευρήματα με γραφή γραμμική Α που ανάγονται στην πρώτη π.Χ. χιλιετία.

Ο Γάλλος αρχαιολόγος Πολ Φορ (1916 - 2007) μελετώντας τη γραμμική Α είχε φτάσει στην άποψη ότι με τη γραφή αυτή γραφόταν ή η ελληνική ή τουλάχιστον μια γλώσσα ινδοευρωπαϊκή πολύ συγγενική προς την ελληνική.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Μηνάς Τσικριτσής προτείνει μια αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Α με την παραδοχή ότι σε κάποιες από τις πινακίδες που σώζονται γράφεται με τη Γραμμική Α η αιολική διάλεκτος της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας.
O Γ. Μπαμπινιώτης έχει τη γνώμη ότι μόνο κατά την τελευταία φάση της χρήσης της μπορεί να χρησιμοποιήθηκε η γραμμική Α για τη γραφή της ελληνικής.
Όπως και να έχει, η γραμμική Α χρησιμοποιήθηκε κυρίως  για τη γραφή της Μινωϊκής γλώσσας. Η Μινωϊκή γλώσσα θεωρείται ότι αναπτύχθηκε στην Κρήτη από την πρωτοανατολιακή από την περαιτέρω εξέλιξη της οποίας αποσπάστηκε περί το 7000 π.Χ. όταν φορείς της πρωτοανατολιακής μετοίκησαν στην Κρήτη. Απο την πωτοανατολιακή προέκυψαν στη Μικρά Ασία η Λουβική, η Χεττιτική και η Παλαϊκή.
Η Μινωϊκή γλώσσα, είναι γλώσσα περισσότερο προθεματική από την ελληνική.
Ο Γκάρεθ Όουενς «διάβασε» τους χαρακτήρες της γραμμικής Α που διατηρούνται και στη γραμμική Β με την ηχητική αξία που σε αυτή τη γραφή έχουν, και κατέληξε ότι με τη γραμμική Α γραφόταν μια γλώσσα του κλάδου satem των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών συγγενής προς τα σανσκριτικά, τα αρμενικά και τα ελληνικά, γλώσσες επίσης ινδοευρωπαϊκές. Τα ελληνικά ανήκουν στον κλάδο centum των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, ενώ τα σανσκριτικά και τα αρμενικά ανήκουν στον κλάδο satem.

Τα γράμματα της γραμμικής Α ήταν περίπου 90. Η Henriette Walter γράφει ότι κάποια από αυτά θυμίζουν σύμβολα που έχουν ανακαλυφθεί στην κοιλάδα του Δούναβη και ανάγονται στην 4η χιλιετία π.Χ. Έχουν επίσης παρόμοιο χαρακτήρα με τα γράμματα της ξύλινης πινακίδας που βρέθηκε στο Δισπηλιό της Καστοριάς και χρονολογείται περίπου στο 5000 π.Χ.2.

Τμήμα επιγραφής γραμμένης σε κεραμικό με τη γραφή γραμμική Α. Η γραμμική Α αναπτύχθηκε από τους Μινωίτες και χρησιμοποιήθηκε από το 1750 μέχρι το 1450 π.Χ. περίπου για τη γραφή της μινωικής γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια της χρήσης της μπορεί να χρησιμοποιήθηκε και για τη γραφή της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας. Ήταν συλλαβική γραφή

Τα γράμματα της γραμμικής Α ήταν καλοσχηματισμένα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και γράμματα που παρίσταναν φωνήεντα ως συλλαβικούς ήχους (Γκάρεθ Όουενς: Λαβυρινθος 2004,  Μηνά Τσικριτσή: Γραμμική Α 2001 , Θεόδωρου Γιαννόπουλου: Πόθεν και πότε οι Έλληνες; ). Μεταξύ των γραμμάτων της περιλαμβάνονται ακόμη αρκετά γράμματα εμφανώς παρόμοια με γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν είτε στην μεταγενέστερη ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή, είτε στην επίσης μεταγενέστερη φοινικική γραφή όπως και ο Έβανς είχε παρατηρήσει, είτε στα ακόμη μεταγενέστερα ελληνικά αλφάβητα είτε σε κάποια από αυτά ή και σε όλα αυτά.
Είναι αναμφισβήτητα ένα εξαιρετικά προηγμένο σύστημα γραφής. 
Από τη γραμμική Α προήλθαν άμεσα η μυκηναϊκή γραμμική Β και οι κυπρομινωικές γραφές.

Σημειώσεις

1. Δύο ερωτήματα που μου έχουν τεθεί προφορικά αφορούν τη μινωική Κρήτη.

Το πρώτο αναφέρεται στον δίσκο της Φαιστού. Ο δίσκος της Φαιστού τι μπορεί να γράφει και με τι είδους γραφή μπορεί να είναι γραμμένος;
Για το ερώτημα αυτό μπορώ μόνο να παραπέμψω στο βιβλίο του Gareth Owens «Λαβύρινθος,, γραφές και γλώσσες της μινωικής και μυκηναϊκής Κρήτης» (σελίδες185-203). Περιλαμβάνει απλή αναφορά βιβλιογραφίας, βιβλιοκριτική για σχετικό έργο που εκδόθηκε και στα ελληνικά και μια σύντομη παρουσίαση και δικαιολόγηση προσωπικών απόψεων για το θέμα του ίδιου του Gareth Owens. Από το άρθρο στο βιβλίο αντλώ και παρουσιάζω συνοπτικά κάποιες πληροφορίες.


-Το κείμενο του δίσκου περιλαμβάνει 45 διακριτούς χαρακτήρες και 242 γράμματα που συνιστούν 61 ομάδες, τυπωμένα με 45 ξεχωριστές σφραγίδες που μπορεί να ήταν χρυσές. Ο δίσκος είναι τυπωμένος και στις δύο πλευρές του, το μισό κείμενο σε κάθε πλευρά. Έχει βρεθεί ποια είναι η πρώτη και ποια η δεύτερη πλευρά. Σε κάθε πλευρά το κείμενο διαβάζεται σπειροειδώς από την περιφέρεια προς το κέντρο. Ο δίσκος έχει διάμετρο 16 περίπου εκατοστών.
- Ο αριθμός των διαφορετικών χαρακτήρων (45 σε ένα κείμενο 242 γραμμάτων) πείθει ότι δεν πρόκειται για γραφή σημασιογραφική αλλά για γραφή φωνητική και ειδικότερα συλλαβική
-Φαίνεται να υπάρχει σχέση μεταξύ της γραφής του δίσκου και των λεγομένων κρητικών ιερογλυφικών χωρίς όμως και να αποδεικνύεται. Ο εντονότερα εικονιστικός χαρακτήρας των γραμμάτων του δίσκου οφείλεται στο ότι πρόκειται για γράμματα που δεν χαράχθηκαν αλλά τυπώθηκαν με σφραγίδες.
-Η επανάληψη των ίδιων γραμμάτων σε επιλεγμένες θέσεις στο τέλος ομάδων γραμμάτων δηλώνει κάποιο είδος ομοιοκαταληξίας
-Το σκόπιμο ψήσιμο του δίσκου, η προσεκτική αποτύπωση των γραμμάτων του με σφραγίδες και ο χώρος στον οποίο βρέθηκε συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι πρόκειται για θρησκευτικό κείμενο. Η ομοιοκαταληξία σε ένα θρησκευτικό κείμενο δηλώνει θρησκευτικό ύμνο. Θρησκευτικός ύμνος στη μινωική Κρήτη σημαίνει ύμνος προς τη μεγάλη μητέρα θεά.
-Η γλώσσα του κειμένου πρέπει να είναι η γλώσσα της μινωικής Κρήτης που παραμένει άγνωστη. Ο Όουενς θεωρεί ότι πρόκειται για γλώσσα ινδοευρωπαϊκή, συγγενική προς την ελληνική, την σανσκριτική και την αρμενική. Επισημαίνεται ότι στον δίσκο υπάρχουν 15 προθέματα και 8 επιθήματα ενώ σε ανάλογου μήκους κείμενα της γραμμικής Β υπάρχουν 1-2 προθέματα και 4-9 επιθήματα.


Το δεύτερο ερώτημα είναι: «Γιατί διακρίνω τους Μινωίτες από τους Έλληνες;»
Η απάντησή μου είναι απλή. Οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι Έλληνες είχαν διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές θεότητες, διαφορετικούς τύπους λατρείας, διαφορετικούς τάφους και διαφορετικά έθιμα ταφής. Ακόμη ανέπτυξαν, όχι την ίδια περίοδο, ξεχωριστούς πολιτισμούς. Τον Μινωικό οι μεν, τον Μυκηναϊκό υπό Μινωική επίδραση οι δε. Επί αυτών δεν έχει αναπτυχθεί κανενός είδους αντίλογος.
Η ελληνική Κρήτη που πήρε μέρος και στην εκστρατεία κατά της Τροίας, δημιουργήθηκε αργότερα. Ο πληθυσμός της προερχόταν και από Μινωίτες και από Μυκηναίους αλλά ήταν εξελληνισμένος.


2. Henriette Walter: Η Περιπέτεια των Γλωσσών της Δύσης 1994. Η Henriette Walter αναφέρει ότι μεταξύ των συμβόλων που ανακαλύφθηκαν στην κοιλάδα του Δούναβη βλέπουμε M, V , W, Χ και άλλα παρόμοιου είδους σχήματα. Ανάλογα σύμβολα έχουν βρεθεί και σε σφραγίδα που βρέθηκε στην περιοχή των Γιαννιτσών. Εξ άλλου ο καθηγητής Γ. Χ. Χουρμουζιάδης σε βιβλίο του για το Δισπηλιό Καστοριάς παραθέτει σύμβολα που ανακάλυψε εκεί σε ξύλινη πινακίδα που τα δείχνει ως παρόμοιου τύπου με κάποια γράμματα της γραμμικής Α και με σύμβολα παλαιοευρωπαϊκών πήλινων πινακίδων. Φυσικά τα γράμματα της πινακίδας, όπως και τα γράμματα παλαιοευρωπαϊκών πινακίδων είναι σύμβολα προβαθμίδων γραφής και δεν παριστάνουν ήχους συλλαβών αλλά πιθανώς παριστάνουν έννοιες ως έννοιες και όχι γλωσσικούς ήχους. Εδώ απλά επισημαίνουμε και πάλι ότι τα γραφήματα των γραμμάτων γνωστών συστημάτων γραφής έχουν στενή σχέση με παλαιότατα σύμβολα προβαθμίδων γραφής. Η πινακίδα του Δισπηλιού χρονολογείται πριν το 5000 π.Χ..



Η γραφή γραμμική Β

Αν και υπάρχει το ενδεχόμενο η γραμμική Α να χρησιμοποιήθηκε τελικά και για τη γραφή της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας, η γραμμική Β αποτελεί την παλαιότερη γνωστή γραφή της και το πρώτο σύστημα γραφής που δημιουργήθηκε από Έλληνες για τη γραφή της γλώσσας τους. Δημιουργήθηκε από τους Μυκηναίους Έλληνες και αποτελεί προσαρμογή της γραμμικής Α στην ελληνική γλώσσα. Οι Έλληνες από τους Μινωίτες έμαθαν να γράφουν. Η διαφοροποίηση όμως της γραφής δείχνει και διαφορετική γλώσσα.

Η ελληνική γλώσσα διαμορφώθηκε από πρωτοινδοευρωπαϊκά φύλλα που είχαν εγκατασταθεί στον σημερινό ελλαδικό χώρο από την ύστερη παλαιολιθική εποχή (25000 χρόνια περίπου πριν από σήμερα). Η γλώσσα αυτή δέχτηκε επιδράσεις από την έλευση στον ελλαδικό χώρο κατά τη νεολιθική εποχή (7000 π.Χ), νέων ινδοευρωπαϊκών φύλλων από τη Μικρά Ασία που ήταν φορείς της νεολιθικής οικονομίας (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και αναφέρονται ως Πελασγοί. Πελασγός σημαίνει ανθισμένο κλαδί και οι Πελασγοί συσχετίζονται με την άνθηση, την καρποφορία και τη βελτίωση της διατροφής. Ήρθαν περισσότεροι άντρες και λιγότερες γυναίκες. Στον  στερεοελλαδικό χώρο αφομοιώθηκαν γλωσσικά από τον υπάρχοντα πληθυσμό. Άφησαν γλωσσικά ίχνη στα τοπωνύμια όπως κατά τους νεώτερους χρόνους συνέβη με τους Σλάβους που εισέδυσαν στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι Πελασγοί εισήγαγαν στα τοπωνύμια ονόματα που  εμφανίζουν προς την κατάληξη  -σσ-, -ττ-, -νθ-, -μν- και -νδ-.  
Στην Κρήτη μετοίκησαν κατά την ίδια περίοδο (7000 π.Χ.) άλλα ινδοευρωπαϊκά πρωτοανατολιακά φύλλα που δεν αφομοιώθηκαν γλωσσικά και διαμόρφωσαν με τον καιρό τη γλώσσα που από το 2000 π.Χ. περίπου καταγράφτηκε με τις μινωικές γραφές.
Κατά τη δεύτερη π.Χ. χιλιετία η ελληνική δέχτηκε γλωσσικές επιδράσεις και δανείστηκε λέξεις από από τη Μινωική γλώσσα.


Η γραμμική Β χρησιμοποιήθηκε αποδεδειγμένα περίπου από το 1400 μέχρι τον δωδέκατο αιώνα π.Χ.. Το παλαιότερο όμως δείγμα της γραμμικής Β  προέρχεται από ένα σχεδόν κυκλικό βότσαλο μεγάλης διαμέτρου 5 περίπου εκατοστών και μέγιστου πάχους 1,6 εκατοστών που βρέθηκε το 1994 κοντά στην Ολυμπία, στη θέση Αγριλίτσες του χωριού Καυκανιά, στο στρώμα των ερειπίων ενός κτίσματος που χρονολογείται με σιγουριά ως κτήριο του 1650 π.Χ. περίπου.
Πάνω του υπάρχουν τρεις λέξεις σε γραφή γραμμική Β. Η μία είναι η λέξη Χάροψ, εκείνος που έχει χαρούμενη όψη, λέξη γνωστή από την Ιλιάδα αφού έτσι ονομαζόταν ο πατέρας του Νηρέα του βασιλιά της Σύμης, ο κάλλιστος ανήρ μετά τον Αχιλέα κατά τον Όμηρο. Οι άλλες δύο είναι άγνωστο το τι σημαίνουν, αλλά εμφανίζονται και σε μεταγενέστερες επιγραφές της γραμμικής Β από την Πύλο και από την Κνωσό. (Ιωάννη Προμπονά: Μυκηναϊκή γραφή-γλώσσα, Ιστορία των Ελλήνων τόμος 1, εκδόσεις ΔΟΜΗ  και Θεόδωρου Γιαννόπουλου: Πόθεν και πότε οι Έλληνες; σελ.129, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2012 ).
Η γραμμική Β χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα και μετά τον δωδέκατο π.Χ. αιώνα από εμπόρους που ταξίδευαν με πλοία και κρατούσαν καταστάσεις των εμπορευμάτων τους, των προμηθευτών, των παραληπτών και των τιμών. Γραφόταν "εν πίνακι πτυκτώ", πάνω δηλαδή σε ξύλινο δίπτυχο που στις εσωτερικές επιφάνειες των φύλλων του υπήρχε κοιλότητα που τη δημιουργούσε ορθογώνιο περιχείλωμα. Την κοιλότητα άλειφαν με κερί και πάνω στο κερί "έγραφαν" με μυτερό αντικείμενο.


Το αρχαιότερο γνωστό "τετράδιο" στον κόσμο. Τα δύο ξύλινα φύλλα ήταν συνδεδεμένα με 
μηχανισμό περιστροφής κατασκευασμένο από ελεφαντοστό. Βρέθηκε σε πλοίο της 
μυκηναϊκής εποχής βυθισμένο κοντά στο ακρωτήριο της Λυκίας Uluburun (απέναντι 
από το Καστελόριζο). Το φορτίο του περιελάμβανε μεταξύ πολλών άλλων χαλκό 
και κασσίτερο προφανώς από την Κύπρο στην αναλογία του ορείχαλκου. Τα σκεύη 
καθημερινής χρήσης (στο πλοίο), ήταν κυρίως μυκηναϊκά. Η ομηρική φράση 
"γράψας εν πίνακι πτυκτώ  ... σήματα λυγρά" (λυγρά = άθλια, ολέθρια), 
δεν ήταν αναχρονισμός.

Στην εγκυκλοπαίδεια "Britannica" (άρθρο Writing) υπογραμμίζεται ότι η γραμμική Β ήταν το πρώτο σύστημα γραφής που απέδωσε με συνέπεια όλους τους συλλαβικούς ήχους μιας γλώσσας (της ελληνικής μυκηναϊκής γλώσσας). Πιθανόν αυτό το χαρακτηριστικό να προερχόταν από τη μη αποκρυπτογραφημένη μινωική γραμμική Α που όμως ήταν γραφή άλλης γλώσσας.  Στις προηγούμενες της γραμμικής Β αποκρυπτογραφημένες συλλαβικές γραφές δεν υπήρχαν γράμματα για όλες τις συλλαβές και η γραπτή απόδοση συλλαβών για τις οποίες δεν υπήρχε γράμμα γινόταν κατά τρόπο ασαφή και ασυστηματοποίητο, διευκρινίζεται στην εγκυκλοπαίδεια. 

Η γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε τον Ιούνιο του 1952 από το Βρετανό αρχιτέκτονα Μάικλ Βέντρις (Μ. Ventris). Ο Βέντρις βασίστηκε κατά ένα μέρος στην έρευνα της πρόωρα χαμένης Αμερικανίδας αρχαιολόγου Alice Kober για τα γένη και τις κλίσεις των ονομάτων που είχαν καταγραφεί στις μυκηναϊκές πινακίδες της Κρήτης. Η σχετική ανακοίνωση έγινε στις 24 Ιουνίου και μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο του BBC.
"Κατά τις τελευταίες εβδομάδες κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι πινακίδες της Κνωσού και της Πύλου πρέπει τελικά να είναι γραμμένες στην ελληνική γλώσσα, φυσικά σε μια δύσκολη και αρχαϊκή ελληνική αφού είναι 500 χρόνια αρχαιότερη από τον Όμηρο και καταγεγραμμένη σε μια ατελή μορφή, παρ' όλα αυτά όμως ελληνική."
Λίγα χρόνια αργότερα η διεθνής κοινότητα είχε πεισθεί για την ορθότητα της αποκρυπτογράφησης του Βέντρις. Κάποιες πληροφορίες σχετικές με την επιβεβαίωση της ορθότητας της αποκρυπτογράφησης του Βέντρις θα βρείτε στην ανάρτηση "Αλφάβητο, αλφαβητική γραφή και είδη γραφής" στη σημείωση 3 του τίτλου 3 της ανάρτησης. 
Το 1956 ο Βέντρις και ο επίσης Βρετανός ελληνιστής Τζον Τσάντγουικ παρουσίασαν από κοινού τα αποτελέσματα της ανάγνωσης των πινακίδων στο έργο τους "Μνημεία της Μυκηναϊκής Ελληνικής". Την ίδια χρονιά ο Βέντρις σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Έχουν σωθεί σχεδόν 6000 ευρήματα με κείμενα της γραμμικής Β που προέρχονται από 17  θέσεις.
Με την Γραμμική Β δεν καταγράφτηκαν οι ελληνικές διάλεκτοι της Μυκηναϊκής εποχής και η γλώσσα που καταγράφεται δεν ταυτίζεται με καμία από τις διαλέκτους των ιστορικών χρόνων. Τα κείμενα είναι ομοιογενή αν και εκτείνονται σε μεγάλη χρονική περίοδο και προέρχονται από διαφορετικές περιοχές. Φαίνεται να καταγράφουν ένα τεχνητό ιδίωμα που ονομάστηκε κανονική Μυκηναϊκή και παραπέμπει σε πιο πρώιμη φάση της ελληνικής. Το ίδιο πάνω κάτω ισχύει και για την ομηρική γλώσσα  στην οποία όμως χρησιμοποιούνται περισσότερα στυλ και χρησιμοποιούνται και λεκτικοί και συντακτικοί τύποι ακόμη παλαιότεροι. 

Η γραμμική Β περιλαμβάνει 91 γραμμικά φωνητικά σύμβολα εκ των οποίων 86 παριστάνουν συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν, ενώ τα υπόλοιπα πέντε είναι σύμβολα συλλαβών του τύπου φωνήεν1. Πενήντα περίπου από τα γράμματά της είναι ίδια, τουλάχιστον κατά το σχήμα, με γράμματα της γραμμικής Α.

Η χρησιμοποίηση γραμμάτων στη γραμμική Β για τα πέντε φωνήεντα, έστω μόνο για τις περιπτώσεις που τα φωνήεντα σχημάτιζαν μόνα τους συλλαβή, δείχνει ότι οι Έλληνες είχαν αναγνωρίσει τους φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους ως ιδιαίτερους ήχους, γεγονός που διευκόλυνε την ανάλυση του ήχου των υπόλοιπων συλλαβών σε απλούς ήχους και αυτό δημιουργούσε μια πρώτη γέφυρα με το αλφάβητο. 

Ακόμη τόσο στη γραμμική Β όσο και στο κυπριακό συλλαβάριο υπήρχαν πέντε γράμμτα για τις φωνηεντικές συλλαβές. Αργότερα στα πρώτα ελληνικά αλφάβητα πέντε γράμματα παρίσταναν φωνήεντα, και αυτό παρά το γεγονός ότι στην ελληνική μεταμυκηναϊκή γλώσσα υπήρχαν περισσότεροι από πέντε  φωνηεντικοί φθόγγοι (Μανώλης Ανδρόνικος).
Αυτό δείχνει μια άμεση σχέση αυτών των γραφών με το αλφάβητο. Ας σημειωθεί ότι τα πέντε αυτά γράμματα παρίσταναν και στα αλφάβητα,  τους φθόγγους που αντιστοιχούσαν  στις πέντε φωνηεντικές συλλαβές της γραμμικής Β και του κυπριακού συλλαβαρίου.  (Μανώλης Ανδρόνικος).

Ο Woodard μελετώντας τις ελληνικές γραφές από το ξεκίνημά τους, ανακάλυψε ότι η ορθογραφία της γραμμικής Β επιτρέπει τη γραπτή απόδοση και ακριβή ανάγνωση συμπλεγμάτων διαδοχικών συμφώνων σε ενδιάμεσες συλλαβές και επισημαίνει ότι αυτό το γεγονός δημιουργεί μία ακόμη γέφυρα μεταξύ της Γραμμικής Β και του Αλφαβήτου (Roger D. Woodard: Greek Writing from Knossos to Homer, 1997).
Ένα άλλο γνώρισμά της ήταν ότι συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν γράφονταν με το ίδιο γράμμα αν περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν και οποιοδήποτε από τα σύμφωνα κ, γ, χ (ουρανικά σύμφωνα). Το ίδιο συνέβαινε και για συλλαβές που περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν και οποιοδήποτε από τα σύμφωνα π, β, φ (χειλικά σύμφωνα).


Tα χαρακτηριστικά της γραμμικής Β που δημιουργούσαν δυνατότητα περάσματος στο αλφάβητο. πέρασαν στο κυπριακό συλλαβάριο και εξελίχθηκαν περαιτέρω. 

Η γραμμική Β περιελάμβανε και 160 περίπου λογογράμματα που αποτελούσαν λογιστικά και αριθμητικά σύμβολα. Κατατάσσεται ωστόσο στα καθαρά συλλαβικά συστήματα γραφής.

Σημειώσεις

1. Οι Μυκηναίοι είχαν ανάγκη χρήσης φωνηεντικών γραμμάτων γιατί έγραφαν συλλαβικά και στην Ελληνική γλώσσα τα φωνήεντα σχηματίζουν και μόνα τους συλλαβές, και χρειάζονταν γράμματα για να τις γράφουν.

Δεν θα μπορούσαν να γράψουν τη γλώσσα τους χωρίς αυτά τα γράμματα. Στη Μυκηναϊκή Γραμμική Β για να γράψουμε τη λέξη αέριο, θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή α, στη συνέχεια ένα γράμμα διαφορετικό από το πρώτο, που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ε, και ένα τρίτο γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ρι και τέλος ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ο. Τέσσερις διαφορετικές συλλαβές, ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, σύνολο τέσσερα διαφορετικά γράμματα. Στη Γραμμική Β τα σύμβολα για τα φωνήεντα χρησιμοποιούντο μόνον όταν τα φωνήεντα σχημάτιζαν μόνα τους ακέραιο συλλαβικό ήχο γεγονός που επιβεβαιώνει το συλλαβικό χαρακτήρα της γραφής. Με τη φοινικική γραφή, από τις 4 συλλαβές της λέξεως αέριο ήταν δυνατόν να γραφεί μόνο η συλλαβή ρι. Δεν υπήρχαν γράμματα στη φοινικική γραφή για την γραφή των φωνηεντηκών συλλαβών α, ε, ο, γιατί στη φοινικική γλώσσα τα φωνήεντα αυτά, όπως και όλα τα φωνήεντα, δεν σχημάτιζαν συλλαβές μόνα τους και οι Φοίνικες με κάθε γράμμα έγραφαν κάθε φορά μια συλλαβή έστω κι αν κάθε  γράμμα το χρησιμοποιούσαν για να γράψουν μία οποιαδήποτε από τρεις ή και περισσότερες συλλαβές. 




Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή (κυπριακό συλλαβάριο)

Οι αρχαιότερες κυπριακές γραφές χρονολογούνται από το 1600 π.Χ. και αποδίδουν μια ομάδα γραφών που καλούνται κυπρομινωικές. Λόγω ομοιότητας των γραμμάτων, θεωρείται ότι οι γραφές αυτές κατάγονται από τη μινωική γραμμική Α και από αυτή την υπόθεση προέρχεται η ονομασία τους. Αναφέρονται τρεις κυπρομινωικές γραφές Ι, ΙΙ και ΙΙΙ που δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί και είναι πολύ πιθανό κάθε μία από τις τρεις να χρησιμοποιήθηκε για μια διαφορετική γλώσσα.

Οι κυπρομινωικές ΙΙ και ΙΙΙ είναι γνωστές από ντοκουμέντα του δέκατου τρίτου π.Χ. αιώνα που βρέθηκαν στην Κύπρο στην Παλαιστίνη και στην Ουγκαρίτ.

Η κυπρομινωική Ι χρησιμοποιήθηκε πιθανώς από τα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα μέχρι το δωδέκατο π.Χ. αιώνα. Γράμματά της είναι παρόμοια με γράμματα των μετέπειτα αλφαβητικών γραφών.


Πινακίδα με γραφή Κυπρομινωική Ι του 16ου αιώνα π.Χ.. Από την Κυπρομινωική Ι προήλθε η ελληνική κυπριακή γραφή.  Διακρίνονται πολλοί χαρακτήρες παρόμοιοι με τους αλφαβητικούς



Κατά τον 11ο π.Χ. αιώνα Μυκηναίοι Έλληνες άποικοι στην Κύπρο καταγόμενοι από την Αρκαδία, διαμόρφωσαν από την κυπρομινωική Ι μία νέα γραφή, το κυπριακό συλλαβάριο ή αλλιώς τη συλλαβική γραφή των Ελλήνων της Κύπρου, για να γράφουν τη δική τους αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, μια διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας.
Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή αποτέλεσε έτσι το δεύτερο γνωστό ελληνικό σύστημα γραφής.

Είναι γραφή καθαρά συλλαβική. Περιλαμβάνει 56 γράμματα. Πέντε από αυτά παριστάνουν συλλαβές του τύπου φωνήεν όπως και στη Γραμμική Β. Τα υπόλοιπα παριστάνουν συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν. Στην ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή η λέξη κακία θα γραφόταν με τρία αλλά διαφορετικά μεταξύ τους γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή.
Όμως ο  ήχος [Ξ] αν και σύμπλεγμα δύο συμφώνων ( [Ξ] = [ΚΣ] ), εθεωρείτο ως απλός ήχος και η συλλαβή [ΞΑ] γραφόταν με ένα γράμμα, ως συλλαβή του τύπου σύμφωνο + φωνήεν. Αυτό διευκόλυνε την αναγνώριση συμπλεγμάτων συμφώνων στην αρχή των λέξεων. Η συνήθεια αυτή πέρασε και στην αλφαβητική γραφή. Ο ήχος [Ξ] αν και σύνθετος γράφεταιμε ένα γράμμα.

Ας σημειωθεί ότι στην Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή δεν υπήρχε διάκριση άηχων, ηχηρών και δασέων συμφώνων. Αυτό σημαίνει ότι οι συλλαβές κα , γα, χα που σχηματίζονται από το άηχο ουρανικό κ ή το ηχηρό ουρανικό γ ή το δασύ ουρανικό χ (χ = κh) και το ίδιο φωνήεν (εδώ το α), γράφονταν με το ίδιο γράμμα. Ανάλογα ισχύουν και για την ομάδα ταν χειλικών  β, φ όταν σχηματίζουν συλλαβή με το ίδιο φωνήεν και επίσης με την ομάδα των οδοντικών συμφώνων τ, δ, θ.

Η τεχνική αυτή κατάταξης των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες που συμβολίζονταν με το ίδιο γράμμα ήταν πιο σύνθετη και πιο επεξεργασμένη από την τεχνική που είχε υιοθετηθεί από αιγυπτιακό πρότυπο στις σημιτικές γραφές και εισήγαγε σημαντικά μικρότερου βαθμού αμφιβολία κατά την ανάγνωση σε σχέση πάντα με το βαθμό αμφιβολίας που εδημιουργείτο κατά την ανάγνωση των σημιτικών γραφών.
Η Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή γραφόταν όμως με 56 γράμματα, ενώ η Ουγκαριτική με 30 και η φοινικική με 22. Η Ουγκαριτική γραφή δεν ήταν γνωστή στους Έλληνες των σκοτεινών χρόνων. 

Εκτός από τα φωνήεντα και τη μη διάκριση άηχων, ηχηρών και δασέων συμφώνων, στοιχείο που προερχόταν από τη γραμμική Β ήταν η διατήρηση και η βελτίωση μιας «ορθογραφίας» που επέτρεπε τη γραπτή απόδοση και ακριβή ανάγνωση συμπλεγμάτων διαδοχικών συμφώνων. Η βελτίωση αφορά την επινόηση μηχανισμών για την καταγραφή τόσο του πρώτου συμφώνου που εμφανίζεται στην αρχή συμπλέγματος συμφώνων στην αρχή των λέξεων, όσο και των τελικών συμφώνων των λέξεων. Βελτίωση πρέπει να θεωρηθεί επίσης η διάκριση των συμφώνων [Λ] και [Ρ], η μείωση του συνολικού αριθμού των γραμμάτων σε 56 και η βελτίωση της μορφής τους. Τα γράμματα της ελληνικής κυπριακής γραφής ήταν πλήρως γραμμικά, απλά, σαφή, αμέσως διακριτά και αναγνωρίσιμα και έδιναν όμορφη εμφάνιση στα κείμενα.
Ο Powell στο βιβλίο Homer and the Origin of the Greek Alphabet 1991, αναφέρει ότι το κυπριακό συλλαβάριο είναι ένα σύστημα γραφής με καλοσχεδιασμένα γράμματα, καθαρά φωνητικό, αξιοθαύμαστης απλότητας και καθαρότητας, ένα μεγάλο επίτευγμα στην ιστορία της γραφής. Σε αντίθεση με τη φοινικική γραφή που παρίστανε ατελώς και με αμφίβολο τρόπο τους συλλαβικούς ήχους, η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή γράφει ο Powell, λίγο υστερούσε από το αλφάβητο στην ακρίβεια της απόδοσης των ήχων της Ελληνικής (Barry Powell: Homer and the Origin of the Greek Alphabet, 1991). Σε σχέση όμως με το  αλφάβητο, στερούσε σημαντικά σε απλότητα και σε πληρότητα.



Τα γράμματα που χρησιμοποιήθηκαν στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή και η ηχητική τους αξία. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδα 155)


Επιγραφή με ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή. (Ignace Gelb: A Study of Writing, σελίδα 155)

Όσον αφορά περαιτέρω ενδείξεις για τη σχέση του κυπριακού συλλαβαρίου με το αλφάβητο πέραν εκείνων που αναφέρθηκαν, ο Woodard συμπέρανε ότι
- η επιλογή στο ελληνικό αλφάβητο των φθόγγων και των γραμμάτων που αντιστοιχήθηκαν στα φοινικικά συριστικά γράμματα, η οποία φαίνεται στους ερευνητές περίπλοκη, μπερδεμένη και προβληματική, γίνεται εύλογη αν γίνει δεκτό ότι ο επινοητής του αλφαβήτου ήταν εξοικειωμένος με την ορθογραφική παράδοση της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής.
Πέρα από αυτά ο Woodard συμπέρανε ότι
- τα χαρακτηριστικά γραμμάτων του αλφαβήτου που έχουν οδηγήσει μερικούς ερευνητές να μετακινήσουν τις αρχές του σε πολύ πρώιμη εποχή (μέχρι και το 1500 π.Χ.), εξηγούνται απλά και χωρίς μετακίνηση του χρόνου δημιουργίας του, μόνο με την υπόθεση ότι η επινόηση του έγινε από άνθρωπο εκπαιδευμένο στη χρήση αυτής της γραφής.

Ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι σε όλα τα αλφάβητα υπάρχει ιδιαίτερο γράμμα για τον ήχο [Ξ] αν και ο ήχος [Ξ] δεν είναι φθόγγος αλλά διπλός ήχος ( [Ξ] = [Κ + Σ] ) και επομένως θα μπορούσε να γραφεί ως ΚΣ. Στα ευβοϊκά αλφάβητα χρησιμοποιήθηκε το γράμμα Χ ενώ σε άλλα αλφάβητα το γράμμα Ξ. Στο κυπριακό συλλαβάριο εξ αιτίας του τρόπου που χρησιμοποιούσαν για την καταγραφή συμπλεγμάτων συμφώνων, ήταν αναγκαίο να καταγράφονται οι ήχοι [ΚΣ + Φωνήεν] σαν να ήταν ο ήχος [ΚΣ] απλός. Έτσι είχαν επιλέξει να παριστάνει  γράμμα που μοάζει με το Χ τη συλλαβή [ΞΑ] = [ΚΣΑ] και αυτό εξηγεί τη χρησιμοποίηση στα αλφάβητα ενός γράμματος για τον σύνθετο ήχο [ΚΣ] και μάλιστα του γράμματος Χ για τα ευβοϊκά και από εκεί για όλα τα δυτικά αλφάβητα.
Ο επινοητής του αλφαβήτου ήταν χρήστης της ελληνικής κυπριακής συλλαβικής γραφής συμπεραίνει ο Roger D. Woodard.


Ας σημειωθεί ότι περίπου δέκα από τα γράμματά του κυπριακού συλλαβαρίου αναγνωρίζονται ως παρόμοια γραμμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στα ελληνικά αλφάβητα. 
Η ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο μέχρι τον τέταρτο π.Χ. αιώνα. Σώζονται σχεδόν 500 ελληνικά κείμενα γραμμένα με αυτήν τη γραφή.




Παραδείγματα γραφής και ανάγνωσης σε  προαλφαβητικές γραφές αφ' ενός και στην αλφαβητική γραφή αφ' ετέρου

Ας διευκρινίσουμε το πώς γράφεται και διαβάζεται κάτι στις γραφές που έχουν αναφερθεί στη συζήτηση αυτού του άρθρου. Θα αρχίσουμε παραθέτοντας πώς θα γράφαμε και πώς θα διαβάζαμε σε αυτές τις γραφές, τη λέξη ''κακό'' και τη λέξη “κακία”.

Για να γράψουμε τη λέξη κακό στη γραμμική Α θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'' και στη συνέχεια ένα γράμμα, διαφορετικό από το πρώτο, που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κο''. Σύνολο δύο γράμματα, ένα γράμμα για κάθε συλλαβή. Δεν ξέρουμε ποια είναι αυτά τα γράμματα, ξέρουμε όμως ότι υπάρχουν. Ξέρουμε ότι στη γραμμική Α χρησιμοποιούσαν 90 περίπου συλλαβογράμματα, που σχεδόν όλα είχαν μονοσήμαντη ανάγνωση. Υπάρχει σήμερα πλήρης πίνακας όλων των γραμμάτων, δεν είναι όμως γνωστό το ποιος συλλαβικός ήχος αντιστοιχούσε σε κάθε γράμμα. Αν κάποιος γνώριζε αυτήν την αντιστοιχία θα μπορούσε να διαβάσει χωρίς δυσκολία ένα κείμενο γραμμένο με αυτή τη γραφή. Θα έπρεπε όμως να θυμάται και να αναγνωρίζει αμέσως τα γράμματα-σύμβολα 90 περίπου συλλαβικών ήχων.

Ανάλογα θα γράφαμε και τη λέξη ΚΑΚΙΑ. Θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'', στη συνέχεια ένα γράμμα, διαφορετικό από το πρώτο, που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κι'' και τέλος ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''α''. Ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, σύνολο τρία γράμματα. Στη γραμμική Α θεωρείται βέβαιο ότι υπήρχαν σύμβολα για φωνήεντα που χρησιμοποιούντο όμως μόνο όταν τα φωνήεντα σχημάτιζαν μόνα τους ακέραιο συλλαβικό ήχο. Το σύμβολο του συλλαβικού ήχου [α] όμως δεν είχε καμιά σχέση με το σύμβολο του συλλαβικού ήχου [κα].

Για τη γραμμική Β΄ ισχύουν ακριβώς όσα αναφέρουμε στη συνέχεια για την ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή.

Στην σφηνοειδή ουγκαριτική γραφή θα γράφαμε με παρόμοιο τρόπο. Για τη λέξη ΚΑΚΟ θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'' και στη συνέχεια ένα γράμμα , που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κο''. Σύνολο δύο γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή. Επειδή όμως στις σημιτικές γραφές οι συλλαβές που διέφεραν μόνο κατά το φωνήεν τους γράφονταν με το ίδιο γράμμα, τα δύο γράμματα θα ήταν όμοια. Το ίδιο γράμμα που θα χρησιμοποιούσαμε αν γράφαμε και οποιαδήποτε από τις συλλαβές ''κε, κι, κου, κ.'' (Στις σημιτικές γλώσσες κάποια σύμφωνα μπορούν να σχηματίζουν μόνα τους συλλαβή.)
Η γραφή στην ουγκαριτική γραφή ήταν απλούστερη από ότι στις γραμμικές Α και Β αφού εξ αιτίας της χρησιμοποίησης του ίδιου γράμματος για πολλούς συλλαβικούς ήχους ο γράφων χρειαζόταν να θυμάται μικρό αριθμό γραμμάτων (27+3 στην ουγκαριτική, 22 στη φοινικική γραφή). Ο αναγνώστης όμως δεν μπορούσε να ξέρει αν με τα δύο όμοια γράμματα θα έπρεπε να διαβάσει τη λέξη ΚΑΚΟ ή τη λέξη ΚΟΚΑ ή ακόμη κάποια από τις λέξεις ΚΟΚΟ, ΚΑΚΑ, ΚΙΚΟ, ΚΑΚΗ, ΚΟΥΚΙ, ΚΕΚΕ, ΚΟΥΚΟ, ΚΟΥΚΑ ΚΙΚΗ και άλλες, αφού όλες αυτές οι λέξεις γράφονταν ακριβώς όπως η λέξη ΚΑΚΟ. Και είναι φανερό ότι όλες οι λέξεις παρουσίαζαν δυσκολία ανάγνωσης και ότι οι άγνωστες λέξεις ήταν αδύνατο να διαβαστούν.

Και για τη λέξη ΚΑΚΙΑ θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''κα'', στη συνέχεια ξανά το ίδιο γράμμα, για να διαβαστεί ως η συλλαβή ''κι'' και τέλος ένα γράμμα που είχε μονοσήμαντη ανάγνωση και θα διαβαζόταν ως η συλλαβή ''α''. Ένα γράμμα για κάθε συλλαβή, σύνολο τρία γράμματα.
Όμως η πρώτη συλλαβή για παράδειγμα θα μπορούσε να διαβαστεί και κου (και όχι μόνο). Έτσι η λέξη κακία θα ήταν δυνατό να διαβαστεί και ως κουκία.
Τώρα αν τα γράμματα της ουγκαριτικής γραφής παρίσταναν τα μεν 27 τα σύμφωνα, δηλαδή το συμφωνικό μέρος των συλλαβικών ήχων και τα άλλα 3 τα φωνήεντα , δηλαδή το φωνηεντικό μέρος των συλλαβικών ήχων όπως κάποιοι καλόπιστα ή κακόπιστα ισχυρίζονται, τότε τη λέξη κακία θα την έγραφαν με πέντε γράμματα. Τη συλλαβή κα θα την έγραφαν με δύο γράμματα που θα συμβόλιζαν τους φθόγγους [κ] και [α]. Τα γράμματα για τους φθόγγους [κ] και [α] υποτίθεται ότι τα είχαν.
Αν έτσι έγραφαν, θα έγραφαν πράγματι αλφαβητικά. Όμως έγραφαν με τον τρόπο που στην προηγούμενη παράγραφο περιγράψαμε, δηλαδή έγραφαν συλλαβικά. Έγραφαν και διάβαζαν ένα γράμμα για κάθε συλλαβή. Δεν είχαν αναλύσει τους ήχους των συλλαβών στους υποκείμενους απλούς συμφωνικούς και φωνηεντικούς ήχους από τους οποίους αποτελούνται και επομένως δεν ήξεραν ούτε σύμφωνα ούτε φωνήεντα.

Για τη φοινικική γραφή γαι τη λέξη ΚΑΚΟ ισχύουν ακριβώς τα ίδια. Θα γράφαμε δύο όμοια  γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή, και η ανάγνωση θα ήταν πολύ αμφίβολη γιατί κάθε γράμμα εχρησιμοποιείτο για τη γραφή πολλών συλλαβών. Τα γράμματα όμως της Φοινικικής ήταν γραμμικά, ευκολοσχεδίαστα και εύκολα αναγνωρίσιμα όπως και τα γράμματα των γραμμικών Α και Β, ενώ αντιθέτως τα γράμματα της Ουγκαριτικής γραφής σχηματίζονταν με ομάδες μικρών σφηνών ήταν δυσκολοσχεδίαστα και ήταν αρκετά πιο δύσκολο το να διακρίνεται το ένα από το άλλο.
Τώρα για τη λέξη ΚΑΚΙΑ θα γραφόταν ένα γράμμα για τη συλλαβή ''κα'' και το ίδιο γράμμα για τη συλλαβή ''κι''. Σύνολο δύο γράμματα. Δεν υπήρχε γράμμα για να γραφεί η συλλαβή "α"
Στις σημιτικές γλώσσες τα φωνήεντα δεν σχηματίζουν συλλαβικούς ήχους μόνα τους, και επειδή τα γράμματα στις σημιτικές γραφές συλλαβικούς ήχους παρίσταναν, δεν υπήρχαν γράμματα για φωνηεντικές συλλαβές . Στις σημιτικές γραφές υπήρχαν γράμματα μόνο για συλλαβές που σήμερα θα τις ονομάζαμε συλλαβές του τύπου σύμφωνο ή σύμφωνο+φωνήεν γιατί στις σημιτικές γλώσσες μόνο τέτοιες συλλαβές υπάρχουν.
Η έλλειψη γραμμάτων για τις φωνηεντικές συλλαβές δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα για τη γραφή και ανάγνωση γλωσσών όπως η ελληνική. Κατά την ανάγνωση, ο αναγνώστης θα έπρεπε να σκέπτεται και την περίπτωση να είναι οι συλλαβές περισσότερες από τα γράμματα με τα οποία γραφόταν η λέξη. Η λέξη κακία θα γραφόταν με δύο όμοια γράμματα ακριβώς όπως και η λέξη κακό και ακριβώς όπως και η λέξη ακακία. Σχεδόν είκοσι λέξεις δισύλλαβες, τρισύλλαβες και τετρασύλλαβες θα γράφονταν όπως και η λέξη κακία.

Και η πεντασύλλαβη λέξη διαφάνεια θα γραφόταν με τρία γράμματα, η τετρασύλλαβη λέξη διάνοια θα γραφόταν με δύο γράμματα ενώ η τρισύλλαβη λέξη όμοιο θα γραφόταν με ένα γράμμα. Με ένα γράμμα θα γραφόταν και η λέξη αέριο και με τρία γράμματα η λέξη αεροπορία. Η εξασύλλαβη λέξη αδιαφάνεια θα γραφόταν ακριβώς όπως η λέξη διαφάνεια με τρία γράμματα. Και αυτό φυσικά έκανε τη φοινικική γραφή εντελώς ακατάλληλη για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας. Εδώ θυμηθείτε πόσες λέξεις στις γλώσσες που γράφονται αλφαβητικά έχουν σχηματισθεί με τα προθήματα α-, αν-, ανα-, απο-, εκ-, επι-, αυτ-, αυτο-, αρχι- αρχε- και πόσες έχουν σχηματισθεί με τις καταλήξεις -ιος, -ια, -ασμα , -ισμα και άλλες. Οι Έλληνες είχαν γνωρίσει και γνώριζαν επί μακρόν τη φοινικική γραφή αλλά δεν δοκίμασαν ποτέ να τη χρησιμοποιήσουν.


Στην γραμμική Β και στην ελληνική κυπριακή συλλαβική γραφή για τη λέξη ΚΑΚΟ θα γράφαμε πρώτα ένα γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή κα και στη συνέχεια ένα διαφορετικό γράμμα που θα διαβαζόταν ως η συλλαβή κο. Σύνολο δύο διαφορετικά γράμματα, ένα για κάθε συλλαβή.
Το γράμμα που παριστάνει τη συλλαβή κα θα μπορούσε να διαβαστεί είτε [κα] είτε [γα] είτε [χα], αφού οι τρεις αυτοί συλλαβικοί ήχοι γράφονταν με το ίδιο γράμμα αφού αποτελούνται από ουρανικά σύμφωνα και το ίδιο φωνήεν. Ανάλογα το γράμμα που παρίστανε τη συλλαβή κο θα μπορούσε να διαβαστεί είτε [κο] είτε [γο] είτε [χο]. Ότι γινόταν με τις συλλαβές του τύπου σύμφωνο + φωνήεν που περιελάμβαναν ένα από τα σύμφωνα [κ], [γ], [χ] και που συμβολίζονταν με το ίδιο γράμμα αν περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν, γινόταν και με τις συλλαβές που περιελάμβαναν ένα από τα σύμφωνα [π], [β], [φ] . Παριστάνονταν με το ίδιο γράμμα αν περιελάμβαναν το ίδιο φωνήεν. Και το ίδιο γινόταν με συλλαβές του ίδιου τύπου που περιελάμβαναν ένα από τα σύμφωνα  [δ], [θ]. Αυτά συνοψίζονται στη φράση «Στην Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή δεν υπήρχε διάκριση άηχων, ηχηρών και δασέων συμφώνων».
Η τεχνική αυτή κατάταξης των συλλαβών σε ηχητικά παρόμοιες που συμβολίζονταν με το ίδιο γράμμα ήταν πιο σύνθετη και πιο επεξεργασμένη από την τεχνική που είχε υιοθετηθεί από Αιγυπτιακό πρότυπο στις σημιτικές γραφές και εισήγαγε σημαντικά μικρότερου βαθμού αμφιβολία κατά την ανάγνωση σε σχέση πάντα με το βαθμό αμφιβολίας που εδημιουργείτο κατά την ανάγνωση των σημιτικών γραφών. Στην περίπτωση της λέξης κακό, θα μπορούσαμε να βεβαιωθούμε ότι αυτή τη λέξη πρέπει να διαβάσουμε, αφού οι λέξεις καχό, γακό, χακό, χαγό και οι παρόμοιες δεν υπάρχουν. Στη γραμμική Β όμως εχρησιμοποιούντο 91 γράμματα, στην Ελληνική Κυπριακή συλλαβική γραφή 56 ενώ στις Σημιτικές γραφές εχρησιμοποιούντο μόνο 22-30 γράμματα.

Για τη λέξη ΚΑΚΙΑ θα γράφαμε τρία γράμματα. Ένα για τη συλλαβή ''κα'', ένα διαφορετικό για τη συλλαβή ''κι'' και ένα τρίτο για τη συλλαβή ''α''. Το γράμμα που θα χρησιμοποιούσαμε για τη συλλαβή α καμμιά σχέση δεν είχε με το γράμμα που έδειχνε τη συλλαβή κα. Επειδή στην ελληνική γλώσσα τα φωνήεντα σχηματίζουν και μόνα τους συλλαβές , υπήρχαν στις ελληνικές συλλαβικές γραφές και γράμματα για φωνηεντικούς συλλαβικούς ήχους. Ακόμη ισχύουν φυσικά και όλα όσα έχουν αναφερθεί για τη μη διάκριση δασέων, ηχηρών και άηχων συμφώνων.

Στην αλφαβητική γραφή τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Γράφουμε πάλι πρώτα τη συλλαβή ''κα''. Αλλά δεν γράφουμε ένα γράμμα για κάθε συλλαβή. Αναλύουμε τον ήχο κάθε συλλαβής στους απλούς (μη διαιρετούς) ήχους από τους οποίους σχηματίζεται. Η συλλαβή ''κα'' αναλύεται στους απλούς ήχους [κ] και [α]. Έτσι για να γράψουμε τη συλλαβή ''κα'', γράφουμε το γράμμα σύμβολο του απλού ήχου [κ] και δίπλα του το γράμμα-σύμβολο του απλού ήχου [α]. Γράφουμε ένα γράμμα για κάθε απλό ήχο, δύο γράμματα για τη συλλαβή ''κα'', δύο γράμματα για τη συλλαβή “κο” και τέσσερα γράμματα για τη λέξη ΚΑΚΟ.

Σε κάθε γλώσσα υπάρχει μικρός αριθμός απλών μη διαιρετών ήχων και γι αυτό στις αλφαβητικές γραφές απαιτείται μικρός αριθμός γραμμάτων. Επιπλέον η περιγραφή του ήχου της συλλαβής με την αλφαβητική γραφή είναι ακριβής και αναμφίβολη. Ακόμη με αυτή τη γραφή είναι δυνατή η με ενιαίο και απλό τρόπο καταγραφή όλων ανεξαιρέτως των συλλαβικών ήχων οποιασδήποτε γλώσσας. Και κατά την ανάγνωση τα γράμματα δεν διαβάζονται ένα, ένα. Διαβάζονται κατά ομάδες γραμμάτων κάθε μια από τις οποίες συνιστά έναν ακέραιο συλλαβικό ήχο. Στο παράδειγμα που παρουσίασα έγινε φανερό ότι στις πέντε μη αλφαβητικές γραφές που εξετάσαμε γραφόταν ένα γράμμα για κάθε συλλαβή και αυτό ήταν γενικός κανόνας για τις συλλαβικές γραφές.
Ακόμη στην αλφαβητική γραφή η χρήση γραμμάτων για τα φωνήεντα είναι απολύτως απαραίτητη για όλες ανεξαιρέτως τις γλώσσες. Στην αλφαβητική γραφή οι συλλαβές γράφονται με τα γράμματα που δείχνουν τους απλούς ήχους από τους οποίους οι συλλαβές αποτελούνται. Τα γράμματα κάθε συλλαβής τα γράφουμε με τη σειρά εκφοράς των ήχων που παριστάνουν. Οι συλλαβές όμως σε όλες ανεξαιρέτως τις γλώσσες αποτελούνται εν γένει και από συμφωνικούς και από φωνηεντικούς ήχους και επομένως στις αλφαβητικές γραφές είναι απαραίτητη η χρήση και συμφωνικών και φωνηεντικών γραμμάτων.

Για να γράψουμε τη λέξη κακία με την αλφαβητική γραφή γράφουμε ένα γράμμα για κάθε φθόγγο της συλλαβής ''κα'', ένα γράμμα για κάθε φθόγγο της συλλαβής ''κι'' και ένα γράμμα για κάθε φθόγγο της συλλαβής ''α''. Σύνολο πέντε γράμματα. Κατά την ανάγνωση η αναγνώριση των γλωσσικών ήχων είναι και αυτόματη και ακριβής. Και αυτός ο τρόπος γραφής μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γραφή οποιασδήποτε γλώσσας και τη γραφή οποιωνδήποτε γλωσσικών ήχων. Και εξασφαλίζει εξαιρετικά απλή γραφή και αυτόματη απλή και ακριβή ανάγνωση.



Ας παρατηρηθεί ακόμη ότι αν και στην ουγκαριτική γραφή είχαν προστεθεί γράμματα για φωνήεντα, η γραφή αυτή διατήρησε ακέραιο το συλλαβικό της χαρακτήρα, και ήταν σύστημα γραφής εντελώς διαφορετικό από την αλφαβητική. Αυτό δείχνει καθαρά ότι είναι εντελώς εσφαλμένη η άποψη ότι το επίτευγμα των Ελλήνων ήταν ότι αφού πήραν τα γράμματα για τα σύμφωνα από τους Φοίνικες προνόησαν γράμματα και για τα φωνήεντα. Γράμματα για φωνήεντα εχρησιμοποιούντο από τους Έλληνες από τον καιρό της γραμμικής Β, αλλά αυτό δεν έκανε τη Γραμμική Β αλφαβητική. Αν οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα γράμματα κατά το σημιτικό τρόπο και απλά πρόσθεταν και γράμματα για τα φωνήεντα, τότε με κάθε γράμμα θα έγραφαν μια συλλαβή, και με τα φωνηεντικά γράμματα μόνο συλλαβικούς φωνηεντικούς ήχους θα παρίσταναν, και φυσικά η γραφή τους θα ήταν συλλαβική και μάλιστα απολύτως ίδια με την ουγκαριτική γραφή. Μόνο τα σχήματα των γραμμάτων θα ήταν διαφορετικά. Όμως με την ανακάλυψη του αλφαβήτου και τη δημιουργία της αλφαβητικής γραφής οι Έλληνες άλλαξαν ριζικά τον τρόπο γραφής. Δημιούργησαν ένα σύστημα γραφής εντελώς διαφορετικό από κάθε προηγούμενο, αφάνταστα πιο απλό και αφάνταστα πιο χρήσιμο.



Η συνεισφορά και τα όρια των συλλαβικών συστημάτων γραφής

Όταν οι άνθρωποι ανέλυσαν τους ήχους των λέξεων σε απλούστερους ήχους, τους συλλαβικούς ήχους αναγνώρισαν και ανακάλυψαν. Ούτε σκέφθηκαν όμως, ούτε ήταν δυνατό σε αυτή τη φάση να σκεφθούν ότι οι ήχοι αυτοί είναι σύνθετοι και μπορεί να αναλυθούν περαιτέρω σε απλούστερους. Έτσι είχαν την ιδέα να αποδώσουν σύμβολα σε αυτούς τους ήχους και με συνδυασμό αυτών των συμβόλων να γράφουν τις λέξεις και έφτασαν στα συλλαβικά συστήματα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των συστημάτων γραφής. Έχουμε αναφέρει ότι τα πλεονεκτήματά τους, σε σχέση με τα προϋπάρξαντα συστήματα γραφής είναι φανερά και ουσιώδη. Ο αριθμός όλων των δυνατών συλλαβών μιας γλώσσας είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμό όλων των λέξεων. Έτσι, σε αντίθεση με τα συστήματα γραφής στα οποία κάθε γράμμα παριστάνει μια ολόκληρη λέξη, τα συλλαβικά συστήματα γραφής απαιτούν σημαντικά περιορισμένο σύνολο γραμμάτων. Επιπλέον αν τα γράμματα αυτά τα γνωρίζει κανείς και υπάρχουν ιδιαίτερα γράμματα για όλες τις συλλαβές, τότε το σύνολο των συλλαβικών γραμμάτων που θα χρησιμοποιούνται για τη γραφή μιας λέξης θα φέρνει αυτόματα στο νου τον ήχο της λέξης, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό.
Ωστόσο, ο αριθμός των γραμμάτων που απαιτούνται σε ένα συλλαβικό σύστημα γραφής στο οποίο κάθε δυνατή συλλαβή γράφεται με ένα ιδιαίτερο γράμμα είναι οπωσδήποτε τριψήφιος αριθμός. Για τους περισσότερους, για όλους σχεδόν τους ανθρώπους, είναι πολύ δύσκολο να θυμούνται όταν γράφουν και να θυμούνται και να ξεχωρίζουν εύκολα όταν διαβάζουν εκατό ή διακόσια ή ακόμη  περισσότερα γράμματα. Είναι επίσης δύσκολο να σχεδιαστούν εκατό, διακόσια ή ακόμη περισσότερα γράμματα έτσι ώστε να είναι εύκολα στη γραφή, να αναγνωρίζονται εύκολα με μια ματιά και να μην συγχέονται.

Έτσι επιδιώχθηκε συνειδητά από την αρχή, η μείωση του αριθμού των γραμμάτων που χρησιμοποιούντο στις συλλαβικές γραφές. Η επιδίωξη αυτή εμφανίζεται σε όλα τα συλλαβικά συστήματα γραφής και καλείται από τον καθηγητή Ignace J.Gelb ως αρχή της οικονομίας (principle of economy) (Ignace J. Gelb: A study of Writing 1963, σελίδες 69, 72, 80, 251). Πλήρη συλλαβικά συστήματα δεν υπήρξαν.

Τα συλλαβάρια στις σφηνοειδείς γραφές είχαν 100-130 γράμματα, στις σημιτικές 22-30. Η γραμμική Α και γραμμική Β είχαν από 90 περίπου γράμματα, το κυπριακό συλλαβάριο 56 και το ιαπωνικό 46.

Ένας τρόπος για να μειώσουν τον αριθμό των απαιτουμένων γραμμάτων ήταν το να αφήνουν κάποιες συλλαβές χωρίς να τις παριστάνουν με κανένα γράμμα, και να τις αποδίδουν με κατάλληλη «ορθογραφία». Ένας άλλος τρόπος ήταν το να παριστάνουν με ένα γράμμα οποιαδήποτε από τις συλλαβές μιας ομάδας παρόμοιων συλλαβών. Έτσι στα σφηνοειδή συλλαβάρια της Μεσοποταμίας οι συλλαβές ig, ik, iq συμβολίζονται με ένα γράμμα, το ίδιο και για τις τρεις συλλαβές. Το ίδιο γίνεται και με συλλαβές της μορφής σύμφωνο – φωνήεν - σύμφωνο όπως οι συλλαβές tag, tak, και taq. Ακόμη σε κάποια παλαιότερα συστήματα γραφής όπως το παλαιό ακκαδικό και το παλαιό ασσυριακό οι συλλαβές ga, ka, qa παριστάνονταν με ένα γράμμα που διαβαζόταν άλλοτε [ga], άλλοτε [ka] και άλλοτε [qa].
Επίσης σε όλες τις σφηνοειδείς γραφές, οι συλλαβές li και le έχουν ένα σύμβολο όπως επίσης οι συλλαβές mi και me, οι συλλαβές ni και ne κ.ο.κ.

Ανάλογες τεχνικές χρησιμοποιούνται και στη γραμμική Β και στο κυπριακό συλλαβάριο. Στις γραφές αυτές διατηρήθηκε όχι απόλυτη αλλά ικανοποιητική ακρίβεια στην απόδοση των γλωσσικών ήχων και μειώθηκε ο αριθμός των απαιτουμένων γραμμάτων. Χρειαζόταν όμως να μειωθεί περισσότερο.

Στα συστήματα γραφής της Μεσοποταμίας η παράσταση συλλαβών της ομάδας wa, we, wi wo, wu με ένα μόνο σύμβολο που άλλοτε διαβάζεται [wa], άλλοτε [we], άλλοτε [wi], άλλοτε [wo] , άλλοτε [wu] είχε περιορισμένη χρήση. Η τεχνική αυτή δεν επεκτεινόταν σε όλες τις αντίστοιχες ομάδες συλλαβών που διέφεραν από την ομάδα συλλαβών wa, we, wi, wo, wu, ως προς το σύμφωνο της συλλαβής κατά τη σημερινή ορολογία.

Αντιθέτως στην αιγυπτιακή, στο περιορισμένο σύνολο συλλαβογραμμάτων του τύπου σύμφωνο + φωνήεν, όπως επίσης αργότερα και στις σημιτικές γραφές στις οποίες ακολουθήθηκε αυτό το αιγυπτιακό πρότυπο χωρίς να χρησιμοποιούνται πρόσθετα γράμματα για συλλαβές άλλου τύπου, η τεχνική αυτή είχε πλήρη και συστηματική χρήση και μείωσε όπως ήδη έχουμε αναφέρει, σε αρκετά μικρό αριθμό τον αριθμό των απαιτούμενων γραμμάτων (Ignace.J.Gelb: A study of Writing 1963, σελίδες 69, 72, 80). Ο αριθμός των γραμμάτων που χρησιμοποιούντο περιορίσθηκε σε 22 με 30 σύμβολα. Ικανοποιητικά μικρός αριθμός, γεγονός που διευκόλυνε τη γραφή. Όμως το διάβασμα ήταν πολύ δύσκολο.
Η γραφή δεν έδινε με πληρότητα και ακρίβεια τους συλλαβικούς ήχους.Το σύμβολο g για παράδειγμα, παρίστανε οποιαδήποτε από τις συλλαβές g, ga, ge, gi, go, gu και αυτό καθιστούσε την ανάγνωση δύσκολη. Ήταν δύσκολο για τον αναγνώστη να μαντέψει το ποια ακριβώς συλλαβή παριστάνει κάθε συγκεκριμένο γράμμα σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση..

Η τελική λύση στο πρόβλημα ήταν το αλφάβητο, λύση επαναστατική αλλά και πλήρης.


Ιωάννης Κουμερτάς (Περιηγητής)

Δεν υπάρχουν σχόλια: